Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: «Αγώνας ταχύτητας» Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: «Αγώνας ταχύτητας»

TROXAIO(Πηγή: EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ)

Του Χρήστου Σκιαδαρέση,
-Φιλολόγου,
-Μέλους της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών

Δεν θα ήθελα να ασχοληθώ και εγώ με το πολύνεκρο δυστύχημα που συνέβη στο 83ο χλμ στο Ύπατο Θηβών, στο πάρκιγκ της Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας.

Όχι.

Ειπώθηκαν πάρα πολλά σχετικά με αυτό και γράφηκαν ακόμα περισσότερα.

Από ειδικούς και μη.

Μάλιστα, κάποια απ’ αυτά που γράφηκαν, υπήρξαν αρκετά πικρόχολα, θα έλεγα.

Εμένα με προβλημάτισε μία λεπτομέρεια του ατυχέστατου αυτού περιστατικού.

Μία λεπτομέρεια που αποβαίνει πάντοτε μοιραία για όποιον εμπλέκεται -είτε ως θύμα είτε ως θύτης- σε τέτοια τραγικά συμβάντα˙ η ιλιγγιώδης ταχύτητα.

Αλήθεια, γιατί αρέσει στους περισσότερους οδηγούς και δη άντρες να τρέχουν με υπερβολικές ταχύτητες, ιδίως όταν γνωρίζουν ότι θέτουν την ακεραιότητά τους σε άμεσο κίνδυνο;

Προσέξτε.

Όποτε θέτουμε την ερώτηση αυτή στους εαυτούς μας, οι περισσότεροι οδηγοί την παρακάμπτουμε με χαρακτηριστική αφέλεια και ευκολία αποδίδοντας την επιθετική αυτή οδηγική συμπεριφορά μας είτε σε μία έξαρση της στιγμής, είτε σε κάποια επιπόλαιά μας παρόρμηση, είτε σε επαγγελματική βιασύνη, είτε, εν πάση περιπτώσει, σε άλλες, μύριες όσες, περιπτωσιακές συμπτώσεις.

Σύμφωνοι.

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συντρέχουν, πράγματι, οι αιτιάσεις αυτές.

Όλοι μας, λίγο ή πολύ, τις έχoυμε επικαλεστεί, τουλάχιστον ορισμένες από αυτές στο πρόσφατο ή μακρινό παρελθόν.

Και συνεχίζουμε και το κάνουμε και θα το κάνουμε και στο προσεχές μέλλον.

Όμως, στην ιλιγγιώδη οδήγηση, θεωρώ ότι υποκρύπτονται και κάποια άλλα, βαθύτερα αίτια που σχετίζονται είτε με τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας μας, είτε με τη νοοτροπία που έχουμε αναπτύξει ως άνθρωποι, είτε με τις συνήθειες που έχουμε ενστερνιστεί ή αναγάγει σε δεύτερη φύση μας.

Καταρχάς, σίγουρα φταίει η προχειρότητα και η ολιγωρία που μας διακατέχει ως άτομα.

Κάποιοι νομίζουμε πως η οδήγηση είναι ένα παιχνίδι.

Άλλοι πως είναι χάσιμο χρόνου που μας αποστερεί τη χαρά της πολύτιμης ανάπαυλας, της σωματικής χαλάρωσης, της ψυχικής αναζωογόνησης που μας προσφέρει ο ελεύθερος χρόνος.

Κάποιοι άλλοι πως είναι ένα κενό, ένα «νεκρό» διάστημα, που μας κρατά μακριά ή από τις διαπροσωπικές μας επαφές ή από τα χόμπι μας ή από οποιαδήποτε άλλη ψυχωφελή απασχόληση που μας ευαρεστεί.

Ακόμη δε και ο χρόνος μετακίνησής μας από τον τόπο κατοικίας μας στον τόπο εργασίας ή ψυχαγωγίας μας, αντιμετωπίζεται από τον Νεοέλληνα ως άσκοπη σπατάλη χρόνου, ως παθητική καθήλωση, ως καθιστική ακινητοποίηση, ως καταναγκαστική «κατάκλιση».

