Σαν προσευχή νύχτας καλοκαιριού – Η Φαρμακολύτρια – Σκέψεις μετά…
Της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού
Σαν νυχτερινή μυσταγωγική λειτουργία έμοιαζε εκείνη η βραδιά στο Πέραμα του Καλλιγωνίου Λευκάδας, έξω από τον ερειπωμένο ναό του Άι-Γιώργη, τρυπωμένον σε μια ταπεινή τώρα γωνιά, έξω από τη βαβούρα και τον εξωτισμό του αυγουστιάτικου καλοκαιριού. Μια “φυσική τεχνική” ρύθμισης του φωτισμού μάς περνάει αθόρυβα από το μούχρωμα της δύσης στο αραιό κι έπειτα πυκνότερο σκοτάδι της νύχτας, που ποτέ όμως τα καλοκαίρια δεν είναι βαθιά και σκληρή. Πλήθος ανθρώπων είχε κατακλύσει τον χώρο, προσκυνητές θα έλεγες του Άι-Γιώργη, της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, του Παπαδιαμάντη και της τέχνης του. Φθίνων μηνίσκος το φεγγάρι θα «σκιαγραφεί» το φυσικό σκηνικό και θα κανοναρχεί τα ψυχικά συμβάντα των λογοτεχνικών ηρώων και του συμμέτοχου κοινού.
Για άλλη μια φορά ο Δημήτρης Βερύκιος, δεξιοτέχνης στο να ανασύρει τη συγχρονία μέσα από την κλασικότητα της λογοτεχνίας, θα μεταγγίσει ανθρώπινους φόβους, προλήψεις, δεισιδαιμονίες και γητειές, όλο αυτό το μαγικό υλικό της ανθρώπινης ψυχής, σε συστοιχία με το πάθος του έρωτα, σε μιαν αφηγηματική παρτιτούρα αρχέγονης ψυχογραφικής μυθοπλασίας. Η Φαρμακολύτρια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, διήγημα που γράφεται το 1900, είναι ένα έργο γεμάτο αντιθέσεις: η πίστη απέναντι στην αμφιβολία, η επιθυμία απέναντι στην εγκράτεια, η θεραπεία απέναντι στην αποδοχή του πόνου. Ο Παπαδιαμάντης, έχοντας ανασκάψει ένδον γνωρίζει πώς θα μιλήσει για τον άνθρωπο και τα «πάθια» του και πώς θα προσφέρει στον αναγνώστη την αναμέτρηση του ήρωα με τον ίδιο του τον εαυτό. Η χαμηλότονη αίσθηση ότι ο πόνος μπορεί να γίνει μέρος της ζωής του ήρωα και η βιωμένη αλήθεια του πόνου τόσο δυνατή όσο η αλήθεια της ζωής, είναι ίσως η πιο συγκλονιστική διάσταση στην ανέλιξη του έργου. Γι’αυτό ο λόγος του συγγραφέα, παύει να είναι απλώς λογοτεχνικός και γίνεται σχεδόν βιωματικός.
Ο Παπαδιαμάντης, με τη «Φαρμακολύτρια», δεν αφηγείται μονοσήμαντα μια ιστορία πίστης και έρωτα. Μέσα από μια πειστική ηθογραφία, όπου κυρίαρχο στοιχείο δεν είναι το εξωτερικό περίβλημα της δράσης, αλλά η εσωτερική, παλλόμενη μέσα στις συγκρούσεις της, διάσταση του ήρωά του, καταδύεται στην ανθρώπινη ψυχή και στον αγώνα του ανθρώπου απέναντι στα πάθη, στον έρωτα, στη μοναξιά και στην ανάγκη του να λυτρωθεί. Αυτή τη λύτρωση θα αναζητήσει απεγνωσμένα ο ήρωάς του στην Αγία Αναστασία τη Φαρμακολύτρια, η οποία σύμφωνα με την παράδοση λύνει τα ξόρκια και τις γητειές. Όμως η βαθύτερη αγωνία του δεν είναι μια απλή ασθένεια. Είναι ένα πάθος, που έχει γίνει σχεδόν ταυτόσημο με την ύπαρξή του.
