Συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Δουβίτσα Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Πα, Μαρ 16th, 2018

Συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Δουβίτσα

Giannis_douvitsas_okt_1995

Συμπληρώθηκαν χθες 15 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Δουβίτσα, ιδρυτή του εκδοτικού οίκου «Νεφέλη». Με την ευκαιρία αυτή αναγνώστης μάς υπενθύμισε το αφιέρωμα που είχε γίνει τον Μάρτιο του 2013 από την «Νεφέλη» στον συντοπίτη μας εκδότη.

Στη σελίδα με το αφιέρωμα υπάρχει και η πιο κάτω συνέντευξη του εκδότη στη Λύδια Δημοπούλου που δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Θεωρείο, τχ. 2, Φεβρουάριος 1991:

– Κύριε Δουβίτσα, σπουδάσατε γεωπόνος, ωστόσο τώρα είστε εκδότης. Η γεωπονική όμως ήταν επιλογή σας;

Τότε, γύρω στο ’63-’64, στην πρώτη κλίμακα επιλογών ήταν το Πολυτεχνείο και μετά η Γεωπονική, αν ήθελες να γίνεις κάτι. Ο γεωπόνος τότε ήταν καλοπληρωμένος. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που την προτίμησα – λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένειά μου. Ήταν πολυτέλεια να μπορεί να διαλέγει κανείς εκείνη την εποχή. Ήταν τότε γύρω στο ’70 που η δικτατορία ήθελε να κάνει την Ελλάδα αυτάρκη στο κρέας, στα κοτόπουλα και στα χοιρινά. Είχα βρει μια σχετική δουλειά, αλλά την παράτησα.

Προσωρινά λοιπόν, μπήκα να δουλέψω στο βιβλιοπωλείο. Θα μπορούσα να κάνω οποιαδήποτε δουλειά με την ίδια ευκολία. Ήταν δύσκολη εποχή. Προείχε το θέμα της επιβίωσης.

– Ξεκινήσατε, λοιπόν, σαν υπάλληλος…

Ναι, στην αρχή, από το ’73 μέχρι το ’78. Έπειτα ήρθε η «Νεφέλη».

– Το να ασχοληθείτε τελικά με τις εκδόσεις ήταν επιλογή σας;

Δεν θα το ’λεγα ακριβώς έτσι. Ποτέ δεν έχω πάρει αποφάσεις. Πολλά έγιναν από ανάγκη. Κάποτε ξανασκέφτηκα να γίνω γεωπόνος. Ήμουν ήδη 35 χρονών και είχα ήδη παντρευτεί. Συγκυρίες λοιπόν με οδήγησαν σ΄ αυτήν την «απόφαση». Η μόνη «καθαρή» επιλογή ήταν ότι προτίμησα τις εκδόσεις από το να είμαι απλώς βιβλιοπώλης.

– Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία επιλέγετε τα βιβλία τα οποία θα εκδώσετε;

Υπάρχει φυσικά ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες μόνιμες σειρές και κατ’ αρχάς βγάζουμε βιβλία που εντάσσονται σ΄ αυτές τις σειρές. Οι υπεύθυνοι διαλέγουν αυτά που νομίζουν καλύτερα. Το κριτήριο της ποιότητας μπαίνει έντονα. Και μάλιστα σε βαθμό επικίνδυνο, θα έλεγα.

Ευτυχώς, βέβαια, που υπάρχουν τα μπεστ σέλερς. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει συχνά.