Και οδηγάμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, λες και εξαρτάται πρωτίστως ή μόνο από τις σφήνες ή από την οδηγική μας «σπιρτάδα» το πότε θα φτάσουμε στους προορισμούς μας.

Κατά δεύτερον, σίγουρα, φταίει και η μεγάλη ανευθυνότητα που μας χαρακτηρίζει σε όλα τα επίπεδα.

Θεωρώ πως η ανευθυνότητα συνιστά την κυρίαρχη κοινωνική κουλτούρα των Νεοελλήνων, αφού δεν διακρινόμαστε ούτε για την υψηλή συναίσθηση της ευθύνης που έχουμε ούτε, φυσικά, για την προθυμία ανάληψής της.

Πόσο συχνά έχει υποπέσει στην αντίληψή μας κάποιος συμπατριώτης μας να δίνει λόγο για τις πράξεις του;

Το πιθανότερο που έχουμε δει να συμβαίνει είναι να φοβόμαστε να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν (διότι έχουν κόστος), να διψάμε για ατομική διάκριση και υπεροχή, καθαγιάζοντας, ελέω σκοπού, τα μέσα που τυχόν μετερχόμαστε (ανεξαρτήτως του αν, στο τέλος, το τίμημα αποδεικνύεται πολύ οδυνηρό), και να μας «καλομαθαίνει» το ίδιο το κράτος μας, εποπτεύοντάς μας με χαλαρούς ή ανύπαρκτους μηχανισμούς ελέγχου.

Είμαστε, κακά τα ψέματα, ένας λαός που δεν βάζουμε εύκολα φραγμούς και όρια, περιορισμούς και φρένο στον κακότροπο εαυτό μας.

Μας αρέσει να καταχρώμαστε την ελευθερία μας σε βαθμό ασυδοσίας.

Εμείς δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι που ρυπαίνουμε υπέρμετρα την ελληνική φύση; Ποιος μας την ρυπαίνει; Άλλος;

Εμείς δεν καταστρέφουμε αλόγιστα τη χλωρίδα και την πανίδα μας;

Εμείς δεν επικροτούμε και ψηφίζουμε -σαράντα χρόνια τώρα- τα διεφθαρμένα κόμματα της Μεταπολίτευσης;

Εμείς οι ίδιοι δεν απαρτίζουμε ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής;

Ποιος άλλος λαός φοροδιαφεύγει στο βαθμό που το κάνει ο δικός μας;

Ποιος άλλος λαός καταφεύγει τόσο μαζικά στην παραοικονομία για να κερδοσκοπήσει;

Ατελείωτα τα συναφή ερωτήματα, αποστομωτικές και οι αντίστοιχες αποκρίσεις.

Το ίδιο ασύδοτοι, φυσικά, είμαστε και στην άσφαλτο.

Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να αποτελούν οι οδικές «αρτηρίες» μας την «υγιή» εξαίρεση;

Σίγουρα ευθύνονται και οι κακής ποιότητας ελληνικοί δρόμοι, οι καθυστερήσεις στα έργα, η ολιγωρία των κρατικών αρχών, η ελλιπής αστυνόμευση και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά.

Σίγουρα φταίνε και η εγκληματική φιλελευθερία των γονιών (που επιτρέπουν στα παιδιά τους να οδηγούν χωρίς δίπλωμα), το αρνητικό πρότυπο που προσφέρουν πολλοί από αυτούς σε εκείνα [την ανευθυνότητα, που λέγαμε (από πού την πήραν τα παιδιά τους;), την υπερβολική ταχύτητα (;), τη χαλαρότητα (;)], ο χρηματισμός ορισμένων εξεταστών οδήγησης του Υπουργείου Συγκοινωνιών, οι ελλείψεις στη σήμανση, ο ανεπαρκής φωτισμός και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά.

