Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Σκάρων στις αρχές του 1860 μέσα από τα μάτια του Άγγλου περιηγητή David Thomas Ansted
Το μονοπάτι από το μοναστήρι προς τις κορυφές των Σκάρων είναι δυσδιάκριτο και ο οδηγός μου ήταν λιγότερο πρόθυμος να συνεχίσει απ’ όσο ήμουν εγώ. Όταν είχα διανύσει πάνω από τη μισή διαδρομή, αμφέβαλλα για την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσω και, ενώ περίμενα κάποια πληροφορία, άκουσα να με φωνάζουν. Τότε έμαθα ότι, λίγο αφότου είχα φύγει από την Αμαξική, ο πρωτοϊερέας του χωριού που βρίσκεται πιο κοντά στους Σκάρους, πληροφορημένος για τις κινήσεις μου, με είχε ακολουθήσει με τα πόδια από ένα πολύ συντομότερο αλλά εξαιρετικά τραχύ μονοπάτι για μουλάρια και, τρέχοντας, είχε καταφέρει να με φτάσει. Ο φτωχός ήταν σχεδόν εξαντλημένος, αλλά επέμενε να μου δείξει τα πάντα. Ήταν ξύπνιος όλη νύχτα, δεν είχε φάει τίποτα άλλο παρά λίγο ψωμί και μερικές ελιές, αλλά ο υπερβολικός σεβασμός και η εκτίμησή του τον ώθησαν να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να είναι χρήσιμος στον φίλο του Εφέντη. Όταν μου έδειξε όλες τις ομορφιές του βουνού και επέστρεφε, τον έπεισα με δυσκολία να εκμεταλλευτεί το μουλάρι μου και να κατέβει στο μοναστήρι.
Τα περισσότερα βουνά των Ιονίων νήσων έχουν κάποιο θρησκευτικό οίκημα είτε στην κορυφή είτε στο πλησιέστερο κατάλληλο σημείο. Ορισμένα είναι μεγάλα και κατοικούνται μόνιμα· άλλα χρησιμοποιούνται μόνο κατά τη διάρκεια ενός μέρους του έτους, όταν μια γιορτή του πολιούχου αγίου είναι πιθανό να προσελκύσει μεγάλο πλήθος κόσμου. Λίγα είναι κατοικίες προσαρμοσμένες μόνο για έναν ή δύο μοναχούς ή μοναχές· και άλλα δεν είναι παρά απλά ασκηταριά. Λίγα από αυτά έχουν διατηρηθεί μέχρι πρόσφατα στο παλαιό τους ύφος και, όπως συμβαίνει στις ρωμαιοκαθολικές χώρες, κυκλοφορούν σκανδαλώδεις ιστορίες για όσα συνέβαιναν όταν ένα ανδρικό μοναστήρι και ένα γυναικείο μοναστήρι γειτνίαζαν.
Τίποτε τέτοιο δεν έχει αμαυρώσει την καλή φήμη του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου Σκάρων. Το κτήριο είναι μεγάλο και προσφέρει ικανοποιητική φιλοξενία για ξένους. Σήμερα κατοικείται μόνο από δύο μοναχούς, σεβάσμιους, καλοσυνάτους και ευφυείς ηλικιωμένους άνδρες, που γνωρίζουν λίγα και ενδιαφέρονται ελάχιστα για τον κόσμο έξω από το μοναστήρι. Η κατοικία τους είναι βολική, ασφαλής και υγιεινή. Διαθέτουν όλες τις λογικές ανέσεις και είναι πρόθυμοι, καθώς και ικανοί, να φιλοξενήσουν ξένους σε περίπτωση ανάγκης.
