Το βαπόρι – της Νόνης Σταματέλου | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Τε, Νοε 18th, 2020

Το βαπόρι – της Νόνης Σταματέλου

vapori

Της Νόνης Σταματέλου

Ο χειμώνας ήταν βαρύς στο χωριό. Μπορεί εμείς να τον νοιώθαμε βαρύ αφού κρυώναμε στο σπίτι, στο σχολειό, ακόμα και στον ύπνο μας κρυώναμε.

Όταν νύχτωνε, θυμάμαι να φοβάμαι τους ίσκιους των δέντρων κάτω απ’ το φεγγάρι ή στο χλωμό φως του λυχναριού που η μάνα κρατούσε στο χέρι και περίμενε τον πατέρα να’ ρθει απ’ τη χώρα με το άλογο φορτωμένο.

Το χωριό μου δεν είχε ρεύμα ηλεκτρικό και διάβαζα στη λάμπα πετρελαίου. Οι αυλές ήταν πολύ σκοτεινές κι αυτό το σκοτάδι παλεύαμε να μετατρέψουμε μέσα μας σε φως καταφεύγοντας σ’ ένα βιβλίο, συχνά σ’ ένα συναξάρι απ’ αυτά που είχε η μάνα κρυμμένα στο μπαούλο με τα ρούχα, σε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη από κάποιο παλιό αναγνωστικό.

Κυρίως όμως, κάποιες μεγάλες νύχτες ή κάποια ήσυχα μεσημέρια, το κοίταγμα μέσα μας έμοιαζε ολόιδιο με κοίταγμα σε βαθύ πηγάδι. Άλλοτε τρόμος, άλλοτε γοητεία, κι ο εαυτός μας θηρίο που ξυπνούσε και κοιμόταν με την ίδια απροσδιόριστη λαχτάρα.

Το σπίτι αγνάντευε το Ιόνιο πέλαγος, δεν είχαν υψωθεί ακόμα μπροστά του άλλα σπίτια κι ο ορίζοντας ειδικά τις μέρες που είχε ξαστεριά, μπορούσε να αιχμαλωτίσει το βλέμμα μου ατέλειωτες ώρες, ακόμα και τώρα, έστω και πάνω απ’ τις απέναντι στέγες.

Ήταν η ηλικία που φύτεψε μέσα μου τον πόθο για ταξίδι, την ανάγκη να δω τί υπάρχει πέρα απ’ τον ορίζοντα. Τα χρόνια του δημοτικού. Που ήμουν πρωταγωνίστρια στις παρέες και μοναχική τις νύχτες που κατέφευγα στο μικρό μπλοκάκι της μέσα τσέπης.

Η θεολογία και η ποίηση μετά, έκαναν τον ορίζοντα ακόμα πιο απόμακρο και τη λαχτάρα να αγναντέψω πέρα απ’ αυτόν, πιο βαθιά.

Οι σκηνές απ’ τη ζωή μου στο σπίτι, οι φιγούρες των γονιών μου, το πρωινό ξεκίνημα των συγχωριανών για το χωράφι, μες σε κουδούνια και βελάσματα, μες στο κρύο, ο θέρος, το αλώνι, ο τρύγος, η βροχή στους χωματόδρομους, είναι μέσα μου πράγματα πολύ ιερά, σαν τις εικόνες που ιστορούν άγνωστα βυζαντινά εκκλησάκια της υπαίθρου…

Απ’ τις πιο ακριβές εικόνες που με ακολουθούν ακόμα, έχοντας χρώμα και ήχο, είναι εκείνη που η μάνα μας φώναζε να τρέξουμε στο παράθυρο να δούμε το βαπόρι!

Η εσωτερική ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια ήταν πολύ απότομη, χωρίς κουπαστή, αλλά την ανεβαίναμε πετώντας, άλλωστε τότε δεν ξέραμε τι θα πει πόνος στα γόνατα.

