Μερικές σκέψεις με αφορμή το βιβλίο «Π’τήδεια, π’τήδεια καμάρ’μ’» | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Πα, Αυγ 28th, 2026

Μερικές σκέψεις με αφορμή το βιβλίο «Π’τήδεια, π’τήδεια καμάρ’μ’»

kourtis_vivlio

Γράφει η Ευαγγελία Κούρτη

Διαβάζοντας το πρόσφατο βιβλίο του Μίμη Κούρτη, «Π’τήδεια, π’τήδεια, καμάρ’μ’», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οσελότος, τα συναισθήματα πηγαία και αβίαστα θα σε κατακλύσουν: συγκίνηση, λύπη, χαρά, αισιοδοξία, νοσταλγία, ευχαρίστηση κι απόλαυση και φυσικά αν είσαι και Λευκαδίτης θα ταυτιστείς εν πολλοίς με τις ηρωίδες και τη χροιά που αποπνέει ο λόγος τους, ο τρόπος με τον οποίο εκφέρεται σαν να αλέθεται και να ζυμώνεται κι αυτός πάνω στα χοντρά λιθάρια της Εγκλουβής, στους βόλτους, αλλά και στο πέρασμα του χρόνου που με τη δική του μυλόπετρα επιδρά καταλυτικά στις ζωές των ανθρώπων, στη γλώσσα, στην ικμάδα της και στην ομορφιά της.

Το βιβλίο ανοίγει μια μεγάλη χαραμάδα στο παρελθόν. Τοπιογραφία γλώσσας και ζωής. Παλίμψηστο του ορεσίβιου πληθυσμού που μέσα στα στενά όρια του χωριού, της μικρής κοινωνίας, και δέσμιος των πατροπαράδοτων πατριαρχικών συνθηκών έπρεπε να ζήσει ο ίδιος και ταυτόχρονα να αναστήσει -θα λέγαμε- την ίδια του τη χώρα από τις στάχτες της.

Οι ιστορίες ζωντανεύουν έναν άλλο κόσμο, φτωχό μα εφευρετικό, συμπονετικό και ταλαιπωρημένο μα και αστεϊζόμενο, θυμωμένο μα αγωνιστή, που παρ’ όλες τις κακουχίες και τα παθήματα διακωμωδεί τα ίδια του τα βάσανα.

Πηγαίνοντας αρκετά πίσω στο παρελθόν, οι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να παράγουν μόνοι τους τα πάντα, να έχουν αυτάρκεια σε όλα τα αγαθά. Κάθε σπίτι ήταν μια οικοτεχνία. Κάθε γυναίκα απηχούσε μια πολυδιάστατη προσωπικότητα. Οι ρόλοι της ήταν τόσοι πολλοί και κρίσιμοι για την επιβίωση της κοινότητας που της προσέδιδαν αρχοντιά και μιαν εσωτερική σοφία. Ας σκεφτούμε μόνο τη λευκαδίτικη βελονιά, μια τέχνη που απαιτούσε ακρίβεια, υπολογισμό, κανόνες γεωμετρίας που καμία δεν γνώριζε. Συμβολικά η Γυναίκα των χωριών της Λευκάδας ήταν η ίδια καμωμένη από τέχνη, αφού η κορμοστασιά, το στητό βάδισμα ως τα γεράματα, οι ικανότητες και οι δεξιότητές της παρέπεμπαν σε ιερατική μορφή.

Οι απλές γυναίκες του βιβλίου, ως άλλες αριστοφανικές ηρωίδες, διακωμωδούν και διακωμωδούνται, υπερπηδούν τα εμπόδια της καθημερινότητας με την εφευρετικότητα, την ατζαρδοσύνη τους, την κατάφαση της ζωής, παρόλο που η πορεία της δικής τους ζωής παραμένει δέσμια των συνθηκών του μικρού χωριού τους και ευρύτερα του νησιού.

Δεν είναι τυχαίο που η «παραγωγικότητα» και η ζωντάνια του λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος όπως το γνωρίσαμε τις δεκαετίες του ’60 και του ‘70 ή παλαιότερα ήταν σύμφυτο ή ακολουθούσε την παραγωγικότητα των ανθρώπων, την εξέλιξή τους και την εφευρετικότητά τους. Έκρυβε μέσα του όλη τη σοφία και την εμπειρία που αποκτήθηκε με τα χρόνια. Και όχι μόνο αυτό.

