
Έζησε τη ζωή της ανέμελα …

Σα γέρασε την παραπέταξαν σε μιαν άκρη παντέρημη και μόνη. Την έφαγε η μοναξιά, κανένας δεν την νοιάζοταν …

Μέρα τη μέρα της κόβονταν τα ύπατα, σάπιζε, διαλύονταν μέσα σε μια απάνθρωπη αδιαφορία. Δεν μπόρεσε ν΄ αντέξει και κραύγασε: ΚΑΦΤΑΙΜΕ, ΚΑΦΤΑΙΜΕ…