Θερινά ημερολόγια: Λευκάδα ΙΙΙ + IV | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Σα, Σεπ 27th, 2008

Θερινά ημερολόγια: Λευκάδα ΙΙΙ + IV

Θερινά ημερολόγια: Λευκάδα ΙII

Τετάρτη, 30 Ιουλίου: Αποφασίζω να περάσω τη μέρα μου στο νότο. Οι παραλίες του νησιού σ’ αυτή την πλευρά είναι λιγότερο λιμπιστερές. Βράχια μαύρα που θυμίζουν ελαφρόπετρα και βοτσαλώδεις ακτές, μοιάζουν να ανήκουν σ’ άλλο νησί κι όχι σε κείνο που βαφτίζεται στα πιο τυρκουάζ και γαλαζωπά νερά του Ιονίου της δυτικής πλευράς. Οι βοστρυχώδεις ακτές και οι ήρεμοι κόλποι των Σύβοτων και του Μικρού Γιαλού με κερδίζουν παρά την ήπια τουριστική ανάπτυξη των χωριών και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια που κατακλύζουν τις πλαγιές.

Πάνω στον κεντρικό δρόμο, αποφασίζω να κάνω μια στάση στο οινοποιείο της «Λευκαδίτικης γης». Ένα σύμπλεγμα πέτρινων σπιτιών φιλοξενεί το παρασκευαστήριο, την έκθεση και τα γραφεία της μικρής επιχείρησης. Μου κάνουν μια σύντομη ξενάγηση στους χώρους του οινοποιείου και δοκιμάζω τις ντόπιες ποικιλίες: το φρουτώδες, καλόγνωμο και γλυκό στο τελειώμά του λευκό από την ποικιλία Βαρδέα, το αρκετά δύσκολο και ξηρό ροζέ και το γλυκό κόκκινο με το μουσικό όνομα «Μελήδονος» που πάει περίφημα με κάποιο ελαφρύ επιδόρπιο, αλλά και μόνο του, θαρρώ, με τριμμένο πάγο σαν απεριτίφ.

Το μεσημεριανό Νυδρί μου αφήνει την ίδια άνιση εντύπωση. Όσο με απωθεί η άσχημη τουριστική ανάπτυξη, τόσο με γοητεύει η τοπογεωγραφία του. Από το Βλυχό που κάποτε ήταν πιο πλούσιο από το γείτονά του, μέχρι τα πριγκηπονήσια της Λευκάδας, Μαδουρή, Σπάρτη, Σκορπίδι, Σκορπιό και Μεγανήσι, το μάτι χορταίνει την πάλη του δασωμένου βράχου με το γαλάζιο. Ο δρόμος που με ανεβάζει μέχρι το Πλατύστομα, χαρτογραφεί τα νυσταγμένα νησιά που ξετινάζουν από πάνω τους μέχρι το απομεσήμερο την πρωινή αχλή.

Το μεσημεράκι με βρίσκει ξανά στα Κολυβάτα, να τρώω την κολοκυθόπιτα της κυρά Μαρίας και να λέμε ιστορίες για τη ζωή και το θάνατο. Δεν αντέχω να καταγράψω εδώ όσα ειπώθηκαν. Ανήκουν σε μια δική τους διήγηση που χωνεύω ακόμη στα σωθικά μου.

Η επαναληπτική περιδιάβαση στους δρόμους της Λευκάδας με φέρνει πάλι στα ίδια σοκάκια, στις μυρωδιές από γεμιστά και λευκαντικό από τις απλωμένες μπουγάδες. Τελειώνω το βράδυ μου ανοίγοντας και σιγοπίνοντας το λευκό της «Λευκαδίτικης γης». Μισομεθυσμένη γέρνω στο κρεβάτι μου και με παίρνει ένας ύπνος γεμάτος όνειρα που διακόπτεται από τις νυχτερινές βόλτες της οικόσιτης σαρανταποδαρούσας στα δοκάρια του ξύλινου ταβανιού.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου: σήμερα περιδιαβαίνω το βόρειο κομμάτι του νησιού, προσπαθώντας να αναρρώσω από τη χθεσινοβραδινή οινοποσία. Αμμώδεις παραλίες στους Μύλους και ένα κρεμασμένο πάνω από τη ράχη μου πευκοδάσος στην άλλοτε κοσμοπολίτικη παραλία του Αγίου Ιωάννη, η οποία έχει φαγωθεί από το κύμα του Ιονίου και παρακμάζει πλέον, είναι τα πιο ενδιαφέροντα θαλασσινά σημεία κοντά στην πόλη της Λευκάδας. Μετά παίρνω τον ανήφορο για Τσουκαλάδες και από μια ορεινή διαδρομή που στο ένα χέρι έχει το πράσινο του πεύκου ενώ στο άλλο τα μπλε νερά της θάλασσας, καταλήγω και πάλι στα Πευκούλια που με την ηρεμία τους με κρατούν για κάμποση ώρα μαζί με παρέες Ισπανών, Ιταλών και Άγγλων. Το προσκύνημα στο Κάθισμα και στους Εγκρεμνούς θα περιμένει μια άλλη εποχή, ίσως αρχές Ιουνίου, όταν θα επισκεφθώ ξανά το νησί. Γιατί το υποσχέθηκα στον εαυτό μου: θα ξανάρθω σ’ αυτά τα μέρη.