Επειδή το μοναστήρι βρίσκεται στο βουνό, απαιτείται να είναι οχυρωμένο τόσο απέναντι στους ληστές όσο και στους λύκους. Είναι περιτειχισμένο και διαθέτει διπλές πύλες. Κατά την είσοδο υπάρχει μια μικρή αυλή. Από τη μία πλευρά βρίσκεται το παρεκκλήσι, μεγάλο σε αναλογία με τον πληθυσμό, και γύρω από τις άλλες δύο πλευρές βρίσκονται τα κελιά. Αυτά είναι απολύτως λιτά και πολύ φτωχά επιπλωμένα. Απέναντι από το παρεκκλήσι βρίσκεται η τραπεζαρία, ή αλλιώς το δωμάτιο σίτισης, και αυτό χρησιμεύει ως χώρος επιπλέον φιλοξενίας σε περίπτωση ανάγκης. Κοντά του υπάρχουν υπνοδωμάτια για τους ξένους και τα κελιά, ή δωμάτια, των μοναχών. Αυτά είναι μικρά και συχνά δεν είναι παρά γυμνοί τοίχοι με μια στέγη, μια τρύπα στον τοίχο για να μπαίνει αέρας και φως και μια πόρτα για την είσοδο. Το δάπεδο είναι χώμα· όμως αυτό δεν αποτελεί μεγάλη δυσκολία σε ένα ζεστό κλίμα· και καθώς οι Έλληνες όλοι ντύνονται ζεστά, μπορούν να αντέξουν το πρόσκαιρο κρύο που μερικές φορές παρουσιάζεται.
Έχω ήδη αναφέρει ότι μόνο δύο μοναχοί κατοικούν μόνιμα στο μοναστήρι των Σκάρων και ότι είναι ευχάριστοι, με έντιμη εμφάνιση και φιλόξενοι. Μόλις μπήκα, με υποδέχθηκαν θερμά, με πολλές χειραψίες, και προχώρησα στο παρεκκλήσι, όπου μου έδειξαν τις διάφορες εικόνες. Έπειτα με οδήγησαν στην τραπεζαρία και κάθισα σε ένα είδος καναπέ, με τους δύο ιερείς να κάθονται απέναντί μου, ενώ ένας υπηρέτης ετοίμαζε καφέ. Πρώτα μου έφεραν μια καράφα με λίγο ρακή. Δοκίμασα λίγη, ανακατεμένη με νερό, και τη βρήκα πολύ δροσιστική. Σύντομα ακολούθησε ο καφές και μαζί του μισή ντουζίνα φέτες ψωμιού που είχαν αποξηρανθεί στον αέρα ή στον ήλιο τόσο πολύ ώστε να είναι απολύτως σκληρές και τραγανές και σχεδόν μουχλιασμένες. Αυτό το αποξηραμένο ψωμί είναι ένα είδος παξιμαδιού. Ο καφές ήταν εξαιρετικός.
Αφού τον απόλαυσα, ζήτησα να δω ένα συγκεκριμένο χειρόγραφο Ευαγγελίου, για το οποίο είχα ακούσει, και τόσο αυτό όσο και ένα ακόμη, που βρισκόταν στην κατοχή των μοναχών, μου παρουσιάστηκαν. Και τα δύο ήταν άριστα γραμμένα και σε εξαιρετική κατάσταση διατήρησης· όμως δεν ήταν παλαιά. Τα είδη αυτών των αξιοπερίεργων αντικειμένων που ίσως υπήρχαν κάποτε στα ελληνικά μοναστήρια έχουν από καιρό εξαφανιστεί στα Ιόνια νησιά και, πράγματι, εκτός από το Άγιον Όρος και λίγα ακόμη μέρη, ελάχιστα μπορούμε να μάθουμε από τέτοιους χώρους φύλαξης, όσον αφορά την Ευρώπη.
Οι μοναχοί είναι απλοί και ευχάριστοι άνθρωποι, και τους βλέπει κανείς με ευχαρίστηση. Πιστεύουν στη θρησκεία τους και πράγματι τηρούν τις νηστείες τους, χωρίς αμφιβολία προς μεγάλη ταπείνωση της σάρκας· όμως οι παλαιού τύπου άγαμοι ασκητές αυτού του είδους είναι λίγοι σε αριθμό και φαίνεται να εκλείπουν σταδιακά. Είναι αδύνατον να διανύσει κανείς μεγάλη απόσταση προς οποιαδήποτε κατεύθυνση χωρίς να συναντήσει κάποιο κτήριο αφιερωμένο σε θρησκευτικούς σκοπούς· όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτά τα κτήρια χρησιμοποιούνται μόνο μία φορά τον χρόνο, με την ευκαιρία της εορτής του αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένα.
