Στο Ξεμόνιο για το λιομάζωμα! (Του Θοδωρή Γεωργάκη) Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

Στο Ξεμόνιο για το λιομάζωμα! (Του Θοδωρή Γεωργάκη)

xemonio_akoniΞεμόνιο στην περιοχή της Ακόνης

Του Θοδωρή (Παποράκη)

Απόδιαβα των Γιορτών των Χριστουγέννων και μέσα στον Γενάρη κορυφώνονταν, για τους Λευκαδίτες ξωμάχους, το μάζεμα των ελιών! Σαν είχαν γευτεί την ευτυχισμένη οικογενειακή θαλπωρή και συγκίνηση τις «Καλές Μέρες», όπως έλεγαν τις γιορτές, ξεκινούσαν με όλες τους τις δυνάμεις για να τελειώσουν το μάζεμα του λιόκαρπου στα σοδιασμένα λιόδεντρα, αφού, νωρίτερα είχαν μαζέψει «Τ’ αργιολόγια», τις ελιές που είχαν μικρές ποσότητες καρπού, γιατί περίμεναν να «κρασώσουν» οι σοδιασμένες ελιές! Ποτέ δεν μάζευαν πράσινο τον λιόκαρπο, πάντα ήθελαν να μαυρίσει, να «κρασώσει», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά. Ειδικότερα η ποικιλία της Σκατζολιάς, που είχαν αρκετά λιοστάσια, αργούσε χαρακτηριστικά να ωριμάσει. Ήθελαν το λάδι στην πλέρια του έκφραση, με όλα του τα αρώματα, στο κορύφωμα του λιόκαρπου και όχι αγουρέλαιο, δεδομένου, μάλιστα, πως οι Λευκαδίτικες ποικιλίες ελιάς, κυρίως Ασπρολιά, Μαυρολιά ή Πλεξιδολιά και η Σκατζολιά, ήθελαν τον χρόνο τους να ωριμάσουν.

mazema_elias

Σαν τέλειωναν, λοιπόν, οι Καλές Μέρες, ξεκινούσαν τα ΞΕΜΟΝΙΑ, η παραμονή σε καλύβες μέσα στα λιοστάσια, αφού, κατά κανόνα, αυτά βρίσκονταν μακριά απ’ τα χωριά! Τουλάχιστον στα χωριά των Σφακιωτών, που γνωρίζω άριστα, και ειδικότερα σε Λαζαράτα και Πινακοχώρι, τα λιοστάσια των νοικοκυραίων βρίσκονταν στις περιοχές, της Ακόνης, της Βράχας και της Μαντόνας. Απόσταση αρκετά μεγάλη, που δυσκόλευε σε τεράστιο βαθμό γιατί στις περιοχές αυτές οδηγούσαν στενά κακοτράχαλα μονοπάτια, μέσα σε τρεχούμενα νερά και λάσπες, τα οποία ήταν δυσδιάβατα για τα φορτωμένα ζώα, αλλά και για του ξωμάχους που ακολουθούσαν. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε πως απαιτούνταν τουλάχιστον πάνω από δυό ώρες δύσκολο ποδαρόδρομο να πάνε και να γυρίσουν, οπότε χάνονταν πολύτιμος και ωφέλιμος χρόνος, δεδομένου πως η χειμωνιάτικη μέρα είναι πολύ μικρή.

Ξεκινούσαν θαμπά το πρωί απ’ τα χωριά και ήταν αναγκασμένοι, με τα σημερινά δεδομένα, τουλάχιστον στις τρεις το απόγευμα να αρχίσουν το φόρτωμα και την διαδικασία της επιστροφής, αν ήθελαν να μη νυχτώσουν στον σκοτεινό δρόμο. Ρολόγια δεν υπήρχαν… Πάντα ο κοκοτός έδινε το πρωινό σύνθημα για ξύπνημα και το απογευματινό, για σύναξη και επιστροφή, έδινε το πέρασμα των βενζίνων! Αγνάντευαν στη θάλασσα της Νικιάνας ποια ώρα περνούσαν οι βενζίνες απ’ την Χώρα για Μεγανήσι και Μύτικα, περίπου στις τρεις το απόγευμα, και γνώριζαν πως έπρεπε να αρχίσουν τη διαδικασία για επιστροφή.

