«Θ’ άρτω και γώ να σας αϊτάρω να μάσ(ε)τε εκειά τα βοτρύδια!..» Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

«Θ’ άρτω και γώ να σας αϊτάρω να μάσ(ε)τε εκειά τα βοτρύδια!..»

trygos_arxeio_aitherovamonaΟ τρύγος…

Του Θοδωρή Γεωργάκη (Παποράκη)

Πλησίαζε η γιορτή του Σταυρού. Τ’ αμπέλια στην Ακόνη και στην Μαντόνα ήταν σχεδόν έτοιμα για τρύγο. Πάντα πρωίμιζαν αυτές οι δυο περιοχές, που βρίσκονταν χαμηλότερα προς την Νικιάνα και την Κατούνα και ήταν πιο ζεστό το κλίμα. Οι ράτες είχαν αρχίσει να σκαρίζουν απ΄ του Αϊ Λιός! Με τι υπερηφάνεια τις πρώτες ράτες τις μπελονιάζαμε σε ένα λεπτό έλασμα ξεραμένου χόρτου ανακατεμένες με τα βατόμουρα, που μόλις είχαν αρχίσει να σκαρίζουν και αυτά, και τα μεταφέρναμε στο χωριό για να δείξουμε τον «Πρωτολάτη»!

2_trygosΤο Βαρτζαμί…

Δυο περιοχές ευλογημένες για τους ξωμάχους των χωριών μας, αφού ήταν κατάφυτες από ελιές και αμπέλια, τα οποία, πάντα, πρωίμιζαν και του Σταυρού έπρεπε να έχουν τρυγήσει, γιατί, αν πολυμερίζανε, το Βαρτζαμί και το Πατρινό, αυτές οι δυο εκπληκτικές Λευκαδίτικες ποικιλίες κρασοστάφυλα, τότε άρχιζαν, απ’ το πολύ μέλωμα, να σταφιδιάζουν! Αν καθυστερούσαν και πήγαιναν για τρύγο απόδιαβα του Σταυρού, θα έβρισκαν σταφιδιασμένα τα σταφύλια και δεν θα μπορούσαν να τα πουλήσουν στην Κατούνα για κρασί. Γιατί εκείνα τα πρώιμα τα είχαν για το εμπόριο. Φόρτωναν τα γεμάτα κοφίνια στα άλογα και τα πουλούσαν στην Κατούνα, αφού περίμεναν τα άλλα αμπέλια στα χωριά, που ήταν πιο όψιμα, για να κάνουν το δικό τους το κρασί!

τρυγοςΟ τρύγος…

-Αύριο, μαρή, θ’ άρτω και γώ να σας αϊτάρω να μάσ(ε)τε εκειά τα βοτρύδια!

Πέντε – έξι γειτόνισσες, που γνώριζαν την ώρα του πρώιμου τρύγου, περνούσαν απ’ το σπίτι και έλεγαν στην μάνα μου για την βοήθειά τους στον τρύγο. Ήταν η δική τους ανταπόδοση στα διασίδια και στους αργαλειούς που εκείνη τους έστηνε τα καλοκαίρια! Γιατί ήταν η μοναδική στο χωριό που γνώριζε την τέχνη του διασιδιού! Κάθε καλοκαιριάτικο πρωινό, σαν ξυπνούσα, πάντα στην αυλή μας έβλεπα απλωμένο ένα διασίδι και τις γυναίκες, σαν μελίσσι από πάνω του, άλλες με σηκωμένη την άκρη απ’ το κότολό τους να μετρούν τους πήχες του νήματος, άλλες να τραβάνε το νήμα το οποίο ξετυλίγονταν απ’ τα κρεμασμένα μασούρια και απλώνονταν περιμετρικά απ’ τα καρφωμένα στη γη καρφιά!

