Λέξεις «σαν χειροβομβίδες» στα χέρια ενός «μικρόσωμου Δαβίδ» Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Τε, Ιουν 17th, 2020

Λέξεις «σαν χειροβομβίδες» στα χέρια ενός «μικρόσωμου Δαβίδ»

Για την ποιητική συλλογή της Νόνης Σταματέλου “Ερημία των καιρών”, εκδ. Οδός Πανός

erimia_kairon_Noni_Stamatelou

Γράφει η Διονυσία Μαργαρίτη*

Όπως επισημαίνει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, «η ποίηση δεν είναι υπόθεση ανέξοδη. για να μπει στην ψυχή μας, τρώει το κορμί μας»[1]. Το λογοτεχνικό γράψιμο γενικότερα άλλωστε, αποτελεί μία δύσκολη, επώδυνη ενασχόληση, αφού η αγωνία του λογοτέχνη σχετίζεται όχι μόνο με τη διέξοδο της σκέψης, αλλά κυρίως με τις σωστές επιλογές[2], με τη σωστότερη διατύπωση όσων λέγονται, όπως και όσων παραλείπονται, ενώ όχι σπάνια ο λογοτέχνης αποδέχεται πως «σε οτιδήποτε γράφει ελλοχεύει η υποψία ότι οι λέξεις δεν επαρκούν»[3]. Η κούραση του δημιουργού, ο πνευματικός μόχθος, ο αγώνας και η πάλη για την εύρεση των κατάλληλων, ταιριαστών λέξεων, η συγγραφική δυστοκία από τη μια λοιπόν, και από την άλλη, συνήθως στο τέλος, οι ανησυχίες και ο φόβος της αποτυχίας[4].

Παρ’ όλες τις δυσκολίες ωστόσο, ο λογοτέχνης συχνά επιχειρεί αυτό το περιπετειώδες ταξίδι, τολμά να αναμετρηθεί και να αποδεχτεί την τέχνη του, γιατί κάθε ματαίωση θα ήταν ανώφελη:

Δεν μπορείς να κρυφτείς απ’ την ποίηση.

Η λέξη που αποφεύγεις

Θα ‘ρθει τη νύχτα να σε τυραννήσει. (σ.7)

Στο παραπάνω απόσπασμα από το πρώτο, ολιγόστιχο, ποίημα της νέας ποιητικής -πέμπτης κατά σειρά- συλλογής της Νόνης Σταματέλου, που φέρει τον τίτλο Ερημία των καιρών, η αφηγήτρια-ποιήτρια, αφού έχει βιώσει τον αναπόφευκτο και βασανιστικό αγώνα με τη λέξη, υποχωρεί, εξουδετερώνει τις αντιστάσεις της και αποδέχεται την ποιητική τέχνη. «Πέρνα!» (σ.7) αναφωνεί στον τελευταίο στίχο του πρώτου ποιήματος της συλλογής, απευθυνόμενη στη λέξη, ή γενικότερα στην τέχνη των λέξεων, στην ποίηση, ενώ συγχρόνως προβαίνει εισαγωγικά σε μια κίνηση υποδοχής του αναγνώστη, σαν να του ψιθυρίζει μυστικά «κι εσύ λοιπόν ξεκίνα την ανάγνωση».

Στο αμέσως επόμενο ποίημα, στο δεύτερο της συλλογής, με τίτλο «Παρασύρομαι», η ενασχόληση με την ποίηση, ως μεταμορφωτικό και καταλυτικό στοιχείο στη ζωή της ποιήτριας – αφηγήτριας, της προκαλεί «μια ψευδαίσθηση αθανασίας», την παρακινεί σε ταξίδια αλλιώτικα («γίνεται καράβι το σπίτι μας»), σε πράξεις ξεχωριστές(«αδειάσαμε την πανσέληνο»), αλλά και μετατρέπει τον οικείο, καθημερινό της χώρο σε «λιβάδι με παπαρούνες», ενώ παράλληλα κάνει λιγότερο επώδυνη την επιβίωση σε μια «δύσκολη εποχή» (σ.8).