– Ποια πιστεύετε πως είναι η «συνταγή» ενός πετυχημένου βιβλίου. Δηλαδή ενός βιβλίου που η ποιότητα θα συμβαδίζει με την εμπορικότητα;

Δεν νομίζω πως υπάρχει τέτοια συνταγή. Ένα καλό βιβλίο μένει στο χρόνο, Αντέχει. Είναι διαχρονικό. Το Σμιλεύοντας το χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι είναι ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

– Πώς βρίσκετε τις τιμές των βιβλίων; Ο κόσμος, το πλατύ αναγνωστικό κοινό, διαμαρτύρεται πως είναι υψηλές. Εσείς τι πιστεύετε;

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 400 εκδοτικοί οίκοι. Μόνον οι 15 βγάζουν πάνω από 20 βιβλία το χρόνο. Με έναν αριθμό τόσο μικρό, εκ των πραγμάτων δεν βγαίνεις οικονομικά. Οι Έλληνες εκδότες προγραμματίζουν με μια φοβερή ευκολία, κι αυτό είναι αρνητικό. Από τα 10 βιβλία τα 7 ή τα 5 θα πάνε χαμένα, δεν θα πουλήσουν. Άρα θα πρέπει τουλάχιστον ένα να γίνει μπεστ σέλερ για να καλυφθεί η διαφορά. Έτσι ανεβαίνουν οι τιμές. Ο βασικός λόγος είναι αυτός: ο κακός προγραμματισμός. Πιστεύω δηλαδή ότι αυτό γίνεται αβασάνιστα. Απλώς, εκείνο που μας σώζει είναι ότι ξεκινήσαμε από πολύ χαμηλά και έτσι έχουμε κάποια περιθώρια.

Θυμάμαι παλαιότερα ο «Γαλαξίας», που ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο σπουδαιότερος εκδοτικός οίκος που υπήρξε στην Ελλάδα -τώρα έχει κλείσει-, φρόντιζε όχι μόνο να βγάλει ένα καλό βιβλίο αλλά να έχει και χαμηλές τιμές. Η διαφήμισή του τότε έλεγε -γύρω στο 1967-68- «15 δραχμές, όσο ένα πακέτο τσιγάρα». Τόσο έκαναν τότε τα βιβλία.

– Όσον αφορά τους νέους συγγραφείς, πώς τους αντιμετωπίζετε;

Οι νέοι συγγραφείς σαφώς είναι ένα ρίσκο. Ανάλογα με την κατάσταση, εκδίδουμε όσους μπορούμε. Εννοώ βέβαια τους Έλληνες συγγραφείς, γιατί με τους ξένους είναι διαφορετικά. Μοναδικό κριτήριο -αν τα οικονομικά του εκδότη είναι καλά- είναι η ποιότητα.

Πιστεύω ότι ένας καλός συγγραφέας ποτέ δεν χάνεται, αν πράγματι είναι καλός κι όχι απλά να ΄χει γράψει ένα μόνο καλό βιβλίο. Πάντα όμως έχω τη διαίσθηση να προωθήσω νέους συγγραφείς.

– Τι πουλάει περισσότερο στην Ελλάδα; Ποιο είδος βιβλίου είναι αυτό που προτιμάει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό;

Κατ’ αρχάς προτιμώνται τα ελληνικά λογοτεχνικά κι έπειτα τα ξένα. Και τα παιδικά πουλιούνται. Είναι το πιο σίγουρο είδος και πηγαίνει πάντα πολύ καλά.

Τώρα τελευταία παρατηρείται ότι πουλιούνται πολύ τα «δημοσιογραφικά», εννοώ αυτά που γράφονται από δημοσιογράφους κι έχουν ένα ύφος πολύ κοντά στο δημοσιογραφικό και λιγότερο λογοτεχνικό, κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που πωλούν, είναι πιο προσιτά στο ευρύ κοινό. Σχεδόν μονοπωλούν. Έχουν δικό τους κοινό, γιατί είναι πιο εύπεπτη η γραφή.