διασιδιΤο διασίδι…

Αυτό το μαγικό, το ανεπανάληπτο, το αλτρουιστικό ρήμα, «Αϊτάρω», ή «Αϊτέρνω»! Ένα ρήμα που εσωκλείει και διαλαλεί την κοινωνία της προσφοράς και της αλληλεγγύης, του δοσίματος και της κατάθεσης ψυχής, για τον γείτονα, για τον χωριανό, που είχε ανάγκη! Ένα ρήμα το οποίο σεβάστηκαν οι ίδιοι οι αιώνες και το παρέδωκαν από γενιά σε γενιά σαν την πολυτιμότερη κοινωνική παρακαταθήκη, πάνω στην οποία στηρίχτηκαν και μεγάλωσαν δεκάδες γενιές! Ήταν το άρτυμα και το αλάτι στις μικρές κοινωνίες των χωριών μας, ο άγραφος νόμος της προσφοράς και της ανταπόδοσης, ο συνδετικός κρίκος αλληλεγγύης σε μια κοινωνία που γνώριζε να αγαπά και να συντρέχει ανιδιοτελώς, να παρηγορεί και να συμπάσχει, να αυτοθυσιάζεται και να νοιώθει την έννοια του «Καλοσαμαριστισμού» σαν την πεμπτουσία της ζωής!

φ4

Και πράγματι. Δέκα νοματαίοι, άντρες και γυναίκες, ξεκινούσαν για την Μαντόνα. Άλογα, κοφίνια, καλάθια, ποδιές, ποδολόγες, μαχαίρια, κλαδευτήρια, όλα έτοιμα για το …θέρος, τρύγος, πόλεμος, για … «Εκειά τα βοτρύδια»! Πάντα μιλούσαν με την έννοια του ελάχιστου, ποτέ σε υπερθετικό βαθμό, πάντα ήθελαν να υποτιμούν το καθετί, που αφορούσε τους κόπους τους, για λόγους … ματιού, «πονηρός να μην τ’ ακούσει», όπως έλεγαν, αλλά και από σεβασμό, ναι από σεβασμό και ταπεινότητα προς την σοδειά, που δεν ήθελαν να την «ανακράξουν»… Ποτέ δεν άκουγες τους χωρικούς μας να μιλάνε για σοδειές ελιών… «Έχω κάτι ελούλες», ήταν η ταπεινή τους έκφραση και ας έκαναν διακόσιες βαρέλες λάδι! «Εκειά τα βοτρίδια», λοιπόν, και ας ήταν δέκα μεροδούλια αμπέλι! Μα ώρα δρόμος, στο στενό μονοπάτι, που καθάριζαν προχωρώντας απ’ τις ακλαδαριές του καλοκαιριού για να μη ντέζουν πάνω τους τα άλογα με τα φορτωμένα κοφίνια.

-Θέλει δυο φορτώματα, στην Κατούνα, ο Κοκαλιάρης, άλλα δυο ο Φλώκος και τέσσερα ο Διγενής!

τρυγος_μεταφορα_σταφυλιωνΜεταφορά σταφυλιών με τα ζώα…

Η ευλογημένη σοδειά ήταν ήδη καπαρωμένη στην Κατούνα από μέρες! Το φόρτωμα αποτελούνταν από δυο μεγάλα γεμάτα κοφίνια. Φορτωμένα στα άλογα, μέσα απ’ το μονοπάτι στον Όμπολο, τα πήγαιναν στην Κατούνα για κρασί! Ελάχιστα τα χρήματα, αλλά υπερπολύτιμα… Η τιμή του κιλού μια δραχμή! Κάποτε ανταλλαγή και με σαρδέλες, που έβγαζαν τα Κατ(ου)νιώτικα γρι – γρι, για να τις αλατίσουν στο χωριό. Μα πάντα μια ελάχιστη αμοιβή στον κόπο των τίμιων ξωμάχων μιας ολόκληρης χρονιάς, γιατί σοφότατα έλεγαν πως … «το αμπέλι είναι μπελάς», εννοώντας πως σε θέλει ολοχρονίς δίπλα του! Υπερπολύτιμα τα λίγα χρήματα για τα βιβλία μας, για τα καινούργια τετράδια και τις λάπες της σχολικής χρονιάς που σε λίγες μόρες θα άρχιζε. Νυχτέρι στην Μαντόνα, αν δεν προλάβαιναν να τρυγήσουν το αμπέλι ολόκληρο! Ατέλειωτη στρωματσάδα με λουριδένια στρωμένα πάνω στις μαλακές φτέρες για στρώμα! Μα εκείνα τα άτιμα τα μυρμήγκια! Πάνω στην μυρμηγκοφωλιά τους βρέθηκε να στηθεί η δική μας στρωματσάδα! Όλη τη νύχτα με περιέτρεχαν…