Με τον χρόνο να μην είναι βολικός στις εργασίες τους, επέλεγαν να μείνουν στο ΞΕΜΟΝΙΟ, στα καλύβια τους, που είχαν σχεδόν όλοι μέσα στα λιοστάσια, για να αποθηκεύουν τον λιόκαρπο, αλλά και να «σπιλώνουν» για το χιόνι και τη βροχή! Τα υπέροχα ΛΕΥΛΑΔΙΤΙΚΑ ΞΕΜΟΝΙΑ! Αυτή η μυσταγωγία και το δέσιμο με το βιός τους, με την μάνα γη, την οποία θώπευαν και λαχταρούσαν σαν παιδί τους! Αχ και ν’ άκουγε κανείς την τρυφερότητα με την οποία μιλούσαν για τα λιόδεντρα! Ακόμη και ονόματα είχαν στην καθεμιά ελιά, ανάλογα με το «ψηφί» της και την τοποθεσία που βρίσκονταν! Και πώς να γίνει διαφορετικά, αφού αυτά τα λιόδεντρα ήταν ολάκερη η απαντοχή τους…. «Σαν κύλαγαν ένα βαρέλι λάδι στη Χώρα», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, μπορούσαν να παντρέψουν παιδί, ή να χτίσουν ακόμη και σπίτι!!! Αναφερόμαστε στα χρόνια που το λάδι ήταν ΧΡΥΣΟΣ για την Λευκάδα!

Ένα τέτοιο υπέροχο ΞΕΜΟΝΙΟ βίωσα προσωπικά εξαετής, μια χρονιά πριν πάω στο Δημοτικό Σχολείο, την δεκαετία του 1960, με τον πατέρα μου και τη μάνα μου! Ολόκληρο τον Γενάρη μείναμε στο καλύβι «Στη Ράχη», μια περιοχή μεταξύ Ακόνης και Μαντόνας, πάνω απ’ την Κατούνα και τη Νικιάνα! Ένα καλύβι στην κορυφή υψώματος, με πανώρια θέα μέχρι τον Κάλαμο! Στιγμές και βιώματα χαραγμένα, ανεξίτηλα στο μυαλό, που διαπότισαν το είναι μου και ενστάλαξαν μέσα μου, δια βίου, την αγάπη και τον έρωτα για κάθε τι ξωμάχικο, για κάθε τι παραδοσιακό και Λευκαδίτικο! Και σαν μπόρεσα τώρα ώριμος να ταξινομήσω όλα τούτα τα βιώματα, η προσπάθειά μου είναι ΤΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙΣΜΑ σ΄ εκείνα τα υπέροχα χρόνια, της ΑΛΛΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ, της Λευκάδας του τίμιου ιδρώτα, της κοινωνίας των πολιτών, του αϊταρίσματος και της αλληλεγγύης.

3_akoni_mylos_ritsouΤο λαγκάδι της Ακόνης

Δυό σαγιάσματα, κάνα δυο μάλλινα χοντροσκούτια, λινοσέντονα, μπόλιες και τα χρειαζούμενα ενός πρόχειρου νοικοκυριού φορτωμένα στ’ άλογο και ξεκίνημα για το καλύβι στη Ράχη, εκεί που θα ζούσα με τους γονείς μου σχεδόν έναν μήνα. Κάθε Σάββατο πηγαίναμε με τον πατέρα στο χωριό να δει και τα αδέρφια μου, που έμεναν με τους παππούδες, αλλά και για να φέρει ψωμί και τα χρειαζούμενα της εβδομάδας, όσπρια, αρμυροσαρδέλες, μακαρόνια, μπακαλιάρο, ρύζι, εκείνα τα φαγητά που μας μεγάλωσαν αυτά τα δύσκολα, αλλά ευλογημένα χρόνια! Σαν φτάναμε στο καλύβι, μέσα από μια καταπληκτική διαδρομή, με τρεχούμενα νερά στον δρόμο, αφού είχαν σπάσει όλα τα «Βρυτσούλια», άκρες δηλαδή του μονοπατιού και έτρεχαν νερά, τα κοτσύφια να πετούν από σχίνο σε σχίνο σφυρίζοντας, οι «ουρανοί», αυτές οι υπέροχες βαθυγάλαζες ίριδες, να στολίζουν τις άκρες των χωραφιών και κόσμος, πολύς κόσμος, στον δρόμο, αλλά και στα περιμετρικά χτήματα, φτάναμε στο καλύβι.