Σίγουρα ευθύνονται και η απουσία διαχωριστικών λωρίδων και μπαρών καθώς και ενός ευρέως φάσματος σχεδιασμού σύγχρονων οδικών δικτύων, η ολισθηρότητα των δρόμων, το χαμηλό κόστος παραγωγής ορισμένων αυτοκινήτων και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά…

Όταν, όμως, το τιμόνι αντιμετωπίζεται σαν εθισμός, σαν εκτονωτική…διασκέδαση, σαν αφορμή για να τραβήξουμε τα φώτα επάνω μας, σα μέσο για να απαλλαγούμε από την πλήξη, την ανία, την ένταση και το άγχος, σαν «οδό» διαφυγής και απόπειρα απόδρασης από τη ρουτίνα και τα προβλήματα, τις ανασφάλειες και τα συμπλέγματα, τα απωθημένα και τις στενοχώριες μας, τότε είναι λίγο παράταιρο, αν όχι τραβηγμένο, να ψάχνουμε αλλού για αποδιοπομπαίους τράγους, για να τους χρεώσουμε την απειθαρχία και την αυθαιρεσία μας, τον άκρατο ατομικισμό μας και την εγκληματική μας ασέβεια προς τον εαυτό μας, πόσω μάλλον προς τον πλησίον.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η καταφυγή στην υπερβολική ταχύτητα φανερώνει κυρίως έναν υπερτροφικό -αν όχι πληγωμένο- εγωισμό˙

έναν εγωτιστή άνθρωπο που, επειδή βρίσκει δυσκολίες στη ζωή του, επειδή αναφανδόν (=πασιφανώς) απογοητεύεται και αποθαρρύνεται πολλάκις από τις κακοδαιμονίες της ζωής, τα ηθικά και ιδεολογικά αδιέξοδα, τα ψυχολογικά σοκ και τις παρατεταμένες προσωπικές διαψεύσεις, έχει εισπράξει τη «ρετσινιά» του αποτυχημένου ή του ανίκανου (με γνώμονα πάντα τα ηδονοθηρικά και χρηματοϋλιστικά κριτήρια της εκχυδαϊσμένης κοινωνίας μας), δεν βρίσκει κάποιο πρόσωπο ή στήριγμα να του παρασταθεί στη «μαύρη» του απελπισία (μήπως και κρατηθεί κάμποσο από αυτό και ανασκουμπωθεί), γίνεται δέσμιος της μοίρας του, καταλαμβάνεται από άπωση για τους πάντες και φτάνει στο ζοφερό απονενοημένο διάβημα, δηλ. να οδηγεί με λύσσα και υστερία, πιστεύοντας ότι, έτσι, θα κλέψει κάποια λεπτά διασημότητας, θα αισθανθεί για λίγο ήρωας, θα ανασυρθεί -έστω και πρόσκαιρα- «νικητής» από τις στάχτες μιας ερειπωμένης ζωής.

Κι αν, πάλι, τερματίσει άδοξα τη βιοτή του, αν, δηλαδή, υπογράψει με το αίμα του την αυτοθυσία του στον Μολώχ (αρχαίος θεός των Μωαβιτών και των Αμμωνιτών, στον οποίο θυσίαζαν βρέφη) της ασφάλτου, και χωρίς, μάλιστα, να έχει προλάβει να γευτεί πλήρως τους χυμούς της, τότε νομίζει πως εκδικείται πρωτίστως την ελληνική κοινωνία, που του στέρησε τα οράματα, που τον χόρτασε καταναλωτικά, που τον λεηλάτησε ηθικά, που τον αποστείρωσε πνευματικά.

Δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε να στάθηκε ο Έλληνας τόσο σκληρός, τόσο απάνθρωπος, τόσο εχθρός με τον εαυτό του, που να αισθάνθηκε τη μονάκριβη ζωή του ως αβάσταγη και ανυπόφορη.

Έχασε μακράν την ψυχραιμία του και την ανθεκτικότητά του, υπέκυψε άνευ όρων στο διαρκή φόβο της αποτυχίας, έπαψε να αισθάνεται τη ζωή ως προσωπική του κατάκτηση.

Αντίθετα, τη νιώθει να ορθώνεται μπροστά του αδυσώπητη και ανελέητη.

Πιστεύει ότι έγινε ο πιο ευπαθής κι αδύναμος κρίκος της, σε βαθμό που δεν φοβάται αν, ξαφνικά, την αποχωριστεί -κι ας ξέρει κατά βάθος ότι είναι πολύ όμορφη και ποθητή- για να συμβιβαστεί με την ίδια την απόρριψη του κόσμου.