Το θέμα της αυτοαναφορικότητας πάνω στην ποιητική τέχνη επανέρχεται και σε άλλα ποιήματα της συλλογής. Στο ποίημα με τίτλο «Απόηχος», το ποίημα που γράφει το ποιητικό υποκείμενο «ανασαίνει στο μέλλον», και επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις (σ.11). Στο ποίημα με τίτλο «Στον άγνωστο ποιητή» (σ.17), όπως και στο «Υποκλίνομαι» (σ.32), η ποιήτρια εκφράζει το θαυμασμό της για τους ποιητές, οι οποίοι δέχονται να καταβάλλουν το αντίτιμο της συνειδητής μοναξιάς και της ειλικρίνειας, προκειμένου να απολαύσουν την απελευθερωτική δύναμή της ποίησης[5]:

Γιατί η Τέχνη θέλει αλήθεια

Αλήθεια και αίμα

Φωτιά στο βλέμμα

Θέλει καμιά φορά μοναξιά και περιθώριο. (σ.32)

Στο ποίημα με τίτλο «Συνάντηση» οι ερωτευμένοι μιλούν για ποίηση (σ.43), χάνοντας την αίσθηση του χρόνου (σ.43), αλλά και στο ποίημα «Μαζί», αν και δεν δηλώνεται άμεσα, μπορούμε να πούμε πως το φως «που λάμπει βαθιά μες στην ψυχή» της ποιήτριας (σ.55) είναι, μάλλον, η ίδια η ποιητική της τέχνη στην οποία απευθύνεται με οικειότητα και τρυφερότητα.

Η ποίηση του ποιητικού υποκειμένου σχετίζεται ακόμη και με το θρησκευτικό συναίσθημά της. Η ποιήτρια – αφηγήτρια συνθέτει στίχους αλλά και προσευχές παρακινούμενη από μια εσωτερική ανάγκη στην ερημιά της σύγχρονης εποχής[6] :

η δίψα για Θεό τσάκιζε κόκκαλα

μέσα στην ερημία των συναναστροφών (σ.37).

«Ο άνθρωπος, ως βιολογική μονάδα, ζει χωρίς ποίηση, όπως πορεύεται δίχως Θεό. Αλλά και στη μια περίπτωση και στην άλλη πρόκειται για έναν ακρωτηριασμό»[7], γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης. Για το ποιητικό υποκείμενο στη συλλογή της Νόνης Σταματέλου, Ερημία των καιρών, η αναζήτηση του Θεού και η γραφή ποιημάτων συνδέονται άρρηκτα στην «ερημιά» της πυκνής κοσμοσυρροής στη σύγχρονη κοινωνία:

Γράψαμε λέξεις άψυχες

και στίχους σκοτεινούς επινοήσαμε

μήπως σε συναντήσουμε. (σ.56)

Στο ποίημα με τίτλο «Προσευχή» η ποιήτρια-αφηγήτρια αναζητεί την παρουσία του Θεού και ικετεύει ταπεινά για λίγη δωρεά φωτός (σ.16), ενώ στο ποίημα «Απλότητα» αισθάνεται την παρουσία του Θεού ολόγυρά της (σ.56).

Συνειδητοποιώντας και βιώνοντας καταστάσεις που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη δύναμή της, στο ποίημα με τίτλο «Ως μικρόσωμος Δαβίδ», η ίδια αναμετρήθηκε «με τον ανέραστο Γολιάθ της γραφειοκρατίας» του εκπαιδευτικού συστήματος και κατάφερε χάρη στη θεϊκή βοήθεια να γίνει μια «στέρνα»:

Μια στέρνα εγώ, η ασήμαντη

Γέλιο, νερό κι αγάπη ανέβλυζα

Κι αυτό Θεέ μου σε σένα το χρωστάω. (σσ.9-10)

Θα σταθώ στο συγκεκριμένο ποίημα για να δούμε πως παρουσιάζονται ορισμένες στιγμές από την εκπαιδευτική της σταδιοδρομία. Η ποιήτρια εργάστηκε για αρκετά χρόνια στο χώρο της εκπαίδευσης, κοντά σε μαθητές «ταραγμένης εφηβείας» (σ.9). Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα γεμάτο από δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις, κουβαλώντας προσδοκίες δυσανάλογες προς το μερίδιό της ή τις απαντοχές της, προσπάθησε να αφήσει το στίγμα της ιδιαιτερότητας της μέσα στη σχολική τάξη, επιδίωξε να ικανοποιήσει τις ψυχικές ανάγκες των μαθητών της, όπως και να χρωματίσει τη διδασκαλία της:

Προσπάθησα πολύ

Να μην αφήσω κανένα απ’ τα παιδιά μου πεινασμένο

[..]

