Βρετανικά στρατεύματα στην Πάτρα (1944)
Τα βρετανικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στην Πάτρα από τα ξημερώματα της 4ης Οκτωβρίου 1944. «Εμπρός για την κατάκτηση της ΛΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», «Θέλουμε ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ», γράφουν κάποια από τα πανό των διαδηλωτών… Πολύ γρήγορα όμως θα αποκαλυφθεί ο ύπουλος ρόλος των Βρετανών «απελευθερωτών» στην Ελλάδα.
Το βίντεο δεν έχει ήχο και είναι από αχρησιμοποίητο υλικό του «Pathé News» ή του γνωστότερου σήμερα ως «British Pathé», που παρήγαγε από το 1910 έως το 1970 κινηματογραφικά επίκαιρα και ντοκιμαντέρ
«Τα βρετανικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στην Πάτρα από τα ξημερώματα της 4ης Οκτωβρίου 1944. Πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν προς την Κόρινθο και κατευθύνονταν προς την Αθήνα. Στις 12 Οκτώβρη που απελευθερώθηκε η πρωτεύουσα από τους Γερμανούς, Άγγλοι αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν το αεροδρόμιο της Ελευσίνας και στις 14 του μηνός έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα οι πρώτες λιγοστές βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες τις επόμενες ημέρες ενισχύθηκαν. Στις 18 Οκτωβρίου έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα ο Γ. Παπανδρέου -και η κυβέρνησή του- μαζί με τον Βρετανό στρατηγό Σκόμπυ. Από εκείνη τη στιγμή και μετά στην Ελλάδα υπάρχει δυαδική εξουσία η οποία τυπικά έχει θεσμοθετηθεί με την συμφωνία του Λιβάνου, την συμμετοχή ΕΑΜιτών υπουργών στην κυβέρνηση Παπανδρέου και την συμφωνία της Καζέρτας.
Ποιες ήταν οι δύο αυτές παράλληλες και ταυτόχρονες εξουσίες; Από την μία πλευρά ήταν η πραγματική λαϊκή εξουσία που στηριζόταν στην ενεργό συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και εκφραζόταν μέσα από τα όργανα του ΕΑμικού κινήματος αντίστασης: Δηλαδή το ΕΑΜ, την κυβέρνηση του Βουνού (ΠΕΕΑ), τον ΕΛΑΣ, την Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη και όλες τις υπόλοιπες λαϊκές οργανώσεις. Από την άλλη πλευρά ήταν η εξουσία της αστικής τάξης που εκφραζόταν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Αυτή η εξουσία δεν έχει καμία δύναμη πλην εκείνης που της έδιναν η ανοχή του ΕΑΜικού κινήματος και φυσικά τα βρετανικά στρατεύματα που είχαν εισέλθει στη χώρα.
[…] Κύριος στόχος των Εγγλέζων και της ντόπιας αντίδρασης, από την πρώτη στιγμή της απελευθέρωσης, ήταν η ισχυροποίηση της εξουσίας τους, στις απελευθερωμένες περιοχές – πρωτίστως στην πρωτεύουσα και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη χώρα. Ενδοιασμούς για το πως θα προχωρούσαν στην υλοποίηση των στόχων τους δεν είχαν. Αξιοποίησαν στο έπακρο την διάθεση του ΕΑΜικού κινήματος για ομαλές ειρηνικές εξελίξεις, αποκομίζοντας έτσι τα μέγιστα των ωφελημάτων που ήταν δυνατόν να έχουν. Ταυτόχρονα έκαναν ότι μπορούσαν για να μην προχωρήσει η εκκαθάριση της χώρας, και του κρατικού μηχανισμού από τους δωσίλογους, τους συνεργάτες των Γερμανών και τις ακροδεξιές- φασιστικές οργανώσεις. Διατήρησαν δηλαδή όσο μπορούσαν ανέπαφο το κράτος των κουΐσλιγκς ως βάση και στήριγμα της εξουσίας τους γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι γερμανοντυμένοι, οι προδότες, οι φασίστες και οι κάθε λογής δωσίλογοι ήταν ο μόνος -και ταυτόχρονα ο αναγκαίος γι’ αυτούς- σύμμαχος ενάντια στο δημοκρατικό λαό, στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Υπάρχει πλήθος ιστορικών στοιχείων που επιβεβαιώνει πως έτσι είχαν τα πράγματα. Θα σταθούμε μόνο σε μία μαρτυρία.
