Ένα παλιό «υδραυλικό» ελαιοτριβείο | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Κυ, Σεπ 25th, 2022

Ένα παλιό «υδραυλικό» ελαιοτριβείο

6_elaiotriveio_dragano

Μέχρι το 1940 και ίσως και κάποια χρόνια αργότερα το κάμωμα της ελιάς στη Λευκάδα γινόταν με τη βοήθεια του αλόγου που γύριζε τις λίθινες πέτρες που πολτοποιούσαν τον καρπό της ελιάς. Όπως γράφει ο Πανταζής Κοντομίχης (Τα Γεωργικά της Λευκάδας, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1985): «Κάμωμα της ελιάς θα πει άλεσμα του ελαιόκαρπου στο λιτρουβειό. Γι΄ αυτό, και οι αποθηκευμένες, ανάλεστες, ελιές λέγονταν ακάμωτες. Είναι συνηθισμένες οι φράσεις: θα κάμω ελιές, έκαμα ελιές, πότε θα κάμεις ελιές, πόσες καμωσές ελιές έκαμες κλπ. Για να δώσει κανείς τις ελιές του στο λιτρουβειό, έπρεπε να ειδοποιήσει εγκαίρως, για να πάρει σειρά.

1_elaiotriveio_dragano

7_elaiotriveio_dragano

»Μετά τον πόλεμο του 1940 πολλά λιτρουβειά άλλαξαν όψη, συγχρονίστηκαν. Έτσι έχασαν και τη γραφική παλαιότητά τους. Εγκατέστησαν στα σπλάχνα τους αχόρταγες, βιαστικές και θορυβώδεις μηχανές και μαζί άλλαξαν και τ΄ όνομά τους. Έγιναν «υδραυλικά». Τούτη η μεταβολή της βίαιης απάρνησης του παρελθόντος στέρησε το λιτρουβειό από την ακατανίκητη αίγλη που είχε μια φορά κι έναν καιρό. Τι ήταν αυτό; Απλούστατα είχε προσωπικότητα, είχε ψυχή. Τώρα δεν έχει. Τελευταία ο συγχρονισμός έγινε πλήρης. Τώρα πάνε και τα «υδραυλικά». Οι μηχανές έγιναν ηλεκτροκίνητες και λειτουγούν αυτόματα. Πολλά σύγχρονα «ελαιοπιεστήρια» έγιναν συνεταιριστικά».

Το φωτογραφήσαμε στο Δράγανο Λευκάδας, όπου την ίδια μέρα μάθαμε ότι είχε ανακαινιστεί παλιότερα, επί δημαρχίας Μάκη Μελά, και διατηρείται σήμερα ένα παλιό ιππήλατο ελαιοτριβείο που θα μπορούσε να ήταν επισκέψιμο.

Ο Π. Κοντομίχης περιγράφει ως εξής τα παλιά ιππήλατα λιτρουβειά, ίχνη των οποίων είναι ακόμη διάσπαρτα σε πολλά μέρη του νησιού μας:

«Τα λιτρουβειά ήταν επιμήκη, χαμηλά και πέτρινα βιοτεχνικά κτίρια με πολύ γερή κατασκευή και στις εξής διαστάσεις: μήκος από 15 μέχρι και 25 μέτρα, πλάτος από 8 μέχρι και 15 και ύψος γύρω στα 3,50 μ. Είχαν μια μεγάλη κεντρική πόρτα, τοξοειδή απάνω και μια πισινή ακριβώς απέναντι, ως βοηθητική. Παράθυρα είχαν 4-5, από δύο στις επιμήκεις πλευρές και ένα σε μια από τις πλάγιες. Όλος ο εσωτερικός χώρος ήταν ελεύθερος, αβέρτος, όπως έλεγαν, και περιλάμβανε τις παρακάτω εγκαταστάσεις: α) την αλεστική ή αλώνι, όπου αλέθονταν οι ελιές με τα λιθάρια, β) τη μηχανή, όπου στίβονταν το ζυμάρι και γ) το βίντζι και παλιότερα ο αργάτης, εξαρτήματα έλξεως της μεγάλης μανιβέλλας της μηχανής. Στο χώρο αυτό υπήρχαν ακόμα το καζάνι για το βράσιμο του νερού, ο μεγάλος πάγκος για να γιομίζουν απάνω τα τσόλια με ζυμάρι, οι καπάσες και οι πίλες για την προσωρινή αποθήκευση του λαδιού και τα μέτρα. Τέτοια λιτρουβεία υπήρχαν σε όλα τα χωριά του νησιού και στην Πόλη. Υπολογίζομε ότι προπολεμικά υπήρχαν γύρω στα 170 λιτρουβειά στα χωριά και 10-15 στη Χώρα.