Και να μην κρυώνει καμιά ψυχή

[..]

Να πλέξω ώρες διδασκαλίας σε χρώματα ζεστά. (σ.9)

Ο αναγνώστης και ιδίως εμείς οι εκπαιδευτικοί, διαβάζοντας το συγκεκριμένο ποίημα, έχουμε την αίσθηση πως ακούμε κάποιον να μιλάει τόσο με τη διδακτική πείρα πολλών ετών όσο και με μια αστείρευτη αγάπη προς τους μαθητές. Η ποιήτρια δεν κάνει λόγο για εφόδια που πρόσφερε στους μαθητές της, σε ένα σχολείο που κύρια αποστολή θα όφειλε να είχε όχι μόνο τη συσωρευτική επιδίωξη γνώσεων αλλά τη βαθύτατη γνωριμία με «τη χαρά και την ευθύνη των σχέσεων κοινωνίας»[8].

Έχοντας βαθιά επίγνωση του ρόλου της, όπως και των αναγκών των μαθητών της, αναζητώντας υλικό σε βιβλιοθήκες και σχολικά βιβλία, προχώρησε «τρέμουσα» σε βίους Αγίων και ποιητών, πάλεψε με ποικίλα εμπόδια ψευδο-ηθικού φρονηματισμού «στοιχηματίζοντας με τους δαίμονες» (σ.9), χωρίς να χάνει ποτέ το χιούμορ της, ένα σημαντικό όπλο ενάντια στην υποκρισία και τις καθημερινές συμβατικότητες[9]. Κύριο μέλημα της ήταν η δική της εσωτερική δόνηση να μετατραπεί σε δόνηση της ψυχής και του νου των μαθητών της:

Όσο πιο τρυφερά αγκάλιαζα το βιβλίο

Τόσο περισσότερο έλαμπε το μάθημα

Έλαμπε η αίθουσα

Έλαμπαν τα μάτια των παιδιών μου. (σ.9)

Στο ποίημα με τίτλο «Απόηχος», η ποιήτρια μάς αποκαλύπτει πως έγραφε ποιήματα στον πίνακα, προσφέροντας έτσι στους μαθητές της όχι μόνο την ευκαιρία της απόλαυσης ενός λογοτεχνικού κειμένου αλλά και το άνοιγμα του ποιητικού της εργαστηρίου, προσφέροντας μία έμμεση πρόκληση και πρόσκληση για τη δική τους ενεργή συμμετοχή στην ποιητική γραφή (σ.11).

Μέσα από τα ποιήματα φαίνεται πως η ζωή της ποιήτριας-αφηγήτριας δεν κύλησε άσκοπα. Σε αντίθεση με τις γυναίκες «κούκλες», οι οποίες της προκαλούν πλήξη εξαιτίας της αποστασιοποίησή τους από κοινωνικά προβλήματα, της απάθειά τους και της άσκοπης σπατάλης του χρόνου τους, αλλά κάποτε και συμπάθεια για τη δεινή τους θέση, έτσι εγωκεντρικά προσκολλημένες, εγκλωβισμένες σε ανούσιους καλλωπισμούς, όπως διαβάζουμε στο ποίημα «Γυναίκες» (σ.29), η ίδια παρέμενε μια γυναίκα αγωνιζόμενη, για αυτό και εκφράζει αφειδώλευτα την αγάπη της για τις γυναίκες οι οποίες «παλεύουν» καθημερινά για τα ουσιώδη της ζωής, ανατρέποντας κάθε στερεότυπο:

Αγαπώ τις γυναίκες με τα τσεμπέρια

[..]