Η γλώσσα, το ιδίωμα δηλαδή, ήταν ο «φέρων οργανισμός», η αποτύπωση μιας σκληρής ζωής, όπου το δράμα και η κωμωδία ήταν αλληλένδετα, μπορούσε η ζωή ενός ανθρώπου και κατ’ επέκταση όλης της κοινότητας να περάσει πολύ εύκολα από το ένα άκρο στο άλλο. Γι’ αυτό -κατά τη γνώμη μου και εντελώς υποκειμενικά- το λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα εμπεριέχει μιαν υπερβολή, που το κάνει ξεχωριστό.

Η «υπερπραγματικότητά του» αντιστοιχεί σε αυτήν της ποίησης. Η πραγματικότητα αδυσώπητη κι η γλώσσα κατ’ ανάγκην όχι μόνο θα ταυτιζόταν αλλά και θα την ξεπερνούσε φτιάχνοντας εξωτερικά, φωναχτά, αλλά και στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων το δικό της κόσμο, τη δική της «φωλιά», όπου όλα θα μπορούσαν να ειπωθούν εντυπωσιακά, μεγεθύνοντας τα συναισθήματα ή αμβλύνοντας τις τραγωδίες και τη σκληρότητα της ζωής.

Έτσι λοιπόν μέσα από αυτές τις μικρές ιστορίες του συγγραφέα αντιλαμβανόμαστε την ποιητικότητα, τη γνήσια εικονοπλαστική δύναμη του ιδιώματος που χωρίς υπερβολή είναι το ίδιο μια πηγή πρωτογενούς ποίησης. Μην ξεχνάμε ότι και η λαϊκή ποίηση της Λευκάδας, που κατέχει ξεχωριστή θέση στη Λευκαδίτικη Γραμματεία, απ’ αυτό το ιδίωμα εκκινεί.

Ο Διονύσιος Σολωμός, επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο μετά το τέλος των σπουδών του στην Ιταλία, όχι μόνο κατέγραφε τις λέξεις που άκουγε αλλά πλήρωνε τους φτωχούς για να «αγοράσει» άγνωστες σε αυτόν λέξεις. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να διασφαλίσει ότι η ποίησή του θα περιέχει όλον τον λεκτικό πλούτο του ζωντανού λαϊκού ιδιώματος μακριά από τεχνητά αρχαιοπρεπή σχήματα. Κι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ως μέγας διανοητής που έχει σκύψει όσο λίγοι πάνω απ’ τον ελληνικό πολιτισμό, περιέχει αυτή τη σκηνή στην ταινία του «Μια αιωνιότητα και μια μέρα».

Οι ρίζες λοιπόν του παρελθόντος πάνε βαθιά, γι’ αυτό θεωρώ πολύ σημαντική την καταγραφή της προφορικότητας της γλώσσας εκείνης της εποχής, τη σύνδεση της νέας γενιάς με αυτήν όχι ως κατάλοιπο αλλά ως τρόπο να νοηματοδοτήσει τη ζωή και τη δική της γλώσσα που σίγουρα διαφέρει, όμως παραμένει στεγνή και αφυδατωμένη στα γρανάζια της τεχνοκρατικής κυρίως αντίληψης για τη ζωή.

Η πολύπλευρη και δίχως όρια κρίση στον ελληνικό και διεθνή χώρο, ίσως είναι η αφορμή να αναζητήσουμε τις διεξόδους αλλά και τις εξόδους από αυτήν. Και ο λαϊκός πολιτισμός έχει να προσφέρει πολλά.

Ένα γνήσιο ταξίδι στο χρόνο και στο παρελθόν προσφέρουν και οι καλογραμμένες ιστορίες του Μίμη. Οι «παλαιοί» θυμούνται και οι νεότεροι μαθαίνουν τις ρίζες τους και την ιστορία τους!

Καλοτάξιδο, να βρει τη θέση του στην καρδιά κάθε αναγνώστη!

Ευαγγελία Κούρτη

kourtis_vivlio



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>