Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: «Κάποτε στο Μάτι…» Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: «Κάποτε στο Μάτι…»

mati_attikis

«ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ»
του Χρήστου Σκιαδαρέση, Φιλολόγου, Μέλους της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών

Στη μνήμη των θυμάτων
των φονικών πυρκαγιών

Κάποτε στο Μάτι όλα ήταν ψηλαφητά στην όραση και στην ακοή.

Τις άνοιξες και τα καλοκαίρια, κάτω απ’ το χρυσαφί φως, οι μέλισσες ανέμιζαν φορτωμένες με τη συγκομιδή τους.

Πασχαλιές και γιούλια απλώνονταν απεριποίητα, ανάμεσα σε γαϊδουράγκαθα και ζιζάνια.

Έστηνες το ένα αυτί στο χώμα κι αφουγκραζόσουν τις πατημασιές των ζώων.

Κι έστηνες τ’ άλλο στον αέρα κι «έπιανες» το δίπλωμα των βλασταριών από τα πολύβουα ζουζούνια.

Τον ψίθυρο των φύλλων, που τρεμούλιαζαν στην άκρη των κλώνων.

Η χλόη κρόσσιαζε στα πόδια σου.

Τα πεύκα σκίαζαν τις ρίζες τους και όποιον περιηγητή δρασκέλιζε το ξερό χορτάρι.

Μέσα σε τόση φυλλωσιά, έχανες κι αυτά ακόμη τα χνάρια των μονοπατιών.

Στραβοκάνιαζες πατώντας σε τόσο φουρτουνιασμένη πρασινάδα.

Απ’ την τριγύρω μαρμαρυγή ζάρωνες τα μάτια, καθώς ο ολοζώντανος -στο διαβαθμισμένο του κόκκινου- ήλιος γλιστρούσε ανάμεσα στα φυλλώματα και εισχωρούσε ως τα κατάβαθα της όρασης.

Σε στράβωνε, θαρρείς, με όλη του τη δύναμη. Σε τύφλωνε.

Καλοκαίρια βγαλμένα από κάποιο παραμύθι.

Καμωμένα από περίσσεια χάρη, πορφυρά, αλαφροΐσκιωτα, αιθέρια.

Κάποτε στο Μάτι όλα ήταν ψηλαφητά στην όραση και στην ακοή.

Μια ομορφιά η φύση, ένα τεράστιο χαμόγελο, γαληνεμένο.

Έσκυβες με βαθιά υπόκλιση στο μεγαλείο της.

Τα σπουργίτια και τα λογιών λογιών πετούμενα πτύχωναν τον ουρανό.

Στο χώμα το χορτάρι ανάβρυζε σαν πίδακας και σου στεφάνωνε τα γόνατα.

Σα δυο χέρια που μοχθούσαν να σ’ αγκαλιάσουν.

Τα δέντρα από πάνω πύκνωναν σχηματίζοντας αδιαπέραστους φράκτες, σε μια άναρχη κατατομή.

Πεταλούδες λικνίζονταν αμέριμνες στο φύσημα του αγέρα.

Σε προϋπαντούσαν όπου κι αν κατευθυνόσουν.

Πραγματική φαντασμαγορία, αληθινή έκπληξη το συναπάντημά σου μαζί τους.

Αλάφρωνε η ψυχή σου μέσα σε εκείνο το περιβόλι. Διαλυόταν κάθε βουρκωμένη σου έγνοια.

Κάθε τύραννος – λογισμός.

Κάποτε στο Μάτι όλα ήταν ψηλαφητά στην όραση και στην ακοή.

Μέχρι που η ύβρις, αυτή η αρρώστια της οίησης, ξεπέρασε τα μέτρα, έγινε θράσος, κατάρα και καταδίκη.

Η αλαζονεία και η φρούδα μεγαλοσύνη μας μάς ξεπέρασε, μας έκανε μισάνθρωπους και υπερόπτες.

Αταλάντευτους και μεγαλόφρονες.

Οχτρούς του οικοσυστήματος.

Ρυπαντές και οικοπεδοφάγους.

Κάναμε την Ελλάδα μας ένα απέραντο Real Estate.

Βάλαμε σε κάθε πέτρα της πωλητήριο.

Σε κάθε εκατοστό της τίτλο κυριότητας.

Διαμερίσαμε τα ιμάτιά της και τα βάλαμε στον κλήρο.

Φάγαμε του σκασμού, σαν κτήνη φάγαμε, ό,τι είναι υλικό και διαμοιράσιμο, μα ούτε στάλα δεν φαίνεται να χορτάσαμε.

Και πώς να χορτάσουμε, όταν όλα τα θυσιάσαμε για το ένα˙ το χρήμα.