– Τελικά πόσο «έμπορος» είναι ένας εκδότης;

Ο εκδότης δεν πρέπει να ξεχνάει ότι παίζει κάποιο ρόλο στα πολιτιστικά πράγματα. Κάθε φορά που θα επιχειρήσει να προγραμματίσει, να εκδώσει ή να προωθήσει ένα βιβλίο, δεν πρέπει να έχει στο μυαλό του μόνο το κέρδος. Ο χώρος του βιβλίου είναι χώρος που διαμορφώνεται ο πολιτισμός. Κάπου πρέπει να αντιστέκεσαι όσον αφορά την εμπορικότητα. Γιατί φυσικά είναι αδύνατο να την αποφύγεις, παρόλο που βλέπω να συμβαίνει το αντίθετο. Κυριαρχεί η εμπορικότητα. Νομίζω ότι στην Ελλάδα υπάρχουν κάποιοι εκδότες που κρατούν: «Ίκαρος», «Κείμενα», «Στιγμή», «Διαγώνιος» στη Θεσσαλονίκη.

Στην Ελλάδα υπάρχει πολύ μεγάλη εκδοτική παράδοση. Ίσως από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Έχουμε τα καλύτερα βιβλία. Στην πρώτη τριάδα βρίσκεται η χώρα μας από άποψη μορφής, τεχνικής και αισθητικής. Κι αυτό οφείλεται σ΄ αυτούς τους εκδότες που μείνανε πιστοί στην εκδοτική παράδοση και κυνηγάνε την ποιότητα σε ό,τι σπουδαιότερο υπάρχει. Όπως, για παράδειγμα, ο «Ίκαρος». Αφού είχε ήδη κυκλοφορήσει το βιβλίο, εξαιτίας ενός μικρού λάθους, απέσυρε ολόκληρη την έκδοση. Βέβαια δεν λέω να φτάσουμε εκεί, αλλά αυτό δείχνει το κυνήγι της τελειότητας. Άλλο ένα τέτοιο παράδειγμα που δείχνει την αγάπη και το πάθος για την ποιότητα ήταν ο κ. Βλάχος των εκδόσεων «Κείμενα». Ήξερε άψογα την τυπογραφική δουλειά. Ο ίδιος είχε ένα μικρό τυπογραφείο, ήξερε να φτιάχνει μόνος του μια σελίδα, το μέγεθος κάθε βιβλίου. Όλα αυτά είναι ολόκληρη τέχνη. Σηκώθηκε λοιπόν κάποια νύχτα -έφτιαχνε μια ποιητική συλλογή τότε-, τον βασάνιζε το τι στοιχεία θα βάλει. Μετά από μεγάλη σκέψη είχε καταλήξει και είχε φτιάξει το βιβλίο μ΄ αυτά που είχε επιλέξει. Στον ύπνο του όμως εκείνη τη νύχτα είδε ότι αυτά που διάλεξε δεν είναι τα σωστά. Πήγε λοιπόν στο τυπογραφείο κι όλη νύχτα άλλαζε στοιχεία… Τέτοιο ήταν το πάθος αυτού του ανθρώπου. Αυτό το γεγονός μ΄ έχει συγκινήσει ιδιαίτερα και πάντα υπάρχει στο μυαλό μου. Αυτά είναι που με συγκινούν κι όχι το να ακούω ότι το τάδε βιβλίο πούλησε τόσα αντίτυπα.

Κάθε βιβλίο έχει τη δική του προσωπικότητα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν το ξεχνούσαν αυτό, κι όλη την πείρα την είχαν κτήμα τους…

– Πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν οι δημόσιες σχέσεις στο χώρο του βιβλίου στην εποχή μας;

Πολύ μεγάλο. Πριν μερικά χρόνια δεν υπήρχε τέτοιο θέμα. Σήμερα, αν δεν διαφημίσεις ένα βιβλίο, μπορεί να μην πουλήσει… όλα αυτά δεν ξέρω πού θα οδηγήσουν. Με την έκρηξη των μέσων της μαζικής ενημέρωσης στον αιώνα μας, ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος. Συνήθως προβάλλονται αυτά που δεν θα ’πρεπε κι όχι αυτά που πραγματικά αξίζουν.