Αυτό γινόταν σπάνια, γιατί δεν ήταν πάντα καθαρός ο ορίζοντας ώστε να το διακρίνουμε. Το δρομολόγιο από Ιταλία ξέραμε ότι περνάει τακτικά, αλλά η ομορφιά ήταν στο ότι δεν ξέραμε πότε, ούτε αν θα μας επιτρέψει η ομίχλη να το δούμε, ούτε αν θα ακούγαμε στην απόλυτη σιωπή το μακρινό, μελαγχολικό του σφύριγμα. Το βαπόρι φαινόταν απλώς σαν μια οριζόντια γκριζωπή γραμμούλα με δυο απροσδιορίστου σχήματος εξογκώματα στο πάνω μέρος. Μπορούσαμε όμως να καταλάβουμε χωρίς να το έχουμε κουβεντιάσει με τους μεγάλους, ότι ήταν απ’ τα μεγάλα βαπόρια, αφού, το βλέπαμε απ’ το παράθυρό μας, αν και ταξίδευε στ’ ανοιχτά. Το δε σφύριγμά του το ακούω ακόμα μερικές νύχτες μέσα μου, σαν μια μακρινή και αμφίβολη υπόσχεση για κάτι πολύ προσωπικό και σπουδαίο.

Πίσω απ’ τα λιγοστά φώτα της Πρέβεζας, που αγναντεύαμε τα βράδια, απλωνόταν μια άγνωστη χώρα κι οι αποστάσεις φάνταζαν αλλιώς στα παιδικά μας μάτια.

Το βαπόρι περνούσε όλο τον χρόνο και προφανώς φαινόταν καλύτερα το καλοκαίρι, αλλά τον χειμώνα, που νύχτωνε νωρίς και τρέμαμε τις σκιές των δέντρων, ήταν μεγαλύτερη η ανάγκη μας να φύγουμε μακριά, σε άλλους κόσμους, σε πολιτείες με πολλά φώτα, σαν αυτές που περιγράφαμε στις εκθέσεις που με φαντασία σκαρώναμε κι οι δάσκαλοι μας κοίταζαν συχνά μ’ έκπληκτα μάτια. Φτωχά παιδιά με τόση φαντασία. Σ’ ένα μικρό ασήμαντο χωριό, στους Τσουκαλάδες Λευκάδας.

Απορούν σήμερα πώς απ’ αυτό το άγονο χωριό με τη γκρίζα πέτρα και το κόκκινο χώμα, προήλθαν τόσοι άνθρωποι που διακρίθηκαν στα γράμματα. Εκτός απ’ την ανέχεια και το όνειρο των γονιών να προκόψουν τα παιδιά τους, ήταν και μια δίψα να περάσουν εκείνον τον μακρινό ορίζοντα, να μορφωθούν, να ταξιδέψουν σε μεγάλους δρόμους με άσφαλτο και πολλά αυτοκίνητα.

Οι διηγήσεις των ξενιτεμένων που έρχονταν λίγες μέρες το καλοκαίρι, είχαν πόνο για τη ζωή που άφησαν στην πατρίδα, αλλά και μας καλλιεργούσαν την ελπίδα ότι το ταξίδι κάπου θα μας βγάλει, αν δεν είμαστε απλοί εργάτες. Σαν παιδιά ρουφούσαμε κάθε λέξη απ’ τις περιγραφές της ξένης χώρας, που ήταν η Γερμανία, η Αμερική ή Αυστραλία. Για τα τρένα, τα εργοστάσια, τις φωτογραφικές μηχανές, τα ωραία φορέματα, τις τεράστιες σοκολάτες, τα νυχτερινά κέντρα και άλλες απολαύσεις που δεν είχαν ακόμη φτάσει σε μας.

Είναι οι νύχτες του χειμώνα μεγάλες πάντα, καμιά φορά απαρηγόρητοι δεν κλείνουμε μάτι, γιατί φυσάει στα παράθυρα, φυσάει μέσα μας, φυσάει στον κόσμο. Εκείνες του καλοκαιριού είναι πλανεύτρες, ζεστές και ξένοιαστες, δεν βρίσκεις συχνά ησυχία να καθρεφτιστείς στο πηγάδι, ούτε να λυπηθείς για κάθε τι που χάνεται..

Τώρα, στου δρόμου τα μισά, που έχω ταξιδέψει αρκετά, σε χώρες μακρινές και σε νησιά, κοιτάζω με ευγνωμοσύνη πίσω και λέω πόσο ευλογημένα είναι τα ανθρώπινα όντα που με τις αισθήσεις τους και μόνο μπορούν να φτιάξουν ένα ολόκληρο σύμπαν, που χωρίς αυτό, ό,τι συναντήσουν στο ταξίδι της ζωής τους δεν θα πατάει στην παιδική αθωότητα που δίνει στα πράγματα το αληθινό τους νόημα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]


Displaying 1 Comments
Have Your Say
  1. Εξαίρετο κείμενο, σαν μια φέτα ζεστό ψωμί!

Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        







Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.