Η πολυσύνθετη δε σημερινή κρίση έχει διαπεράσει όλα τα στρώματα της ύπαρξής του.

Γι’ αυτό, αισθάνεται ανερμάτιστος και μετέωρος˙ γιατί δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις προδιαγραφές του αριβισμού (=καιροσκοπισμού, τυχοδιωκτισμού) της εποχής, δηλαδή να γίνει ένας ψυχρός υπολογιστής και να βλέπει τους πάντες και τα πάντα με τη λογική που έβλεπε ο Κάιν τον αδελφό του.

Επομένως, περιστατικά σαν του Υπάτου έρχονται απλώς να επιβεβαιώσουν τον κανόνα και να ταράξουν βίαια τα ήρεμα (;) νερά της εφησυχασμένης καθημερινότητάς μας, χωρίς, ωστόσο, να αφήνουν περιθώρια για ασφαλείς και ευοίωνες προβλέψεις για το τι θα συμβεί αύριο με το εφιαλτικό αυτό αδιέξοδο.

Διότι αυτό που τρομάζει δεν είναι ότι πρόκειται για τυχαία δυστυχήματα αλλά για ηθελημένη, εσκεμμένη επιζήτηση του θανάτου.

Όσο, δηλαδή, πιο μπερδεμένοι, αγχώδεις, βασανισμένοι, καταπιεσμένοι και εγωτιστές θα νιώθουμε, τόσο πιο πολύ θα οδηγούμε επιθετικά, ωσάν να καταλαμβανόμαστε από μια παράκρουση, από μια ένθεη τρέλα, από έναν «amor mortis», δηλαδή έναν «έρωτα για τον θάνατο».

Για να κόβουμε τόσο βίαια τα νήματα της ζωής μας, για να μην υπολογίζουμε καθόλου τους ανθρώπους που αφήνουμε πίσω μας, ούτε αυτούς που κουβαλούμε μαζί μας, για να γεμίζουμε -τόσες και τόσες δεκαετίες- με απειράριθμες εκατόμβες την ελληνική άσφαλτο, η λογική λέει ότι οι Νεοέλληνες δεν έχουμε καθόλου προβληματιστεί και βάλει μυαλό για όλα αυτά αλλά και ότι, μάλλον, παραμένουμε βαθιά μέσα μας σχιζοφρενικές κράσεις, νευρωτικοί αυτόχειρες και φύσεις προβληματικές.

Αλήθεια, εκτός από το να κάνουμε ακατάπαυστα μνημόσυνα, πώς το θεραπεύουμε ριζικά αυτό το απόστημα – θεριό;

(Φωτό: EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ. Το πάρκινγκ της Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας όπου έγινε το τραγικό δυστύχημα).