Σκάψαμε όλη τη γη, αποψιλώσαμε όλα τα δάση, ασβεστώσαμε κάθε λαγκαδιά, μπαζώσαμε κάθε ρέμα, ξεριζώσαμε κάθε συστάδα, για να βρούμε εκείνο το λίγο χρυσάφι, με το οποίο θα αγοράζαμε τα πάντα. Και μυαλό δεν βάλαμε.

Εγκαταλείψαμε και εξολοθρέψαμε τα πάντα ένεκα του ενός.

Και ενώ μας δόθηκαν όλα απλόχερα απ’ τον Φιλεύσπλαχνο Θεό και τη μητέρα φύση, εμείς δεν αναπαυτήκαμε, γινήκαμε απαιτητικοί, φιλοχρήματοι, άπληστοι, τα περιφρονήσαμε όλα, τα ξεπαστρέψαμε όλα, για αυτό το ένα.

Παρακάμψαμε συντάγματα, καταστρατηγήσαμε νόμους, πατήσαμε επί πτωμάτων, χρηματίσαμε πολεοδόμους, μηχανικούς, τοπογράφους.

Και έπειτα αναρωτιόμαστε γιατί η ζωή μας πήρε έκτοτε την κάτω βόλτα, πήγε χαμένη, στον βρόντο, στράφι.

Τώρα ατενίζουμε το απόμακρο κοκκινωπό μαβί του στερεώματος και δεν βγάζουμε λέξη.

Συνάνθρωποί μας λαμπάδιασαν σαν τα μελισσοκέρια, ξεψύχησαν σαν τα γέρικα πουλιά.

Σαν τα σκυλιά στ’ αμπέλια πήγαν χαμένοι, σαν τα πουλάκια τα πληγωμένα, που άφησαν την ύστατή τους ανάσα μέσα στ’ αποκαΐδια και την τέφρα.

Στο θανατηφόρο θερμικό φορτίο.

Απωθεί η μυρουδιά του κάρβουνου και της στάχτης. Η αλήθεια να λέγεται.

Καμία άλλη γήινη μυρουδιά -εξίσου αποκρουστική- δεν μπορεί να της παραβγεί.

Όλα μουντά πια στο Μάτι.

Βυθισμένα στο θάμπος.

Καμιά ηλιαχτίδα δεν διαπερνά τούτο το πορφυρόμαυρο σύννεφο.

Κανένα θέμα συζήτησης, καμία ραστώνη δεν αλαφρώνει -έστω μία σπιθαμή- την καρδιά.

Ο καπνός ανεβαίνει ολόισιος απ’ τον πρώην οικισμό στον ουρανό.

Οι φλόγες ακόμη καίνε. Ακόμη τρεμογέρνουν απ’ τα πολλά μποφόρ.

Όπως το φως της λάμπας ενός πετρόλαδου.

Όπως η σβησμένη λάμψη τόσων και τόσων ματιών, που εκλιπαρούν, άδολα και υγρά, για το ακατόρθωτο πια.

Μέχρι να συνηθίσουν κι αυτά το μισόφωτο.

Τέτοιες πληγές δεν γιατρεύονται με αλοιφές, πρακτικές ιατρικές ή κουδουνίσματα θυμιατών.

Είναι πολύς ο πόνος που μαζεύτηκε σε τούτο το χώμα. Τόσος που σουβλίζει το κορμί, το σπαράζει.

Μέσα στις πυρωμένες λαμαρίνες και τις δημοσιές, τόσοι αδικοχαμένοι άνθρωποι, εξαϋλωμένοι και αγγελικοί.

Μόνο μουγκοί μένουμε και σφίγγουμε τα σαγόνια, σα να χάσαμε κάθε επαφή με την πραγματικότητα ή τη λογική.

Τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, η ευτυχία στους ανθρώπους κρατά όσο μια στιγμούλα, όσο το ανοιγόκλειμα ενός ματιού˙ ή μιας αυλαίας.

Γιατί φορά μονίμως μαύρο φράκο, μαραίνεται γρήγορα, σαν την ομορφιά, και αφανίζεται εύκολα, σαν την πάχνη.

Τώρα πια στο Μάτι όλα είναι θαμπόγκριζα στην όραση και βουβά στην ακοή.

Πιο ξέθωρα κι απ’ τον πιο αχνό κι άτονο ουρανό.

Πιο κούφια κι απ’ το θρόισμα ενός πετάλου που πέφτει.

Αλήθεια, θα ξανακροταλίσουν ποτέ τα κλωνιά;

Θα ξαναφυσήξει της ζωής η πνοή;

Ο Δημιουργός το γνωρίζει.

Και μόνο Αυτός.


                    
    
     










Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.