Το απογευματάκι με βρίσκει στο νότο, στα Σύβοτα που ξεροψήνονται ακόμη μέσα στον ανελέητο ήλιο. Τελικά η ψαροφαγία στα νησιά είναι μια δύσκολη υπόθεση, αλλά αφού πήγα συστημένη μέχρι εκεί, θα υποστώ τα μέτρια πιάτα και την αμφιβόλου φρεσκάδας τσιπούρα. Για την επιστροφή επιλέγω τον κάμπο του Νυδρίου και το φιδωτό δρόμο μέσω Βαυκερής που με βγάζει στο Πλατύστομα. Η Μαδουρή με το σπίτι του Βαλαωρίτη και οι δαντέλες του Βλυχού βάφονται στο υποκίτρινο του ήλιου που πεθαίνει. Θα καταλύσω για πολλές ώρες, μέχρι τα χαράματα σχεδόν, μέσα στο μεγάλο πέτρινο δωμάτιο, κάνοντας με τον Πιατσόλα μου συντροφιά στα τριζόνια. Ένας επίμονος στομαχόπονος θα με κρατήσει καθηλωμένη στο κρεβάτι, αλλά η νύχτα σε κάτι τέτοια μέρη έχει πάντα ένα ιαματικό γλύκασμα.

Θερινά ημερολόγια: Λευκάδα IV

Παρασκευή, 1 Αυγούστου: η τελευταία μέρα στη Λευκάδα με βρίσκει και πάλι στα νότια του νησιού. Η περιέργεια να δω την παραλία με το ποιητικό όνομα, το Αγιοφύλι που όλοι μου παίνευαν εδώ και μέρες, με βάζει μέσα στο θαλάσσιο ταξί. Μετά από μια διαδρομή κόστα-κόστα διάρκειας δέκα λεπτών από την Βασιλική, δίπλα από απόκρημνους βράχους και παραλίες μοναχικές, φτάνω στην κόγχη ενός λευκού βράχου. Αυτό το σχεδόν κάθετο, αστραφτερό λιθάρι κρατάει στα πόδια του ένα φυσικό όρμο με άσπρο βότσαλο. Το καϊκάκι δένει πρόχειρα στην ακτή κι εγώ χάνω το βλέμμα μου σε νερά γαλαζοπράσινα. Από την κορυφή ενός βράχου, ένας ηλικιωμένος κύριος μας υποδέχεται με ένα ηχηρό παφλασμό, πέφτοντας από μια ιλιγγιώδη απόσταση μέσα στα κρύα νερά.

Η μικρή παραλία είναι σαν ζεστή αγκαλιά. Λίγο αντέχει κανείς πάνω στην ακτή και συχνότερα αναζητά τη θαλασσινή δροσιά και τις βουτιές μέσα στα πολύχρωμα νερά. Όταν μετά από ώρα έρχεται το καράβι της επιστροφής, αφυδατωμένη από τον ήλιο και την αλμύρα ανασαίνω αχόρταγα το δροσερό αεράκι.

Τελευταία απογευματινή βόλτα και στην Λευκάδα, σε μια δύσκολη ώρα, με τον ήλιο να λιώνει κτίρια κι ανθρώπους στο καμίνι του. Αποφασίζω να δοκιμάσω μια παραδοσιακή ταβέρνα στα στενά, λίγο πιο πάνω από την ωραία βόλτα στο ντόκο. Το φαγητό μέτριο και τυποποιημένο, αλλά η παρέα των Άγγλων δίπλα μου φαίνεται να το απολαμβάνει με την ψυχή της. Μόλις δροσίζει, αναχωρώ από την πρωτεύουσα με τις αφύσικα πολλές λεωφόρους για το μέγεθός της, τα γεμάτα δρόμους αυτοκίνητα και μηχανάκια και την παντελή έλλειψη μιας πρόβλεψης για ποδηλατοδρόμους και πεζοδρόμια. Έχω για μια ακόμη φορά στην Ελλάδα την αίσθηση ότι στην πόλη αυτή χάθηκε οριστικά ένα στοίχημα για μια ανθρώπινη ζωή τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες της.

Σάββατο, 2 Αυγούστου: αναχωρώ νωρίς για ένα ταξίδι που θα διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο είχα αρχικά φανταστεί. Η συνιστώμενη από γνωστούς παραθαλάσσια διαδρομή, με φέρνει απέναντι από την Λευκάδα, από στενούς επαρχιακούς δρόμους με περίεργες κλίσεις και αναγκαστικές στάσεις σε χωριά και κωμοπόλεις που βρίσκονται στο διάβα της. Το καταπράσινο και ορεινό νησί Κάλαμος, μοιάζει από μακριά συνέχεια της στεριάς. Ορμίσκοι με κυπαρισσί νερά και άγριες πλαγιές γεμάτες ελεύθερους κατασκηνωτές μου κρατούν συντροφιά μέχρι τον Αστακό. Μετά, ο δρόμος μπαίνει στα μεσόγεια, δίπλα σε κανάλια καταμεσής ενός κάμπου ευλογημένου που δεν του λείπει το νερό κι έτσι τα δέντρα του έχουν ένα βαθύ πράσινο, πλούσιο χρώμα.