Ο Δημήτρης Βερύκιος διαθέτει αδιαμφισβήτητη σκηνική εμπειρία στον μονόλογο και στην αφηγηματική ερμηνεία. Επιπλέον, η λογοτεχνική και θεατρική του παιδεία τον καθοδηγεί άσφαλτα στην επιλογή των έργων που θα αφηγηθεί ώστε να διαθέτουν εκείνη την ψυχογραφική ένταση, κατάλληλη για να μεταφέρει τη δραματικότητα από τα εξωτερικά γεγονότα στα εσωτερικά τοπία και στις οριακές συγκρούσεις που εκδιπλώνουν συχνά το περίπλοκο και αδιέξοδο της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι προσφυώς έχει προσεγγίσει τους ντοστογιεφσκικούς ήρωες και την ακραία σκοτεινή, παράλογη ψυχολογία τους σε έναν αβυσσαλέο καμβά ωκεάνιων κρίσεων, όπως -κατά κάποιο τρόπο και συγκριτικά- τους ηπιότερους αλλά βασανισμένους ηθικά και ψυχικά ήρωες του Παπαδιαμάντη. Παρά τις μεγάλες τους διαφοροποιήσεις και οι δύο συγγραφείς ενδιαφέρονται ωστόσο περισσότερο για την κατάδυση στις ψυχικές αιτίες και τα κίνητρα της πράξης -για το τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή των ηρώων τους- και λιγότερο για την πράξη αυτή καθαυτή: διασυνδέοντας την πράξη με τη θρησκευτικότητα, τη μελαγχολία, τον ψυχολογικό ρεαλισμό και τη δύναμη, ακόμα και του παράλογου. Ντοστογιέφσκι και Παπαδιαμάντης, δύο διαφορετικοί δρόμοι προς την ανθρώπινη ψυχή: στον πρώτο, η ψυχογραφία είναι συνήθως εκρηκτική, δραματική και αναλυτική. Οι ήρωές του έρχονται αντιμέτωποι με ακραίες καταστάσεις: έγκλημα, ενοχή, ταπείνωση, παραφροσύνη, εμμονή, θρησκευτική αμφιβολία. Ο Ρασκόλνικοβ, ο Ιβάν Καραμάζοβ, ο αντιήρωας του Υπογείου, δεν είναι ψυχικά «ήρεμοι» χαρακτήρες. Η σκέψη τους συγκρούεται διαρκώς με την επιθυμία, την ηθική και την πίστη. Η σύγχρονη ψυχαναλυτική προσέγγιση του Ντοστογιέφσκι επισημαίνει ακριβώς αυτή τη διάλυση της εσωτερικής ισορροπίας, την ντροπή, την ενοχή και τον κατακερματισμό του εαυτού. Για τον Ντοστογιέφσκι, ο άνθρωπος μπορεί ταυτόχρονα να θέλει και να μη θέλει, να αγαπά και να μισεί, να πιστεύει και να αμφιβάλλει. Η αντίφαση δεν είναι αδυναμία της αφήγησης· είναι η ίδια η ουσία της ανθρώπινης φύσης. Ακόμη και η ψυχολογική εξάρτηση παρουσιάζεται ως σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την ελευθερία.
Ο Παπαδιαμάντης, αντίθετα, οδηγείται στην ψυχή μέσα από την απλότητα, τη σιωπή, τη μνήμη, τη φύση και την καθημερινότητα. Οι δικοί του ήρωες δεν χρειάζεται πάντοτε να διαπράξουν ένα έγκλημα για να αποκαλύψουν το εσωτερικό τους δράμα. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, μια ανάμνηση, μια κοινωνική απαγόρευση ή μια νυχτερινή περιπλάνηση που εκτρέπει την πραγματικότητα προς το όνειρο, αρκούν για να αποκαλυφθεί ένας πολύβουος εσωτερικός κόσμος. Αλλά και στον Παπαδιαμάντη ο άνθρωπος δεν είναι μονοδιάστατος. Ο αμαρτωλός δεν είναι απλώς «κακός», ο ερωτευμένος δεν είναι απλώς «ρομαντικός», ο πιστός δεν είναι απαραίτητα απαλλαγμένος από την αμφιβολία. Ο συγγραφέας κοιτάζει τον άνθρωπο με συμπόνια, ακόμη και όταν τον κρίνει ηθικά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι: ο Ντοστογιέφσκι εστιάζει την κάμερα μέσα στο μυαλό του ήρωα. Ο Παπαδιαμάντης, γύρω από τον ήρωα και αφήνει το τοπίο, τη σιωπή και τις πράξεις του να αποκαλύψουν την ψυχή του. Στον Ντοστογιέφσκι η πίστη περνά συχνά μέσα από μια οδυνηρή φιλοσοφική και υπαρξιακή πάλη. Οι ήρωες αμφισβητούν τον Θεό, εξετάζουν το κακό και προσπαθούν να καταλάβουν αν είναι δυνατή η λύτρωση. Στον Παπαδιαμάντη η πίστη είναι περισσότερο βιωματική και καθημερινή, δεμένη με την παράδοση, την ορθόδοξη λατρεία, το χωριό, το εκκλησάκι, τη φύση και τη μνήμη.
