Έκθεση στη Λευκάδα για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Τσεχία
Λευτεριά ή Θάνατος. «Γίνε μέλος της Τσεχοσλοβακο-Ελληνικής Εταιρείας». Αφίσα που δημοσιεύτηκε από την Τσεχοσλοβακο-Ελληνική Εταιρεία 1946-1949
Σε εξέλιξη βρίσκεται στην Αίθουσα Τέχνης «Θεόδωρος Στάμος», στην πλατεία Μαρκά, μια έκθεση με τίτλο: «Δύο Ζωές, Δύο Πολιτισμοί, Δύο Χώρες. Οι Έλληνες στην τσεχική επικράτεια από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα».
Η έκθεση φωτίζει την πορεία και τις εμπειρίες των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων που βρέθηκαν στην Τσεχία, αναδεικνύοντας πτυχές μιας σημαντικής ιστορικής διαδρομής. Τελεί υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Τσεχικής Δημοκρατίας και είχε παρουσιαστεί το 2025 στην Αθήνα από τον Τσέχικο Σύνδεσμο Ελλάδος (Czech Association in Greece), με αφορμή τη συμπλήρωση 75 χρόνων από το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα Ελλήνων προσφύγων προς την τότε Τσεχοσλοβακία.
Η διοργάνωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ίδρυμα Hellenika και το Μουσείο Μοραβίας στο Μπρνο, με την υποστήριξη του Επίτιμου Προξενείου της Τσεχικής Δημοκρατίας στη Λευκάδα. Μια έκθεση που αξίζει να επισκεφθεί κανείς, συνδέοντας την ιστορία με τη μνήμη και τον πολιτισμό. Διάρκεια έκθεσης: έως Τρίτη 28 Απριλίου 2026. Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 10:00–14:00 & 17:00–20:00
Η έκθεση είναι χωρισμένη σε 14 θεματικές ενότητες. Στην ενότητα «Διατήρηση της Γλώσσας» διαβάζουμε:
«Τα πρώτα χρόνια, τα παιδιά των μεταναστών διδάσκονταν στο σχολείο μόνο στη μητρική τους γλώσσα. Με τη μετάβαση στο τσεχικό εκπαιδευτικό σύστημα, η διδακτική ύλη στη μητρική γλώσσα καθορίστηκε από το σχολείο. Με απόφαση του υπουργείου Παιδείας, το 1962, η διδασκαλία αυτή λαμβάνει πλέον χώρα ως εθελοντική απογευματινή μάθηση και στη συνέχεια ως εξωσχολικές δραστηριότητες. Στις περιοχές όπου η ελληνική κοινότητα αριθμούσε περισσότερα μέλη δημιουργήθηκαν οι λεγόμενες ελληνικές σχολές. Συνήθως μία φορά την εβδομάδα τα παιδιά ενίσχυαν εκεί τις γνώσεις τους, μάθαιναν τη γραπτή μορφή της γλώσσας, την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό. Με τη συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας στην Τσεχοσλοβακία μειώθηκαν και οι δυνατότητες παρόμοιας διδασκαλίας.
Δίπλα στην οργανωμένη δραστηριότητα, η ελληνική γλώσσα αποτελούσε για την πρώτη γενιά που γεννήθηκε εδώ αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Ωστόσο, η αυξανόμενη επαφή με την τσεχική κοινωνία είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από τη διγλωσσία, και την παθητική χρήση των ελληνικών. Στους μεικτούς γάμους συχνά τα ελληνικά δεν χρησιμοποιούνταν καθόλου. Στην παρακμή συνέβαλε και η επιστροφή σημαντικού μέρους των εξορίστων στην πατρίδα. Στην εξωσχολική εκπαίδευση συμμετείχαν ολοένα και λιγότεροι, οι οποίοι εφάρμοζαν τις γνώσεις τους μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Αλλαγή επέφερε η συχνότερη επαφή με την Ελλάδα στα τέλη του 20ού αιώνα και μία αναγέννηση της ελληνικής μειονότητας.
«Έχουμε παιδιά που ίσως δεν ξέρουν καθόλου ελληνικά, μετά έχουμε παιδιά που ξέρουν μόνο ελληνικά, μετά παιδιά που ξέρουν και τις δύο γλώσσες, εμείς λοιπόν προσπαθούμε να τα συνδυάσουμε όλα μαζί και να τα διατηρήσουμε μέσα τους την ελληνική συνείδηση, η οποία δυστυχώς, πιστεύω, χάνεται αρκετά». (Κατερίνα Σπασλάσοβα, 1983).
Η διατήρηση, η ανάπτυξη και η προώθηση του ελληνικού πολιτισμού και της γλώσσας, καθώς και η μετάδοση τους στους απογόνους αλλά και η παρουσίασή τους στην πλειοψηφία της τσεχικής κοινωνίας, αποτελεί στόχο των μειονοτικών οργανώσεων. Τη δεκαετία του 1960 υπήρξε για λίγο η Ένωση Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων στην Τσεχοσλοβακία. Μετά τη λεγόμενη Βελούδινη Επανάσταση το 1989, άρχισαν να δημιουργούνται ανεξάρτητες οργανώσεις – η Ένωση Ελληνικών Κοινοτήτων, που περιλαμβάνει σήμερα 14 ανεξάρτητες κοινότητες, η Ελληνική Κοινότητα της Πράγας, το Λύκειο Ελλήνων στην Τσεχική Δημοκρατία και το Ίδρυμα Hellenika. Στις περισσότερες από αυτές λειτουργούν χορευτικά και φολκλορικά συγκροτήματα. Παράλληλα με αυτές λειτουργούν παρόμοιοι μεμονωμένοι σχηματισμοί και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, που εξασφαλίζουν τη διατήρηση των ελληνικών χαρακτηριστικών παρά τις τάσεις παγκοσμιοποίησης διεθνώς.
«Οι δικοί μας μιλούσαν μαζί μας μόνο ελληνικά, που ήταν λάθος, γιατί με έβαλαν στο νηπιαγωγείο και την πρώτη μέρα με άφησαν εκεί, κι όταν ήρθε η μαμά μου να με πάρει, οι δασκάλες στην πόρτα τρομοκρατημένες της είπαν: «Κυρία Χαραλαμπίδου, κυρία Χαραλαμπίδου ξεχάσατε να μας πείτε ότι το παιδί δεν ξέρει Τσεχικά». (Κώστας Χαραλαμπίδης, 1965)»
















































