»Η αλεστική ή αλώνι, τοποθετημένη σε μια απ΄ τις δυο στενές πλευρές του λιτρουβειού, ήταν ένα είδος πέτρινης στρογγυλής εξέδρας σε ύψος 0,80 περίπου, γύρω από την οποία γύριζε το άλογο με τον αγωγιάτη του. Στο κέντρο του το αλώνι ήταν στρωμένο με ένα γρανιτένιο κυκλικό λιθάρι, που λεγόταν κατάστρα και πάνω σ΄ αυτό στρέφονταν τα λιθάρια, που ήταν από ένα μέχρι και τρία, συνηθέστερα όμως δύο. Από το κέντρο της κατάστρας ξεκινούσε το κατάρτι, η άλλη άκρη του οποίου κατέληγε στα μαδέρια της σκεπής, όπου και στηριζόταν σε ένα δοκάρι, που το ΄λεγαν ταμπάνι. Δίπλα στο κατάρτι βρισκόταν το λιθάρι, που συνδεόταν μ΄ αυτό ως εξής: Ένα μακρύ ξύλο, ο ζυγός, ξεκινούσε από το κατάρτι, περνούσε από το κέντρο του λιθαριού και έβγαινε ως ένα μέτρο πέρα από το αλώνι. Στην προέκταση αυτή ζευόταν το άλογο για να τραβάει προς τα εμπρός το ζυγό που με τη σειρά του κινούσε το λιθάρι. Από το σημείο ζέψεως στο ζυγό ξεκινούσαν δυο σκοινιά, τα ζυγόσκοινα, που κατέληγαν και δένονταν στη λαιμαριά του αλόγου, τη λεγόμενη γολάνα. Στα λιτρουβειά που είχαν 2 ή 3 λιθάρια το κατάρτι έμπαινε, φυσικά, στη μέση απ΄ αυτά, που τοποθετούνταν πάντοτε συμμετρικά και με τέχνη. Τα λιθάρια με τον καιρό φθείρονταν, τρώγονταν, γι΄ αυτό κάθε καλοκαίρι τους έκαναν, οι νοικοκυραίοι, το απαραίτητο χάραγμα με τον πίγκο. Τα λιτροβειολίθαρα αυτά που ήταν βέβαια ατόφια, τα κατασκεύαζαν ειδικοί λιθοξόοι τεχνίτες, μα η μεταφορά τους ήταν προβληματική. Τα μετέφεραν ή με μια ειδική ξύλινη συσκευή που ζεύονταν σ΄ αυτήν οι άνθρωποι, ή με το σύστημα των κυλίνδρων.

»Το άλεσμα της ελιάς γινόταν με απλό τρόπο. Ο αγωγιάτης ακολουθώντας το άλογο έρριχνε με το φτυάρι που κρατούσε στα χέρια του τον καρπό πάνω στην κατάστρα του αλωνιού απ΄ όπου περνούσαν τα λιθάρια και τον έλειωναν, κάνοντάς τον ζυμάρι. Το ζυμάρι αυτό, αφού το έλεγχαν με το χέρι τους, το μάζευαν σε μια ξύλινη μαστέλλα, τη λεγόμενη μαντζάρα, και το μεταφέρανε στην κάδη του πάγκου, απ΄ όπου έπαιρναν μ΄ ένα σιδερένιο πιάτο όσο ήθελαν και γέμιζαν τα τσόλια.

»Κι ερχόμαστε στη μηχανή, δηλαδή το πιεστήριο. Τα παλιά πιεστήρια ήταν εξ ολοκλήρου ξύλινα, κατασκευασμένα στο νησί από έμπειρους ξυλοτέχνες. Όλο το συγκρότημα ακουμπούσε σε βάση πέτρινη, ατόφια που την έλεγαν κάτω πλάντρα και είχε μήκος 2 μέτρα, πλάτος 1 και πάχος 0,60 περίπου. Στις δυο άκρες της πλάντρας μπήγονταν σε σκαλισμένες υποδοχές δυο χοντρά δοκάρια μήκους 3 μέτρων, που ακουμπούσαν ψηλά στα μαδέρια της στέγης. Αυτά τα ΄λεγαν αδράχτια ή κατάρτια και ήταν τετραγωνικά ως το ύψος του μισού μέτρου. Από κει και πάνω γίνονταν κοχλιωτά. Ψηλότερα υπήρχε μια άλλη πλάντρα, ξύλινη όμως, που είχε δυο τρύπες, μια σε κάθε άκρη της, απ΄ τις οποίες περνούσαν οι δυο άκρες των αδραχτιών. Η πλάντρα τούτη κρεμόταν απ΄ την οροφή με καρούλια και κατέβαινε ή ανέβαινε κατά την περίσταση. Προορισμός της ήταν να πιέζει τα τσόλια ή τα σφυρίδια, που ήταν γιομάτα ζυμάρι ελιάς. Στις δυο πάνω άκρες των καταρτιών ταίριαζε από ένα τρίποδο σφοντύλι με θηλυκό κοχλία για να βιδώνεται στο κοχλιωτό αδράχτι. Κάθε σφοντύλι είχε τρεις προεξοχές, ακτίνες. Σ΄ αυτές τις ακτίνες έβαναν αντιστύλι ξύλινες μανιβέλλες και τα βίδωναν προς τα κάτω. Καθώς αυτά κατέβαιναν, κατέβαινε και η πλάντρα που με τη σειρά της πίεζε τα τσόλια, τα ΄στιβε κι έβγαινε το λάδι.