Displaying 1 Comments
Have Your Say
  1. Στους αυτονικητιστικούς διαγωνισμούς πλαγιολισθήσεων ( ανάποδα τιμόνια , ντρίφτ, τετ ακ κέ) το επιθυμητό σε όρους ελαστικών είναι οι πίσω τροχοί του αυτοκινήτου να φτάνουν σε σημείο που θα εμφανίζονται στην επιφάνεια του ελαστικού τα λινά ( το συρμάτινο έσω πλέγμα του ελαστικού) ώστε να να διολισθένει καλύτερα – ακόμα και από το παγωμένο οδόστρωμα-το συτοκίνητο .Και το θέαμα να είναι συναρπαστικότερο.
    Μεγάλη πιθανότης ώς τεχνική ανάλυση το ίδιο να συνέβηκε αθέλητα και εδώ σε κάποιο απ τα πίσω ελαστικά , που λλογω της υψηλής ώς τό σημείο εκείνο παρατεταμένης ταχύτητος να αποκολούνταν το πέλμα παλαιών ελαστικών και η στιγμιαία εμφάνιση των λινών του ελαστικού να δημιούργησε την έξοδο γλίστρημα του αυτοκινήτου – βόμβα κινούμενη.Κατά μια εκτίμηση
    το πίσω δεξί λάστιχο ήταν το φθαρθέν και αυτό δημιούργησε έκκεντρα κινητικά φαινόμενα στο κινούμενο όχημα.
    Η δραματική τυχαιότης είναι τι σημείο που λειτούργησαν όλα αυτά και ήταν η είδοδος στο πλα’ι’νό πάργκινγκ , και η πτώση πάνω στο σταθμευμένο για λίγο ( για τούτο και οι άνθρωποι είχαν μείνει μέσα) όχημα με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική τραγωδία.
    Πρίν ιδεολογικοποιήσουμε και την προείδια χρήσης του κάθε μεταφορικού μέσου ( που ασφαλώς παίζει και αυτή η ιδεολγικοποίηση όπως παίζει και η ιδεολογικοποίηση και του κάθε βιομηχανικού προ’ι’όντος αυτόνομα ώς προ’ι’όν στις μέρες μας) πριν λοπόν κάθε ιδεολογικοποίηση καλά είναι να παραμείνουμε στην λειτουργική της χρήσης του κάθε προ’ι’όντος , τις δυνατοτητές και τους περιορισμούς του ώς εργαλείο χρήσης για να εξυπηρετεί τον σκοπό του κοινωνικά .
    Και το βιομηχανικό πρόσφατο στον πολιτισμό προ’ι’όν που ονομάστηκε συτοκίνητο , έχει κσι υποβάλει περισσότερους περιορισμούς και εξαρτήσεις για την χρήση του απ όσα ωφέλη πσραγάγει και που αυτά τα ωφέλη δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μετακίνηση από ένα σημείο σε άλλο υπό κσθορισμένες προυποθέσεις και εξαρτήσεις λειτουργίας του.
    Τελικά για τον πολιτισμό το αυτοκίνητο δεν εθναι ένα καινοτομικό δεδομένο λόγω των πόρων κσι διαδικαδιών που δεσμεύει για να ικανοποιήσει τον σκοπό γισ τον οποίο έρχεται να εξυπηρετήσει.
    Είναι ( το αυτοκίνητο) μια εξόχως εξοικονομητική και άκρως συντηρητική λειτουργική προ»ι’οντική οντότητα και για τούτο επειδή το ίδιο το προ’ι’όν ( συτό που θα προέλθει ) δεν έχει κάποια εγγεγραμένη ιδεολογική στίξη ώς πρόταγμα απ την παρουσία του και μόνο, για τούτο και αναμένει να του προσαφτεί απ τους χρήστες κάποια αναφορά, υπό μορφή ιδεολογήματος. Και εδώ χρωστάει την ύπαρξή της η εφώ και κάποια χρόνια κατηγοριοποίηση του προ’ι’όντος πού ονομάστηκε αυτοκίνητο , σε διάφορους τύπους : Sedan, limo, sport, super car, General Purpose, κλπ ονοματολογίες.Και μόνο για να προσδώσουν ανάλογα κάθε κατηγορίας και ένα συγκεκριμένο είδος δήθεν μετακίνησης.Δηλαδή μέσω της δήθεν τεχικης διαφοροποιήσεως του προ’ι’όντος την δισφοροποίηση της λειτουργίας κσι του σκοπού που εξυπηρετεί το προ’ι’όν.
    Η διαφημιστική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία το εμπορικό μήνυμα δημιουργεί την ανάγκη που θα έρθει να καλύψει το διαφημιζόμενο προ’ι’όν, είναι παρούσα.
    Προς τούτο δυό τρία σταυρωμένα σίδερα ή λαμαρίνες , μαζί με αρκετό πλέον θερμοσκληρυνόμενο υλικό και μαζί με κάθε λογής έλαια του πετρελαίου ( βαριά ή ελαφρά ) ώς ενέργεια, αφού βαπτιστούν διαφημιστικά εξσπολύθηκαν τελευταία ώς προ’ι’όντα του πολιτισμού !!!
    Και δεν είναι τίποτα άλλο παρά πολιτισμικές και ιστορικές μπαγκατέλες άνευ ουδεμίας αξίας στην διαχρονία.

Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>