φ31

Και η δική μας ανταμοιβή, για την παιδική μας συνεισφορά στο μελισσολόϊ του τρύγου…

-Μάνα, μην τα δώστε όλα τα σταφύλια. Να φυλάξτε και για μας. Θέλουμε να μας φκειάσεις μ(ου)στόπιτα και πεκμέζι!

Γνώριζε πάντα την παιδική μας επιθυμία και φρόντιζε κατάλληλα. Ένα φόρτωμα για το σπίτι ήταν πάντα απαραίτητο. Εκείνη η κατακόκκινη μ(ου)στόπιτα! Με έναν τρόπο μαγικό την πετύχαινε πάντα, μα πάντα πάνω στο κατάλληλο σημείο βρασμού, ώστε να διατηρεί την γλυκόξυνή της νοστιμιά και ποτέ μα μην μελώνει στο στόμα! Γνώριζε και τον τελευταίο αχνό που θα έβγαζε η τσέτζερη του βρασμού πριν ρίξει το αλεύρι!

moystopitaΜ(ου)στόπιτα…

Πρόφταινε και τα τζούκια! Μπελονιασμένα σε κλωστή καρύδια που τα βουτούσε στην μ(ου)στόπιτα και γίνονταν ένα θεσπέσιο γλύκισμα, το μεγάλο απωθημένο των παιδικών μας χρόνων. Τα άπλωνε, στη συνέχεια, στον ήλιο για να ξεραθούν … Αλλά που να προστελέξουν, απ’ την παιδική μας λαιμαργία… Και απλωμένα αρχίζαμε και τα δαγκώναμε από κάτω και στο τέλος κρέμονταν μόνο η κλωστή!!!

-Θέλω και γω καμιά εικοσαριά φελιά μ(ου)στόπιτα, έλεγε η γριά βαβά. Θέλω να τα φυλάξω για τσ’ Καλές Μέρες που θάρθουν κι άλλοι απ’ τα ξένα!

Άπλωνε την μ(ου)στόπιτα στον ήλιο και την φύλαγε, ξεραμένη, για τις Χριστουγεννιάτικες Μέρες, όταν θα έρχονταν και τα άλλα της παιδιά, τα αδέρφια του πατέρα μου, απ’ την Αθήνα, τους οποίους θεωρούσε η γριά πως βρίσκονταν στα ξένα! Σαν απλώνονταν στον ήλιο και ξεραίνονταν η μ(ου)στόπιτα, την πίθωνε η γριά στο αρμάρι. Σχηματίζονταν περιμετρικά σε κάθε φελί μια κρούστα η οποία την κρατούσε εσωτερικά αναλλοίωτη και σε άριστη κατάσταση. Και ναι μεν την ήθελε για τους «άλλους απ΄τα ξένα» η γριά, όμως την χρησιμοποιούσε και στα σπερνά που έφτιαχνε του Αγίου Νικολάου, την έκοβε κομματάκια και την χρησιμοποιούσε ανάμεσα στο βρασμένο στάρι αντί για ζάχαρη. Αλλά και στα κρύα βράδια του χειμώνα, όταν ολόκληρη η οικογένεια, δέκα άτομα, βρίσκονταν δίπλα στην αναμμένη γωνιά, μετά το φαγητό, … φιλοτιμούνταν η γριά και έφερνε κανένα κομματάκι ξεραμένη μ(ου)στόπιτα! Και τότε γίνονταν ανάρπαστη…

(Χρησιμοποιήθηκαν φωτογραφίες από το αρχείο του Αιθεροβάμονα και το Λεύκωμα «Κοπιάστε, όπως μας ηύρατε…» του Δήμου Σφακιωτών).


Displaying 1 Comments
Have Your Say
  1. Υπέροχο κείμενο αναβίωσης μιας άλλης εποχής !
    ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ !

Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

                    
     








Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.