»Η μηχανή αυτή είναι το πιο παλιό πιεστήριο που ξέρομε. Στα νεώτερα χρόνια, μετά το 1900 πάνω κάτω, άρχισαν σιγά-σιγά να τοποθετούνται σιδερένιες μηχανές, που τις έφερναν από την Ιταλία, κυρίως. Η νέα μηχανή είχε κι αυτή τα δυο αδράχτια και την πλάντρα αλλά δεν είχε τα σφοντύλια. Η πίεση στην πλάντρα γινόταν από την βίδα, έναν κοχλιωτό άξονα ανάμεσα στα δυο κατάρτια, που ανεβοκατέβαινε, καθώς βίδωνε στο βουβό, ένα επιστύλιο που ένωνε τα δυο αδράχτια. Πάνω από την πλάντρα η μηχανή είχε ένα άλλο εξάρτημα, την καστάνια, που σε μια υποδοχή της, τη χέρα, έμπαινε μια μεγάλη χοντρή ξύλινη μανιβέλλα, την οποίαν τραβούσαν με το βίτζι για να πιέζονται τα σφυρίδια. Τη μανιβέλλα τραβούσε προς το βίτζι ένα σχοινί που στη συνέχεια τυλιγόταν σ΄ έναν άξονα τοποθετημένον οριζόντια σ΄ αυτό. Για τη λειτουργία αυτή το βίτζι είχε δεξόζερβα δυο οδοντωτούς τροχούς και δυο μανιβέλλες αντίστοιχα με την περιστροφή τους. Καθώς γύριζαν οι τροχοί το σκοινί τραβούσε τη χοντρή μανιβέλλα, που με τη σειρά της κατέβαζε την πλάντρα. Το βίτζι το δούλευαν δύο εργάτες, λιτρουβιαραίοι. Σημειώνομε εδώ πως πριν βάλουν βίτζι είχαν άλλο μέσο έλξεως της μανιβέλλας, τον αργάτη. Δηλ. ένα τετράγωνο ή στρογγυλό περιστρεφόμενο μαδέρι, που άρχιζε από το δάπεδο και κατέληγε στα δοκάρια της οροφής. Τούτος ο άξονας σε ύψος ενός μέτρου περίπου είχε δυο τρύπες διαμπερείς έξω κι έξω, απ΄ όπου περνούσα δυο μικρότερα δοκάρια-μανιβέλλες σε οριζόντια θέση και σχημάτιζαν ένα είδος ανεμιδιού. Οι λιτρουβιαραίοι εδώ γύριζαν τις μανιβέλλες αυτές με φόρα και το σκοινί, τραβώντας τη χοντρή μανιβέλλα της μηχανής, τυλιγόταν στο χοντρό κάθετο μαδέρι του αργάτη.

»Τα τσόλια τα τοποθετούσαν το ΄να πάνω στ΄ άλλο μέσα σε μεταλλικό ταψί την τέψα τοποθετημένη πάνω στην πέτρινη πλάντρα της μηχανής ανάμεσα από τα δυο αδράχτια. Μπροστά στην τέψα υπήρχε το σκαφίδι, ξύλινη ή πέτρινη δηλ. σκάφη μέσα στην οποία διοχετευόταν το λάδι με τα υγρά του. Το σκαφίδι είναι χωρισμένο στα δύο. Στο ένα μέρος κρατιέται το λάδι και στο άλλο ο λιόσμος.

»Τα τσόλια που στήνονταν εκεί τα ΄λεγαν στάση. Σε κάθε στάση έβαναν 50 και περισσότερα τσόλια. Για κάθε στάση άλεθαν 13-14 λάτες (=μέτρα) ελιές. Κάθε λάτα χωράει 14-15 κοιλά ελιές. Από κάθε στάση έβγαιναν 5-6 μέτρα λάδι. Το κάθε μέτρο έχει 16 καρτούτσα (2,5 καρτούτσα = 1 οκά). Δυο στάσεις ελιές κάνουν μια καμωσά. Και όλη την ημέρα ένα λιτρουβειό έβγανε 3 καμωσιές = 6 στάσεις. Μετά το μέτρημα του λαδιού, που έκανε ο νοικοκύρης, ο καραβοκύρης του λιτρουβειού κρατούσε το ξάι του. Έπαιρνε από τα δέκα το ένα. Το λάδι το πήγαιναν στο σπίτι του νοικοκύρη, αν χρειαζόταν, οι λιτρουβιαραίοι. Οι ίδιοι με τ΄ άλογά τους κουβαλούσαν νύχτα και τις ελιές από το σπίτι στο λιτρουβειό.

»Τέλος σημειώνουμε πως, εκτός από την πλερωμή που έδιναν ως ξάι στο λιτρουβειό, ο νοικοκύρης ήταν υποχρεωμένος να κάμει και τα έξοδα στους λιτρουβιαραίους. Και το φαγητό που τους πήγαινε ήταν πάντα μπόλικο και καλομαγειρεμένο».

Πηγή: Πανταζή Κοντομίχη, Τα Γεωργικά της Λευκάδας, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1985.



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

         









Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.