4_amazoniako_topioΟ καταρράχτης της Ακόνης

Η πρώτη δουλειά του πατέρα μου ήταν να «εξοπλίσει» το κρεβάτι, ένα υπερυψωμένο κρεβάτι που σκαριάζονταν στους δύο πέτρινους τοίχους της καλύβας και στην κεντρική κολώνα που στήριζε την σκεπή. Τοποθετούσε πρώτα σπάρτα, μετά φτέρες, ένα μαλακό σαν πούπουλο φυτό, και γίνονταν ένα υπέροχο λίκνο, πάνω στο οποίο πέρασα τις ωραιότερες μου στιγμές, στιγμές τόσο μακρινές, μα τόσο νοσταλγικές! Έπειτα η μάνα μου έστρωνε από κάτω το πρώτο σάγιασμα, μερικά λουριδένια και ένα χοντροσκούτι, πάνω τους το πρώτο λινό σεντόνι και από πάνω σκεπαζόμαστα με το άλλο σάγιασμα και τα άλλα χοντροσκούτια! Και τα χειμωνιάτικα βράδυα, σφύριζε δαιμονισμένα ο βοριάς και η λαμαρίνα της σκεπής να βροντά ρυθμικά απ’ την βροχή, ένας ρυθμός όμοια μελωδία, σαν νάθελε τούτη η παράξενη κρουστή μουσική να μας γεμίζει τα ατέλειωτα βραδινά. Και σαν έρχονταν παγάδα και ημέρευε ο καιρός, κάποια τέτοια βραδυνά στο βάθος μακριά να ακούγεται ο απόκοσμος ήχος του καταρράχτη της Ακόνης! Μια βοή αδιάκοπη, όμοια Χερουβεικό στη φάτνη της ερημιάς!

Απέναντι, στο άλλο ύψωμα, οι Βλαχαίοι απ’ την Καρυά, οικογενειακώς. Ο Σωφρόνης, ο Φώντας, ο Δήμος, ο Κώστας, ο Θοδωρής! Αυτοί είχαν ένα υπέροχο πέτρινο σπίτι, που βρίσκεται εκεί σηματωρός και σήμερα, με φούρνο, στάβλο, ζωντανά και κότες πολλές! Πιο πίσω από εμάς οι Τσαμπαραίοι με τη δική τους καλύβα. Αυτός ο μπάρμπα Τάκης ο Τσαμπαρής, υπέροχος άνθρωπος! Σαν του έδινα τους λούρους από κάτω, γιατί ήταν ανεβασμένος στην ελιά και τίναζε, μου έδινε θυμάμαι ένα πενηνταράκι για τον κόπο μου… Και το απόγευμα αργά αγγάρευα τον πατέρα μου και πηγαίναμε στην Κατούνα, στο μαγαζί του Διγενή, για να πάρω με το πενηνταράκι χαλβά!!! Στην Ακόνη απέναντι στις Παναγιές ο Ατζελής με την οικογένειά του και τα πρόβατά του, με τις φωνές τους να δίνουν τον τόνο και να αναστατώνουν την Ακόνη! Δίπλα μας ο μπάρμπα Γεράσιμος ο Καραγιούργας, που σαν… άδειαζε το κολοκύθι με το κρασί, άρχιζε τις φωνές και αντιλαλούσαν όλα τα πλάγια! Κάτω από εμάς σε άλλη καλύβα ο άλλος Τσαμπαρής, ό Γιώργος. Αυτός έμεινε ολοχρονίς εκεί και έφτιαχνε κάρβουνο, τα παιδιά του, δυο υπέροχοι σήμερα ιερείς, πήγαιναν στην Κατούνα στο δημοτικό! Απ’ την πλευρά της Βράχας στο σπιτάκι τους και αυτοί οι Καρουσαίοι, με τα μεγάλα λιοστάσια! Ήταν λαδιάδες και νοικοκυραίοι στα χωριά μας. Κάτω στο καρύκωμα του φαραγγιού της Ακόνη οι Σεληνακαίοι με το περιβόλι τους και τα πρόβατά τους. Παραπέρα ο Μουσολίνης, που είχε γυρίσει απ’ την Αργεντίνα, με το καταπληκτικό του περιβόλι, που δέσποζε σε όλη την Ακόνη και ήταν σημείο αναφοράς στην ευρύτερη περιοχή! Και ακόμη ένα μεγάλος αριθμός οικογενειών ΤΟΥ ΞΕΜΟΝΙΟΥ, μέσα στην ζήση τους και την απαντοχή τους, τα λιοστάσια τους και τα ζωντανά τους!