Ο στρατηγός Θρ. Τσακαλώτος, υπήρξε τότε διοικητής της περιβόητης Ορεινής Ταξιαρχίας και στη συνέχεια πρωταγωνίστησε στον εμφύλιο πόλεμο 1946-1949 ως ηγετικό στρατιωτικό στέλεχος στον κυβερνητικό στρατό. Αναφερόμενος στην περίοδο μετά την απελευθέρωση και συγκεκριμένα στην πραγματική αποστολή της στρατιωτικής διοίκησης Αττικής υπό τον στρατηγό Σπηλιοτώπουλο, λέει στα απομνημονεύματά του: «Πρώται ενέργειαι της Στρατιωτικής διοικήσεως ήσαν η οργάνωσις Επιτελείου, ο εξοπλισμός και στρατιωτική οργάνωσις των Εθνικών Ομάδων, η σύνταξις ενός σχεδίου ενεργείας προβλέποντος την διατήρησιν της περιοχής των Αθηνών». Και συνεχίζει ο στρατηγός Τσακαλώτος: «Αι απόρρητοι διαταγαί της Κυβερνήσεως είναι κατηγορηματικαί: Καμμία εμπιστοσύνη εις τον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ και καμμία συνεργασία δια την τήρηση της τάξεως. Ατυχώς, μερικοί ανώτεροι αξιωματικοί δεν πειθαρχούν έχοντες την γνώμην, ότι εφ΄ όσον 5 υπουργοί του ΕΑΜ συμμετέχουν εις την Κυβέρνησιν, πρέπει η τάξις να τηρηθή και δια των Μονάδων αυτού. Η τοιαύτη αντίληψις αποκρούεται με αγανάκτησιν και λαμβανονται κυρώσεις εναντίον των. Δια τον συντονισμόν των ενεργειών, φθάνει ο Βρεταννός συνταγματάρχης Σέπερτ, ως σύνδεσμος του Σκόμπυ μετά του Στρατιωτικού Διοικήτου (σ.σ. του Σπηλιωτόπουλου δηλαδή). Συνεργάζονται αρμονικώτατα και προσφέρουν εξαιρετικάς υπηρεσίας δια την επιτυχίαν του αγώνος της απελευθερώσεως. Δυστυχώς, με το αίμα του, κατά τον Δεκέμβριον, οπότε φονεύεται, επισφραγίζει την αγάπη του προς την Ελλάδα. Τα Τάγματα Ασφαλείας ευρίσκονται εις δυσχερεστάτην θέσιν, διότι έχουσι αποκηρηχθή υπό της Κυβερνήσεως ως προδοτικά. Καταλλήλως, όμως, ο Στρατιωτικός Διοικητής τα ειδοποιεί να συνεχίσωσι τας υπηρεσίας των με την δήλωσιν -ουχί ακρίβή- ότι θα τύχωσι συγνώμης. Χρειάζονται αυτά ως αντίπαλοι κατά του ΕΑΜ, το οποίο επιμόνως ζητεί την διάλυσίν των». (Πηγή)












































































Ιστορικά ο στρατιωτικός – στρατιώτης αρέσκετο να αυτοαποκαλείτο ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος – είναι μια αντιφατική κατάσταση.
Ήταν νομιμόφρων Βασιλικός στρατιωτικός και αντίθετος από τον ΙΔΕΑ , από την ίδρυσή του άκόμα στην Μέση Ανατολή.
