Ένα σχόλιο στο ποίημα “Ευχαριστώ”, της κας Κατερίνας Λιβιτσάνου-Ντάνου
Γράφει η Χριστίνα Μιχαλά
(Ένα σχόλιο στο ποίημα “Ευχαριστώ”, της κας Κατερίνας Λιβιτσάνου-Ντάνου)
Σε έναν κόσμο που μας εκπαιδεύει στην αχόρταγη απαίτηση, η ποιήτρια επιλέγει την αντεπίθεση της ευγνωμοσύνης. Το δικό της «ευχαριστώ» δεν είναι μια παθητική αποδοχή, αλλά η δύναμη εκείνη που μας επιτρέπει να πλέουμε κόντρα στα κύματα του κυνισμού και της απελπισίας.
Το γεγονός ότι η κα Κατερίνα Λιβιτσάνου-Ντάνου δημοσιεύει το ποίημα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για τη λέξη «ευχαριστώ», αμέσως μετά την αρχή του χρόνου, του δίνει έναν χαρακτήρα πνευματικού προγραμματισμού. Έρχεται να μας θυμίσει ότι η ευγνωμοσύνη δεν είναι μια λέξη κοινωνικής ευγένειας, αλλά μια ριζοσπαστική στάση ζωής. Είναι μια κατάθεση της ψυχής της που μετατρέπει τη φιλολογία σε βιοθεωρία.
Αντί για τις συνηθισμένες «αποφάσεις» του νέου έτους που αφορούν την απόκτηση πραγμάτων, προτείνει μια αλλαγή βλέμματος.
Το «ευχαριστώ» στη σελίδα 42 του βιβλίου της γίνεται η «πυξίδα» για να βγει η χρονιά (και η ζωή) με αξιοπρέπεια και ήθος.
Αυτό που κάνει στην πραγματικότητα είναι να επανανοηματοδοτεί την ανθρώπινη ήττα. Πίσω από την απλότητα των λέξεων, προβαίνει σε τρεις ριζοσπαστικές κινήσεις:
1. Καταργεί τον Ναρκισσισμό της Απαίτησης.
Η ποιήτρια «γκρεμίζει» το σύγχρονο είδωλο του ανθρώπου-ιδιοκτήτη. Εκεί που ο σύγχρονος πολιτισμός μας ψιθυρίζει ότι «δικαιούμαστε τα πάντα», εκείνη μας υπενθυμίζει ότι δεν μας οφείλεται τίποτα. Μετατρέπει το άτομο από έναν οργισμένο «εισπράκτορα» της ζωής σε έναν ταπεινό «λήπτη» δώρων. Το «ευχαριστώ» της είναι η δήλωση υποταγής στην ομορφιά του απρόβλεπτου.
2. Μετατρέπει την Τραγικότητα σε Παιδαγωγία.
Η ποιήτρια κάνει κάτι εξαιρετικά βαθύ: δεν μας παρηγορεί, μας μυεί στις αντιθέσεις και μας προσγειώνει με σοφία.
Χρησιμοποιεί το «όμορφο» ως δόλωμα για να μας οδηγήσει στην αποδοχή του «δύσκολου». Μας δείχνει το άρωμα των λουλουδιών για να αντέξουμε το σκοτάδι, και μας δείχνει τη λύπη για να εκτιμήσουμε το χαμόγελο. Μας μαθαίνει ότι η λύπη δεν είναι μια βλάβη στη μηχανή της ευτυχίας, αλλά το απαραίτητο «μελάνι» για να γραφτεί η ιστορία μας. Αποδεχόμενη τον κάματο και τη μελαγχολία, αφαιρεί από πάνω τους το δηλητήριο της απελπισίας και τα μετατρέπει σε εργαλεία Αυτογνωσίας.
3. Συμφιλιώνει το Εφήμερο με το Αιώνιο
Η ποιήτρια στέκεται στο «Λυκόφως» (τη στιγμή που το φως πεθαίνει) και αντί να θρηνήσει, ευχαριστεί. Αυτό είναι το απόγειο της πράξης της: μας εξοικειώνει στη θνητότητα. Μας λέει ότι η αξία ενός πράγματος δεν κρίνεται από το αν διαρκεί για πάντα, αλλά από το ότι υπήρξε. Το «ευχαριστώ» της είναι μια «μικρή πρόβα θανάτου» που όμως, αντί να φέρνει φόβο, φέρνει γαλήνη. Εκεί που ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθει ηττημένος, η ποιήτρια ανακαλύπτει το εργαλείο της Αυτογνωσίας.
Εν κατακλείδι:
Η ποιήτρια μεταστοιχειώνει την επιβίωση σε Ύπαρξη. Η ευγνωμοσύνη εδώ είναι πολεμική. Είναι η απόφαση να μείνεις όρθιος στον αγώνα, αναγνωρίζοντας ότι η ζωή -παρά τις πληγές της- σου έχει ήδη χαρίσει περισσότερα από όσα αντέχεις.
Μας παίρνει από το χέρι και μας δείχνει ότι ο «καλύτερος Άνθρωπος» δεν είναι αυτός που δεν λυγίζει ποτέ, αλλά αυτός που, ακόμα και λυγισμένος στο δικό του «μετερίζι», έχει τη δύναμη να αναγνωρίσει ότι η ζωή -με όλες τις πληγές της- παραμένει ένα ανεκτίμητο δώρο.
Είναι, τελικά, μια πράξη ελευθερίας: Γιατί όποιος μπορεί να πει «ευχαριστώ» για τη λύπη του, δεν μπορεί να υποδουλωθεί από κανέναν πόνο.
Με αυτές τις σκέψεις, το «Ευχαριστώ» από τη συλλογή «Κόντρα στα κύματα» δεν μας ζητά απλώς να νιώσουμε καλύτερα. Μας καλεί σήμερα, 11 Ιανουαρίου, να είναι αυτή η σελίδα 42 η δική μας πνευματική αφετηρία για μια χρονιά γεμάτη φως, αυτογνωσία και αληθινή Ύπαρξη.
Ένα «ευχαριστώ» στην εκλεκτή ποιήτρια… Γιατί πήρε αυτή την απλή, καθημερινή λέξη που προσπερνάμε και την έκανε ξανά προσευχή, όπλο και φως. Την ευχαριστούμε που μας έμαθε να τη σταματάμε στα χείλη μας, πριν την αφήσουμε να χαθεί στην ταχύτητα της μέρας.










































