που παλεύουν για να ζήσουν

σ’ έναν κόσμο σκληρό,

[…]

τις γυναίκες που ομορφαίνουν ανεπιτήδευτα

τον επιμελώς ατημέλητο κόσμο του Θεού. (σσ.29- 30)

Ένας «μικρόσωμος Δαβίδ» το ποιητικό υποκείμενο, αλλά μεγαλόψυχος, καταβάλει πνευματικό μόχθο, προσπαθεί να εξερευνήσει, να προσεγγίσει τον κόσμο, χωρίς να παραμένει αδιάφορο στις εικόνες και τα γεγονότα της σύγχρονης καθημερινότητάς του. Συναισθηματικά και στοχαστικά μιλά για την επικαιρότητα στο ποίημα με τίτλο «Φωτιά στο Μάτι» (σσ.26-28) και στο ποίημα που επιγράφεται «Ώρα Covid 19» (σ.57), εκφράζει την ανησυχία της για άστεγους και πεινασμένους στο ποίημα με τίτλο «Στο αεροπλάνο» (σ.33) και στο ποίημα «Του άστεγου» (σ.34), θλίβεται με την τυχαία συνάντηση μιας εκδιδόμενης νεαρής στο ποίημα «Το κορίτσι του Άμστερνταμ» (σ.50), και με επιγραμματική συντομία κάνει λόγο για μια εποχή στην οποία περιφέρεται «αδέσποτη σαν σκύλος η αυταπάτη» στο ποίημα που επιγράφεται «Άτιτλο» (σ.38).

Δεν λείπει βέβαια η αισιοδοξία, μια αισιοδοξία που αντλεί η ποιήτρια ιδίως παρατηρώντας εικόνες και τοπία της φύσης, εικόνες που συναντάμε διάσπαρτα σε ποιήματά της. Ενδεικτικά, παραθέτω:

Τόσα τοπία μέσα μας

Τόσα νησιά σημαδεμένα

Κάπου θα βγούμε… (σ.45)

Σε ορισμένα από τα ποιήματα της συλλογής μπορούμε ακόμη να ανιχνεύσουμε έναν νοσταλγικό τόνο για τα παλιά. Η ποιήτρια νοσταλγεί στο ποίημα με τίτλο «Χιονίζει» (σ.14) καταστάσεις και καθημερινές απολαύσεις μιας απλής ζωής στην ελληνική ύπαιθρο. Στο ποίημα «Στο στασίδι» (σ.15), ο χρόνος γίνεται δείκτης της θραυστότητας και της πρόσκαιρης κατάστασής των ανθρώπων[10], τρίζοντας «μες στα κόκαλά της» και η νοσταλγία γλιστρά «σα φίδι δολερό»(σ.15). Το πέρασμα του χρόνου προκαλεί θλίψη στο ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα που φέρει τον τίτλο «Απαρηγόρητη» (σ.21), στο ποίημα «Τρένα» (σ.35) και στο ποίημα «Φεύγουν τα καλοκαίρια» (σ.46).

Κάθε αφήγηση είναι προϊόν μιας ευαίσθητης μνήμης[11] και η ποιήτρια εκδηλώνει την ευαισθησία της ενθυμούμενη βιώματα και πρόσωπα οικεία στα ποιήματα «Ιούλιος» (σ.19), «Λαμπριάτικο» (σ.20), «Κυριακή απόγευμα» (σ.39), «Στο χωριό» (σ.48), «Γλυκό ψωμί» (σ.53).

Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε γλώσσα απλή, λιτή, χωρίς δυσνόητες λέξεις, χωρίς αινιγματικότητες ή δυσχέρειες στην προσέγγιση. Ωστόσο ο κουβεντιαστός, καθημερινός και απλός λόγος της ποιήτριας γίνεται συχνά αιχμηρός και οι απλές λέξεις της αποκαλύπτουν την ουσία των πραγμάτων. Είναι λέξεις που βαστά η ίδια σαν «χειροβομβίδες», όπως διαβάζουμε στο ποίημα που επιγράφεται «Μήνυμα για λίγους» (σ.36), οι οποίες «καμιά φορά σκάνε στα χέρια» της» (σ.36).