Αν θέλουμε να σχολιάσουμε τη Φαρμακολύτρια σε σχέση με το περιβάλλον των ντοστογιεφσκικών ηρώων, θα λέγαμε ότι η «Φαρμακολύτρια» συγγενεύει ίσως με τον Ντοστογιέφσκι όχι ως προς την πλοκή, αλλά ως προς την ψυχολογική της σύλληψη. Ο ήρωας πάσχει από κάτι που δεν βρίσκεται έξω από αυτόν αλλά μέσα του. Το πάθος γίνεται σχεδόν ψυχική εξάρτηση και ταυτόχρονα αντικείμενο επιθυμίας. Θέλει να θεραπευτεί, αλλά η θεραπεία σημαίνει να αποχωριστεί ένα κομμάτι του εαυτού του. Και αυτή είναι ενδεχομένως και η βαθύτερη συγγένεια -τηρουμένων των αναλογιών- των δύο μεγάλων συγγραφέων: δεν ενδιαφέρονται τόσο για τον άνθρωπο όπως παρουσιάζεται στους άλλους, όσο για τον άνθρωπο που μένει μόνος με τη συνείδησή του.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη της ερμηνευτικής προσέγγισης του Δημήτρη Βερύκιου. Η αφήγηση ενός παπαδιαμαντικού κειμένου απαιτεί μέτρο. Δεν χρειάζεται υπερβολή, γιατί η ίδια η γλώσσα του συγγραφέα διαθέτει χαμηλότονη μουσικότητα, εικόνες και εσωτερικό ρυθμό. Ο ηθοποιός οφείλει περισσότερο να υπηρετήσει παρά να επιβληθεί στο κείμενο. Και μέσα στο ειδυλλιακό, υποβλητικό, απείραχτο περιβάλλον, με επίκεντρο έναν κατερειπωμένο ναό, όπου η σιωπή λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερος αφηγητής, η εμπειρία της τέχνης μεταποιείται σε ένα γεγονός υψηλής πνευματικότητας.
Η «Φαρμακολύτρια» είναι, όπως είπαμε παραπάνω, ένα έργο γεμάτο αντιθέσεις: η πίστη απέναντι στην αμφιβολία, η επιθυμία απέναντι στην εγκράτεια, η θεραπεία απέναντι στην αποδοχή του πόνου. Ο Δημήτρης Βερύκιος, μέσα απ’ αυτή την προσέγγιση, δεν προσπαθεί να “αναπαραστήσει” απλώς τον Παπαδιαμάντη. Επιχειρεί να ξαναφέρει στην επιφάνεια έναν σύνθετο ψυχικό κόσμο, όπου η πίστη, ο έρωτας, η ενοχή, η μνήμη και η ελπίδα συνυπάρχουν. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα κάθε σύγχρονης προσέγγισης του Παπαδιαμάντη: να μην τον “υποκριθεί” ο καλλιτέχνης ως έναν μεγάλο συγγραφέα αλλοτινών καιρών, αλλά ως έναν δημιουργό που εξακολουθεί να λειτουργεί ενσυναισθητικά και να “συνομιλεί” λογοτεχνικά με τις σημερινές ανθρώπινες αγωνίες, όπου η φωνή παύει να είναι απλώς φωνή του ηθοποιού και γίνεται φωνή του ανθρώπου. Τότε ο Παπαδιαμάντης δεν ακούγεται σαν ένα κείμενο του 19ου αιώνα. Ακούγεται σαν ένας εξομολογητής που, από το σκοτάδι του χρόνου, εξακολουθεί να μας μιλά για τον έρωτα, την ενοχή, την πίστη, την ανάγκη της λύτρωσης. Έτσι τον ζήσαμε εκείνη τη μοναδική βραδιά.
Εκεί λοιπόν, στον αφτιασίδωτο χώρο του Άι-Γιώργη, μια νύχτα καλοκαιριού, χωρίς εγχρωμίες και θορύβους, ο λόγος, με τη βαθιά, ώριμη φωνή του Δημήτρη Βερύκιου, τα έξοχα συνοδά τραγούδια της Θέλμας Καραγιάννη, συντεθειμένα ειδικά για την παράσταση από την Αρετή Κοκκίνου, σε ποίηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και με τη συνοδεία της κιθάρας της και τα κρουστά του Σωκράτη Γανιάρη, μετέδωσαν στους παρισταμένους την εσωτερίκευση της ατμόσφαιρας του έργου, μετατρέποντας την αφήγηση σε εξομολόγηση παθών και τον επίλογο σε μια πραϋντική τους κάθαρση.
Ευχαριστούμε το Ενοριακό Πνευματικό Κέντρο του Ι.Ν. της Ευαγγελίστριας Λευκάδος, τον π. Ιωαννίκιο και τον Μορφωτικό Σύλλογο Καλλιγωνίου γι’ αυτή την πνευματική εμπειρία θρησκευτικού και λογοτεχνικού πολιτισμού.










































































