Οι Ηγούμενοι του Μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου στους Σκάρους Λευκάδας (Πρώτο Μέρος) Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

Οι Ηγούμενοι του Μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου στους Σκάρους Λευκάδας (Πρώτο Μέρος)

agios_georgios_skaron

Του Σπύρου Π. Σούνδια*

Ερχόμενοι οι Ενετοί στη Λευκάδα και γενόμενοι κύριοι στο νησί (6 Αυγούστου 1684) προβήκαν σε μεγάλες μεταβολές σχετικά με τη διοίκηση. Οι υπάρχουσες συνθήκες και οι συσχετισμοί ήταν πολύ διαφορετικοί από την πολιτική τους. Φυσικά η εκκλησία και τα μοναστήρια, σαν σημαντικά ερείσματα της κοινωνίας και οικονομίας, έπρεπε να πάρουν την ρότα της αλλαγής. Πολλοί ήταν αυτοί που αγωνίστηκαν από τους εντοπίους να απαλλαγεί το νησί από την Τουρκοκρατία και στους οποίους βασίστηκε η νέα τάξη των πραγμάτων.

Όμως και μέγα στίφος που ακολούθησε το Μοροζίνη με την έφοδο και ύστερα, μεταξύ των οποίων και Κεφαλλονίτες επικαλούμενοι τη ρεβάνς. Εγκατασταθέντες στη Λευκάδα οι Κεφαλλονίτες ερμήνευαν σαν ανταπόδοση την διαρπαγή που έκαναν με εκείνη των άτακτων Τουρκαλβανών που εγκαταστημένοι στο Κάστρο της Λευκάδας και το «Borgo» δίπλα, εξορμούσαν και διάρπαζαν τους τόπους περίγυρα και την Κεφαλλονιά. Και τώρα βρήκαν το πρόσχημα της ανταπόδοσης.

Για να πάρει δε χαρακτήρα σταυροφορίας ο Μοροζίνης υποχρέωσε τον αρχιερέα της Κεφαλλονιάς και Ζακύνθου Τιμόθεο Τυπάλδο να συνεκστρατεύσει μαζί του, μαζί με τους διοικητές του νησιού της Κεφαλλονιάς, που κατείχαν και ο δεσπότης με τους παπάδες που επιθυμούσαν μαζί με πολλούς τυχοδιώκτες ακολούθησαν το Μοροζίνη.

Από τότε πολλές Κεφαλλονίτικες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στη Λευκάδα. Ο πόλεμος σέρνει πάντα μαζί του πολύ τυχοδιωκτισμό. Και ως πρώτη σημαντική πράξη στα εκκλησιαστικά είναι η αντικατάσταση του πρωθιερέα του νησιού Παρθενίου με τον Άνθιμο Μαρίνο (1686), ηγουμένου τότε του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Λιβάδι της Καρυάς.

Ο Παρθένιος ήταν δεσπότης από το 1674. Η οικογένεια αυτή των Μαρίνων, παλιά ιταλική φάρα, είχε εγκατασταθεί στη Λευκάδα πριν το 1400 και ποτέ δεν συμβιβάστηκαν με την ερχόμενη Τουρκοκρατία.

Ας θυμηθούμε το Στάθη Μαρίνο, που, αφού κατέφυγε στην Ιταλία δεν έπαψε να διακονεύει στις αυλές των δυνατών της Δύσης την εκδίωξη των Τούρκων και την απελευθέρωση της Ελλάδας αλλά και ειδικά της Λευκάδας (1623 Διάταγμα του Νέβερ κ.ά.). Έτσι με τη σειρά τους οι Ενετοί τον δικαίωσαν, γιατί τους ενέπνεε εμπιστοσύνη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έλαβε τέλος και η έριδα μεταξύ Παρθενίου-Ανθίμου.

Άλλη πράξη των Βενετών ήταν ο διορισμός επιτρόπων στα διάφορα κέντρα, διοικητικά και οικονομικά. Τα μοναστήρια τότε ήταν δυνατοί κοινωνικοί και οικονομικοί οργανισμοί. Η τακτοποίηση των τυχοδιωκτών αυτών είχε διπλό χαρακτήρα, πρώτα γιατί τακτοποιούνταν οι δικοί τους άνθρωποι, που γαύγιζαν ασίγαστα να καταφάνε ότι σε ακμή ευρίσκονταν και γιατί οι άνθρωποί τους ήταν το αυτί και το μάτι στα τεκταινόμενα.

Ο Αλέξανδρος Μπαρμπαρίγος τακτοποιήθηκε ως επόπτης κατ’ αρχήν στην Κόκκινη Εκκλησιά (Μοναστήρι) και αργότερα και στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στους Σκάρους και ως συμβολαιογράφος του δημοσίου. Ως ηγούμενος δε μετά το 1688 ο Ιερομόναχος Ιωνάς Βανδώρος, γόνος παλιάς ιταλικής οικογένειας εγκατεστημένης στην Κεφαλλονιά, όπως γράφει ο Τσιτσέλης στα Κεφαλληνικά του Σύμμεικτα, ακολούθησε και αυτός το Μοροζίνη και εγκαταστάθηκε στην Εγκλουβή σε κτήματα των Τούρκων που εγκατέλειψαν φεύγοντας για την Άρτα. Κατά τον Ηλία Τσιτσέλη, Κεφαλληνιακά Σύμμεικτα τόμος Β’ σελ. 483, στο Κτηματολόγιο της μεσαιωνικής Κεφαλλονιάς του 1212 αναφέρονται τα επίθετα Βανδώρος (Βανδόρος), Βεντούρας, Βαφέας, Δευτεραίος, Μαχαιράς, Καμπάς κ.ά., επίθετα που βρίσκονται ύστερα και στη Λευκάδα.