Ήταν ταυτόχρονα δριμύς απέναντι στον εξ ίσου βασιλικό νομιμόφρονα Αλέξανδρο Παπάγο τον οποίο θεωρούσε ουσιαστικά στρατιωτικό του Gran Brettania και των σαλονιών. Μάλιστα υπήρξε και υπερασπιστής δικαζόμενου σε στρατοδικείο στρατιωτικού, απέναντι στην βούληση του Παπάγου που ήθελε την καταδίκη του δικαζόμενου στρατιωτικού.Και αυτό το πλήρωσε με την εν νυκτί αποστράτευσί του – την πρώτη μέρα- αμέσως όταν ανέλαβε πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Παπάγος. Λίγο πρίν είχε ο Θ. Τσακαλώτος είχε κλειθεί νύχτα στο παλάτι από τον άνακτα Παύλο και την Φρειδερίκη, με σκοπό να συλάβει σιδηροδέσμιο το Παπάγο, όταν αυτός – ο Παπάγος – αθέτησε την΄άποψή του απέναντι στον άνακτα Παύλο και την φρειδερίκη και πολιτεύτηκε , ενώ μέχρι τότε καθησύχαζε τον άνακτα Παύλο, ότι δεν επρόκειτο να πολιτευτεί. ( Φυσικά τα χρόνια αυτά , αρχή της δεκαετίας του 1950, ο Παπάγος δεν ήταν μέγεθος που μπορούσε να συληφθεί από νεώτερο στην Στρατιωτική Ιεραρχία και ηλικία , συναδελφό του. Για τούτο και ο Θ. Τσακαλώτος απάντησε στον άνακτα , ότι: » αυτό μεγαλειότατε με μένα δεν γίνεται».
Ταυτόχρονα και την αρχή του 1949 , δέχτηκε την εντολή του Παπάγου για να ηγηθεί του Εθνικού στρατού έναντι των ανταρτών στον Γράμμο, ενώ αρχικά αντιδρούσε και ένεκα των τεταμένων ως τότε σχέσεων των.
Ακόμα και σε μεγάλη ηλικία , στην τηλοψία, ο γηραιός Θ. Τσακαλώτος την δεκαετία του 1980 ( απεβίωσε το 1989), ουσιαστικά ψέγει το Παπάγο , για την στάση του συνολικά ως αρχιστράτηγος του Ελληνικού στρατού κατά την επίθεση του Ιταλικού στρατού το 1940 έναντι της Ελλάδος.
Η κόντρα του με τον Παπάγο έλαβε ακόμα και ιδεολογική΄προσωπική διάσταση, μια και ο Θ. Τσακαλώτος αρνήθηκε την προσφορά του οικοπέδου που του αντιστοιχούσε στον οικισμό Παπάγου της Αττικής, του οποίου η εδαφική έκταση διανεμήθηκε από τον Αλ. Παπάγο ως Πρωθυπουργός, στους στρατιωτικούς για την ανέγερση κατοικιών.
Ασφαλώς και οι δύο στρατιωτικοί Αλ. Παπάγος και Θρ. Τσακαλώτος ήταν νομιμόφρονες στο στέμα αξιωματικοί.
Η καταγωγή των όμως και η προέλευσί των ήταν διαφορετική.
Μεγαλύτερος ηλικιακά 15 περίπου χρόνια ο Παπάγος, προήρχετο από την όποια αρχοντική τάξη της Ελλάδος την δεκαετία του 1880 ( γεννηθείς το 1883) και σπούδασε στην καριερίστικη στρατιωτική σχολή του Βελγίου του Ιππικού. Αντίθετα ο Θρ. Τσακαλώτος γεννηθείς στην Πρέβεζα όχι από ευκατάστατη οικογένεια και ως νέος βρέθηκε μέχρι και την Αίγυπτο σε συγγενή του για να επιβιώσει ακολούθησε για το στρατιωτικό επάγγελμα.
Η κοινωνική προέλευση των ( του Τσακαλώτου και του Παπάγου) ήταν διαφορετική. Και αυτή η διάσταση δεν γεφυρώθηκε ποτέ.