Πιο πέρα η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, και σειρές κεφάλια από συνταξιούχους που παίρνουν το πρωινό τους μπάνιο μέσα σε γούβες δίπλα στις Αλυκές -θέαμα που πολύ θα ήθελα να μπορούσα να φωτογραφήσω. Καθώς προσπερνάω την πόλη που δεν έχω επισκεφθεί ποτέ μου, την πόλη του Παλαμά, του Μπάϊρον, την χιλιοτραγουδισμένη του Σολωμού, μια δυσάρεστη έκπληξη θα μου αλλάξει τα σχέδια της ομαλής μέχρι εκείνη τη στιγμή πορείας μου προς το Αντίρριο. Ένα τουμπαρισμένο φορτηγό που μεταφέρει κηροζίνη έχει κλείσει το δρόμο. Φυσιολογικά, θα έπρεπε να καθίσω σε μια σκιά, όπως με προτρέπει ο μπροστινός ευγενέστατος Ναυπακτιώτης. Αλλά φευ….το χαλασμένο μου λογισμικό με βάζει να γυρίσω πίσω, να πάρω το δρόμο για Αγρίνιο –διασχίζοντας τον πάτο ενός εντυπωσιακού φαραγγιού- και λίγο πριν την πόλη, να στρίψω για Καινούργιο και φυσικά για τα παραλίμνια χωριά της Τριχωνίδας.

Αυτή την ώρα κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, που είναι πιο σκληρός σε τούτα τα μέρη, οι δρόμοι είναι σχεδόν άδειοι και τα χωριά νωχελικά και σιωπηλά. Φθινόπωρο και άνοιξη πιστεύω ότι θα είναι εξαιρετική η φύση και η ζωή δίπλα στη λίμνη. Προς το παρόν διασχίζω το δρόμο ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια της Μυρτιάς, του Θέρμου –κεφαλοχώρι με δροσερές πλατείες και ζωή ακόμη και τώρα- και φεύγω από τη λίμνη, για να χαθώ μέσα στα βουνά. Ανάληψη, Συκιά και επιτέλους η Ναύπακτος. Βέβαια, άλλο να το γράφει κανείς κι άλλο να το ζει. Η διαδρομή μέσα στα βουνά μου φαίνεται μακρινή και δύσκολη. Όταν πια αντικρίζω τη θάλασσα, η χαρά μου δεν θα κρατήσει για πολύ.

Παίρνω ήσυχα-ήσυχα τη σειρά μου σε μια ατέλειωτη ουρά, αγανακτισμένη που μια σύγχρονη γέφυρα δεν έχει ένα δικό της δρόμο ταχείας κυκλοφορίας με ανισόπεδους κόμβους. Τα συνεχή φανάρια και μια εθνική οδός μέσα από χωριά είναι μάλλον ένα ακόμη προϊόν προς πώληση της γραφικής εικόνας αυτής της χώρας στον πάτο των Βαλκανίων.

Μετά από δυόμισι ώρες, ιδρωμένη και καταπονημένη, μπαίνω θριαμβικά στη γη της Αχαΐας και βάζω πλώρη για Κυλλήνη. Πρώτη φορά καταπίνω τα χιλιόμετρα σε τούτη τη μεριά της Ελλάδας, διαβάζω ονόματα στις ταμπέλες βιαστικά -Λεχαινά, Μανωλάδα-, αφήνω αυτό τον άγνωστο κόσμο πίσω μου και με την ψυχή στο στόμα φτάνω στο λιμάνι. Φυσικά, ως γνήσια Ελληνίς δεν έχω προνοήσει για εισιτήριο, εγώ και αρκετοί άλλοι συμπατριώτες, εραστές όλοι εμείς της τελευταίας στιγμής και λάτρεις της έκπληξης.

Οι επόμενες δύο ώρες είναι σαν σε όνειρο. Δεν καταλαβαίνω πώς βρίσκω εισιτήριο για το αυτοκίνητο, πώς βρίσκω μια γωνιά στο υπερπλήρες καράβι και πώς τελικά φτάνω να πατήσω το ποδάρι μου στη Ζάκυνθο, βραδάκι πλέον. Το μόνο που αντέχω είναι να βουτήξω στην κοντινή παραλία για να πάρει η αλμύρα όλη την ένταση της ημέρας. Νομίζω ότι εδώ στα βόρεια θα μου αρέσει περισσότερο, γιατί η πρώτη γεύση από την πόλη και τις Αλυκές μου αφήνει την ίδια αδιάφορη γεύση στο στόμα. Ίδωμεν.

(Αναρτήθηκε στο Cosmopolis)



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        









Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.