Την μαρτυρία έχουμε και από τις συμβολαιογραφικές πράξεις του Τζώρτζη Τζερμπάνη νοταρίου τότε 1680-1696 που αναφέρει: 1695 Νοεμβρίου 27. Την σήμερον ενεφανίσθησαν παρόν εμού του νοταρίου ο ευλαβέστατος κυρ Θεοφάνης (Γαβριήλ) Δανιάς και ο ευλαβέστατος παπάς κυρ Ιωαννίκιος Σούντιας, οι οποίοι μου είπανε να γράψω το πως εις δύναμιν του μαντάτου του αφεντός πρεβεδούρου δίνουν και τη συνεργεία του ευλαβεστάτου παπά κυρ Ιωάννου Βαντώρου, ηγουμένου του Αγίου Γεωργίου στους Κάρους και της Κυράτζας Αναστασίας Μολφέταινας το κλεδί της Κασέλας, όπου το είχε στα χέρια του ο αυτός παπάς κυρ Θεοφάνης Δανιάς…

Εδώ πρόκειται για μια κασέλα όπου ο αποθανών στον Άη Γιώργη που κατέφυγε ιερομόναχος, Μεθόδιος Μολφέτας είχε μέσα σ’ αυτή τα ιερά του και ό,τι πολύτιμο έφερε μαζί του από την πόλη (Λευκάδα). Μετά το θάνατό του με τις ενέργειες της αδελφής του Αναστασίας στο Βενετσάνο προβλεπτή δίνεται η άδεια να ανοιχτεί η κασέλα, όπως και έγινε ενώπιόν της και να παραδοθούν τα υπάρχοντα σ’ αυτήν που ήταν και η κληρονόμος.

Ο Βανδώρος έμεινε στον Άη Γιώργη ως ηγούμενος δέκα χρόνια 1688-1698. Στην περίοδο αυτή τίποτα το εξαίρετον δεν έχομε να αναφέρομε παρά μόνον την αναστάτωση που προκλήθηκε από το νέο κανονισμό για το λειτουργικό μέρος και την συμπεριφορά του κλήρου. Αυτός ο κανονισμός είναι φορτωμένος από υποδείξεις και εντολές με τα λαμβάνοντα χώρα στην Κεφαλλονιά, που είναι επηρεασμένη από τον καθολικισμό. Η Ορθοδοξία είχε και έχει μια μακρά φωτισμένη παράδοση από μεγάλα πνεύματα. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Άνθιμος Μαρίνος στο μοναστήρι του Άη Γιάννη του Προδρόμου στο λιβάδι της Καρυάς, που έζησε και σαν καλόγηρος και ως ηγούμενος δεν γνώριζε αυτή την παράδοση. Εκλέγεται όμως με την προϋπόθεση να οδηγήσει τα εκκλησιαστικά πράγματα του νησιού στα μέτρα των κατακτητών. Κάθε του πρωτοβουλία και κίνηση εγκρίνεται ή απορρίπτεται αφού περάσει από την λατινική πρέσσα. Αυτό δεν μπορούν να το χωνέψουν εύκολα οι πεισματάρηδες καλόγηροι των μοναστηριών του νησιού.

Η αμφισβήτηση αυτή διαίρεσε τους καλογήρους σε δυό ομάδες, τους διαλλακτικούς και τους αδιάλλακτους και στη διάσταση αυτή θα προκύψουν και άλλα υπάρχοντα προβλήματα, όπως π.χ. η εκλογή του αρχιεπισκόπου του τόπου και θα τους οδηγήσει σε επίμαχες θέσεις και έριδες ως την ελληνική Επανάσταση του 1821 που εκεί λόγω του μεγάλου προβλήματος θα τους αναγκάσει να παραμερίσουν τις διαφορές τους και θα ενωθούν για το φλέγον ζήτημα.

Το ζήτημα της αλλαγής κατά το Καταστατικό του Ανθίμου Μαρίνου σε ορισμένες ιερατικές πράξεις και εθιμοτυπίες έλαβαν χώρα μετά το 1700 και κατ’ αρχήν εφαρμόστηκαν στις εκκλησίες της πόλης όπου η επήρεια της διοίκησης ήταν αμεσότερη. Για διοικητικά θέματα όμως, όπως την εκλογή του ηγουμένου και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων κάθε μοναστηριού, παρά την επίμονη προσπάθεια της διοίκησης των Ιταλών, ποτέ δεν θα μπορέσει να βρει τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, εν προκειμένω του μοναστηριού που ήταν και η βασική τους επιδίωξη και τα λοιπά μέτρα που εισηγούνταν το νέο Καταστατικό δεν θα εφαρμοστεί κατά την εισήγησή του, αλλά ανάλογα με τη διάθεση και τα συμφέροντα των εκκλησιαστικών συμβουλίων των μοναστηριών.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αντίλαλοι απ΄ τους Σκάρους», που εκδίδει ο Σύλλογος Αλεξανδριτών Αττικής)

(Συνεχίζεται)

* Ο Σπύρος Πάνου Σούνδιας είναι φιλόλογος, ιστορικός.



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

      











Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.