Πριν φύγω από το μοναστήρι των Σκάρων, μου ζητήθηκε να δώσω το όνομά μου, το οποίο έγραψα με ελληνικούς χαρακτήρες. Καθώς είχα προηγουμένως διαβάσει ένα ή δύο εδάφια από το Ευαγγελίου σε ένα από τα χειρόγραφα, διαπίστωσα ότι θεωρήθηκε πολύ αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μπορούσα να διαβάζω και να γράφω την ελληνική γλώσσα, αν και δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω ούτε να καταλάβω τα ρωμαίικα. Αυτό ερχόταν σε τέλεια αντίθεση από τη συνήθη κατάσταση των πραγμάτων στη χώρα, όπου όλοι βεβαίως μιλούν αλλά πολύ λίγοι διαβάζουν και γράφουν, ώστε θεωρήθηκε πραγματικό φαινόμενο.
* Ο Άγγλος γεωλόγος και περιηγητής David Thomas Ansted γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1814 και πέθανε στο Μέλτον (Woodbridge, Suffolκ) το 1880. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο Καίμπριτζ και στα 1840 έγινε καθηγητής της Γεωλογίας στο κολλέγιο Κινγκ του Λονδίνου. Το 1845 ανέλαβε καθηγητής της στρατιωτικής σχολής του Addiscombe και αργότερα δίδαξε στο κολλέγιο Putney του Λονδίνου. Ο Ansted δημοσίευσε εκτός από διάφορα επιστημονικά έργα και αρκετά ταξιδιωτικά από τις διάφορες περιηγήσεις του. Το 1863 ταξίδευσε στα Ιόνια Νησιά. Πέρασε και από τη Λευκάδα. Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι αυτό τις δημοσίευσε σε βιβλίο που εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο στο Λονδίνο με τίτλο «The Ionian Islands in the year 1863».
Στην ευρύτερη περιοχή της κοινότητας Αλεξάνδρου ο Άγγλος περιηγητής επισκέφτηκε μεταξύ άλλων το δάσος των Σκάρων, το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που είναι χτισμένο στους πρόποδες του δάσους πιο πάνω από το χωριό Κολυβάτα, καθώς και το μοναστήρι των Αγίων Πατέρων, κοντά στο χωριό της Νικιάνας, που το περιγράφει χωρίς να το κατονομάζει, και στο οποίο θα αναφερθούμε κάποια άλλη φορά.
Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου εγκαταβιούσαν δύο μόνο δύο μοναχοί. Φαίνεται, ότι το άλλοτε από κάθε άποψη εύρωστο μοναστήρι, είχε αρχίσει να παρακμάζει. Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε ότι η Λευκάδα βρισκόταν ακόμη μαζί με τα άλλα Ιόνια νησιά υπό αγγλική κατοχή, που είχε φροντίσει για το οικονομικό ξεζούμισμα και των μοναστηριών. Αποτελούσαν ένα «ανεξάρτητο» κράτος-προτεκτοράτο, τις «Ηνωμένες Πολιτείες των Ιονίων Νήσων», υπό την προστασία της Βρετανίας. Με Σύνταγμα από το 1817 για το οποίο ο Σίδερις είχε γράψει σχετικά με αυτό: “Το Σύνταγμα τούτο συγκροτεί ουχί κυρίαρχον πολιτείαν… αλλά κράτος προτεκτοράτον της Μεγάλης Βρετανίας και στρατιωτικώς κατεχόμενον υπ’ αυτής”.









































