Με τις λέξεις αυτές ο «μικρόσωμος Δαβίδ», εκκινώντας από τα βαθύτερα στρώματα της ψυχής του, «συλλαμβάνει τη ζωντανή στιγμή, το σώμα της στιγμής»[11]. Τα όσα ταράζουν την ψυχή του μπορούν να αγγίξουν τα βάθη της ευαισθησίας του αναγνώστη «φέρνοντας στην επιφάνεια άγνωστες ή λησμονημένες όψεις του εαυτού του και της πραγματικότητας»[12].

Σημειώσεις

1. Βλ. Ν. Παρίσης, «Η αναγκαία υποδομή για το ομαλό πέρασμα από την παραδοσιακή στη σύγχρονη ποίηση(Οι ποιητές του μεταίχμιου)», στο Η διδασκαλία της σύγχρονης ποίησης στη μέση εκπαίδευση, Αθήνα: Εκπαιδευτήρια Ζηρίδη, 1978, σσ. 121-132.

2. Γ. Μπαμπινιώτης, Γλώσσα και Λογοτεχνία, Αθήνα, 1984, σ.109.

3. Χ. Χρυσόπουλος, «Το εργαστήριο του συγγραφέα», Διαβάζω, τχ.456, Νοέμβριος 2004, σσ.32-33: 33

4. Έ. Σταυροπούλου, Προτάσεις ανάγνωσης για την πεζογραφία μιας εποχής. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σπύρος Πλασκοβίτης, Αντρέας Φραγκιάς, Μάριος Χάκκας, Δημήτρης Χατζής, Αθήνα: Σοκόλης, 2001, σ.21.

5. Σ. Τριβιζάς, Το Πνεύμα του Λόγου, Αθήνα: Καστανιώτης, 2000, σ.89.

6. Η ίδια η ποιήτρια δήλωσε σε ραδιοφωνική εκπομπή πως για τον τίτλο εμπνεύστηκε από το ποίημα του Παπαδιαμάντη «Στον Πρόδρομον στον Ασέληνο», και ιδίως από την τέταρτη στροφή του ποιήματος: « Από την ερημία σου Άι μου Γιάννη/που ήχησε το πάλαι η φωνή σου/θυμήσου μας κ’ εμάς κ’ εμάς λυπήσου/ που λιώνομε μέσα σε μία ερημία/ γεμάτη από πληθυσμόν ανθρώπινον».

7. Π. Πρεβελάκης, Λογοδοσία Κρητικού συγγραφέα στους πατριώτες του, Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1981, σσ.27-28.

8. Χρ. Γιανναράς, «Αντιπαλεύεται η παρακμή;», Καθημερινή 8-9-2019.

9. Βλ. Μ. Κανατσούλη, O μεγάλος περίπατος του γέλιου. Tο αστείο στην Παιδική Λογοτεχνία, Aθήνα: Έκφραση, 1993, σσ.71-3.

10. Schwab, «Eισαγωγή», στο V. Jakelevitch, Ηθική Φιλοσοφία. Το βάρος της συνείδησης, Αθήνα: Ψυχογιός, 2003, σσ.13-44: 25.

11. Δ. Ν. Μαρωνίτη, «Παρανάγνωση, ανάγνωση, φιλολογική ανάγνωση ενός ποιήματος», στο Η διδασκαλία της σύγχρονης ποίησης στη μέση εκπαίδευση, Ξ. Κοκόλης, Τ. Πατρίκιος, Π. Σ. Πίστας, Λ. Κούσουλας, M. Saunier, Ν. Παρίσης, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: Εκπαιδευτήρια Ζηρίδη, 1978 (τυπ. Θυμέλη), σσ.147-168:159.

12. H. Cixous, «Γράφοντας τυφλά» στο Η δι-εκδίκηση της Barbie: Δοκίμια για τη γυναικεία γραφή, Αθήνα: Κοχλίας, 2002, σ.65.

* H Διονυσία Μαργαρίτη εργάζεται ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Αθηνών, στο ΑΠΘ και στο Παν. Ιωαννίνων.

Πηγή: fractalart.gr



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        
 

 







Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.