Αν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αξιοποιηθούν σωστά, μπορεί να βγει κάτι καλύτερο για το βιβλίο.

– Ποια είναι τα προβλήματα διακίνησης του βιβλίου στην επαρχία;

Το πρόβλημα της διακίνησης των βιβλίων στην επαρχία είναι μεγάλο. Στην Αθήνα τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα. Το βιβλίο είναι πολύ πιο προσιτό στον αναγνώστη. Έχουν γίνει κάποια φεστιβάλ βιβλίου στην Αλεξανδρούπολη, στη Μυτιλήνη, στην Καστοριά, στο Ναύπλιο, στην Πάτρα. Όλοι οι εκδότες μπήκανε μέσα. Οι ίδιοι οι βιβλιοπώλες δεν κάνουν παραγγελίες γιατί δεν πουλάνε. Συντηρούνται με χαρτικά είδη, παιχνίδια κι οτιδήποτε άλλο. Κανένα αμιγές βιβλιοπωλείο δεν επιβίωσε στην επαρχία. Ειδικά το ποιοτικό βιβλίο δεν πουλάει καθόλου.

– Τι πιστεύετε ότι θα μπορούσε να γίνει για να προωθηθεί η διακίνηση του βιβλίου;

Κανονικά θα ’πρεπε να υπάρχει κάποιο πρακτορείο. Και πάλι όμως το κόστος γι” αυτό θα ήταν μεγάλο. Θα χρειαζόταν κάποια χρηματοδότηση…

– Από τη μεριά της πολιτείας φυσικά…

Η πολιτεία κωφεύει. Δεν νομίζω πως την… αφορά αυτό το θέμα. Το θεωρεί μια μικρή λεπτομέρεια.

Giannis_douvitsas_okt_1995_2Ο Γιάννης Δουβίτσας κατάγεται από τη Λευκάδα. Έζησε εκεί μέχρι τα 18 του χρόνια. Στην Αθήνα ήρθε για να σπουδάσει Γεωπονική. Το πτυχίο του φυσικά… το πήρε, δουλειά όμως σαν γεωπόνος δεν μπόρεσε να βρει, γιατί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν απαραίτητο το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων για να διοριστεί κανείς στο δημόσιο. Έτσι σχεδόν… κατά λάθος, αλλά και από ανάγκη, βρέθηκε το 1971 στο χώρο του βιβλίου. Υπάλληλος σ΄ ένα βιβλιοπωλείο στην αρχή, όπου εκεί θα μπορέσει να μάθει την «αγορά» και θα προχωρήσει στη συνέχεια στο χώρο των εκδόσεων.

Οι εκδόσεις «Νεφέλη» δημιουργήθηκαν τον Μάρτιο του 1979. Νεφέλες αρχικά, μετατρέπονται στον ενικό που είναι πιο εύχρηστος.

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, η Κική Δημουλά, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Κωστής Παπαγιώργης, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Νίκος Δήμου και άλλοι πολλοί, είναι από τους Έλληνες συγγραφείς που τα βιβλία τους συμπεριλαμβάνονται στη σειρά της ελληνικής λογοτεχνίας του εκδοτικού οίκου.

Παράλληλα όμως, το ’87 ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης θα αναλάβει την ευθύνη για τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» που, ανέλπιστα, πήγε πολύ καλά και εισπρακτικά.

Όμως η Νεφέλη «χωράει» και τη «Βιβλιοθήκη της τέχνης», τα «Βιβλία για νέους» και ένα σημαντικό αριθμό βιβλίων από την παγκόσμια λογοτεχνία μεγάλων δημιουργών: Τ΄ ακριβό φαρμάκι της Μαίρης Γουέμπ, η Χιουρρέμ της Κατρίν Κλεμάν, Η αυτοβιογραφία του Ταρκόφσκι και πρόσφατα Το μαρτυρολόγιο του Ταρκόφσκι.



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

                    
     








Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.