Και το παιγνίδι μου με τα μικρά αρνιά μας! Ώρες ολόκληρες σκλημίδευα μαζί τους και χοροπηδούσα σαν αυτά, σαν οι γονείς μου τίναζαν και μάζευαν τις ελιές! Και έκανα ύστερα αυτοσχέδιες θάλασσες, μολόνωντας το λαγκάδι, που κατέβαζε κρυστάλλινο και αναβρυτικό νερό απ΄το Καστέλι, το βουνό που υψώνονταν τόσο Δωρικά πάνωθέ μας. Το απόγευμα, σαν άρχισε ο αέρας, με τον πατέρα μου λιχνίζαμε τις ελιές! Τις πετούσαμε ψηλά και μακριά για να πέσουν τα φύλλα καταγής στο μεσοδιάστημα και οι ελιές να σωριάζονται μακρύτερα! Και σαν χαλίπωνε και τέλειωνε το μεροκόπι, γεμίζαμε τα μπακράτσια νερό απ’ το λαγκάδι και πηγαίναμε στην καλύβα για το βραδινό!

Η πρώτη μου λατρεία! Ένα κατσαρόλι βρασμένο γάλα με αλάτι και ψωμί τριμμένο μέσα! Το φαγητό που μας ανέστησε! Η φωτιά αναμμένη, σε μια γωνιά του καλυβιού, με την κατσαρόλα πάνω και το μαγέρεμα. Και έπειτα κουβέντα με τους γονείς, πολύ κουβέντα, και ιστορίες, χωρίς χρόνους και περιορισμούς, χωρίς ρολόγια και δεσμεύσεις, με μόνο δείχτη το νανούρισμα της φωτιάς, που έφερνε τον ύπνο γλυκό και τότε τα σαγιάσματα και το υπέροχο πρωτόλειο κρεβάτι ήταν ο αναπαμός! Η επόμενη μέρα είχε το αυγάτεμα των σακιών με τις ελιές! Και σαν τούτα γίνονταν αρκετά, για μια μέρα δικές μας ελιές στο λιτροβιό του μπάρμπα Χρήστου του Μπούκα, τότε έρχονταν απ’ το χωριό οι λιτροβιαραίοι και φόρτωναν τα τσουβάλια στα άλογα, για να «τις κάμει» ο παππούλης μου στο λιτροβιό, για να γεμίσουμε τα δεπόζιτα του σπιτιού με λάδι, το λάδι της ζωής μας και της απαντοχή μας.

Ζωή στο ΞΕΜΟΝΙΟ σαν παραμύθι! Ζωή άσπιλη, αμόλυντη, άχραντη, με περιδέραιο τον τίμιο ιδρώτα και την απαντοχή! Ζωή εγχάρακτη στη μνήμη, που φορές έρχεται ακόμη στα όνειρά μου και με ταξιδεύει στις άγιες ελιές μου, στη Ράχη μου και μου αναστατώνει το είναι, με τη θεία νοσταλγία να μου κανοναρχεί το αποτύπωμά της με χαρτί και μολύβι! Έλα αόρατε Άγγελε των παιδιών! Δάνεισέ μου τα φτερά σου και πέρα απ’ το όνειρο, να βαδίσω, έστω για μια στιγμή, στα μονοπάτια της καλύβας μου και της Ράχης μου! Ξέρω πως εκεί μένει και με καρτερά… Μα μόνη της… Τόσο της λείπουν και αυτής οι θωπευτές της, οι ιερείς και ιέρειές της… Μίσεψαν σε έναν άλλο κόσνο… Δεν κατοικούν πια εδώ σιμά της…

Πάνε χρόνια και δεκαετίες τώρα που μας αλαξοστράτησες, Άγγελε, και μας ώθησες στην τρυφηλή φενάκη του σήμερα… Μπεζερίσαμε στην στράτα του ευδαμονισμού στραμένοι… Έλα πίσω στα πρωτινά και δάνεισέ μας τα φτερά σου…



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

   













Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.