Λευκάδιος Χερν-Ιαπωνικές ιστορίες φαντασμάτων: O θρύλος του Yurei-Daki | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Σα, Οκτ 31st, 2026

Λευκάδιος Χερν-Ιαπωνικές ιστορίες φαντασμάτων: O θρύλος του Yurei-Daki

lefkadios_hern

(Μετάφραση από τα αγγλικά: Ιωάννα Φίλιππα*)

Με αφορμή το Halloween και τη γενική ατμόσφαιρα τρόμου που κυριαρχεί αυτές τις μέρες, επέλεξα και μετέφρασα στα ελληνικά μία από τις Ιαπωνικές Ιστορίες Φαντασμάτων του Λευκάδιου Χέρν για να μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό δείγμα αυτού του ανατριχιαστικού κόσμου που ανέδειξε ο συγγραφέας επηρεασμένος βαθιά από την ιαπωνική φολκλορική παράδοση.

Κοντά στο χωριό Κουροσάκα, στην επαρχία Χόκι, υπάρχει ένας καταρράχτης με το όνομα Yurei-Daki ή αλλιώς «Καταρράχτης των Φαντασμάτων». Γιατί λέγεται έτσι, δεν ξέρω. Κοντά στη βάση του καταρράχτη υπάρχει ένας μικρός σιντοϊστικός βωμός αφιερωμένος στο θεό Τάκι-Νταϊμιότζιν και μπροστά στο βωμό ένας μικρός ξύλινος κουμπαράς για τις προσφορές των πιστών.

Και υπάρχει μια ιστορία γι’αυτόν τον κουμπαρά.

Ένα παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ, πριν από τριάντα πέντε χρόνια, οι γυναίκες και τα κορίτσια που δούλευαν σε ένα κλωστήριο στο χωριό, συγκεντρώθηκαν γύρω από ένα μεγάλο μαγκάλι έχοντας τελειώσει τη δουλειά της μέρας. Διασκέδαζαν λέγοντας ιστορίες φαντασμάτων. Αφού είχαν εξιστορήσει μια ντουζίνα ιστορίες, οι περισσότερες αισθάνθηκαν άβολα, και ένα κορίτσι φώναξε, κορυφώνοντας την απόλαυση του φόβου, «Σκεφτείτε απόψε να πήγαινε καθεμιά μόνη της στον καταρράχτη Yurei-Daki!».

Η πρόταση αυτή προκάλεσε ένα γενικό ουρλιαχτό και ακολούθησαν νευρικά ξεσπάσματα γέλιου… «Θα δώσω όλo το νήμα που έγνεσα σήμερα σ’ αυτή που θα πάει», είπε μια κοροϊδευτικά. «Κι εγώ», αναφώνησε μια άλλη. «Κι εγώ» είπε μια τρίτη. «Όλες μας» βεβαίωσε μια τέταρτη… Τότε ανάμεσα από τις γνέστρες σηκώθηκε μια Γιασουμότο Ο-Κάτσου, γυναίκα ενός ξυλουργού. Είχε δεμένο σφιχτά και κοιμισμένο στην πλάτη της το μοναχογιό της, δύο χρονών. «Ακούστε» είπε η Ο-Kάτσου: «αν όλες συμφωνήσετε να μου δώσετε όλη την κάνναβη που γνέσατε σήμερα, θα πάω στον καταρράχτη».

Η πρότασή της προκάλεσε κραυγές έκπληξης και περιφρόνησης. Αλλά αφού την επανέλαβε πολλές φορές, την πήραν στα σοβαρά. Όλες οι εργάτριες με τη σειρά τους συμφώνησαν να δώσουν το μερίδιό τους στην Ο-Kάτσου με τον όρο αυτή να πάει στον καταρράχτη Yurei-Daki. «Αλλά πώς θα ξέρουμε ότι πήγε στ’ αλήθεια εκεί;», ρώτησε μια κοφτερή φωνή. «Να μας φέρει τον κουμπαρά του θεού», απάντησε μια γριά γυναίκα, η Ομπάα-Σάν που οι εργάτριες αποκαλούσαν «Η Γιαγιά». «Αυτό θα είναι αρκετή απόδειξη». «Θα τον φέρω», φώναξε η Ο-Kάτσου. Και έτρεξε στο δρόμο με το κοιμισμένο αγόρι της στην πλάτη.

Η νύχτα ήταν παγωμένη αλλά καθαρή. Η Ο-Kάτσου βιαζόταν στον άδειο δρόμο. Και έβλεπε ότι όλες οι προσόψεις των σπιτιών ήταν ερμητικά κλειστές εξαιτίας του διαπεραστικού κρύου. Έξω από το χωριό και κατά μήκος του ψηλού δρόμου έτρεχε με την απόλυτη σιωπή των παγωμένων ρυζοχώραφων δεξιά και αριστερά και μόνο με τ’ αστέρια να της φέγγουν. Για μισή ώρα ακολουθούσε τον ανοιχτό δρόμο, μετά έστριψε σε έναν πιο στενό που περνούσε κάτω από βράχια. Το μονοπάτι γινόταν όλο και πιο σκοτεινό και απότομο καθώς προχωρούσε. Αλλά το ήξερε καλά, και σύντομα άκουσε τον ήχο του νερού. Λίγα λεπτά ακόμη και το μονοπάτι πλάτυνε και ο ήχος του νερού έγινε μια δυνατή βοή. Και είδε μπροστά της την μακριά λάμψη του καταρράχτη να διαγράφεται μέσα στη μάζα του σκοταδιού. Αμυδρά φαινόταν ο βωμός και ο κουμπαράς. Έτρεξε προς τα εκεί, άπλωσε το χέρι της …

«Έι , Ο-Κάτσου» φώναξε προειδοποιητικά μια φωνή πάνω από το θόρυβο του νερού.

Η Ο-Kάτσου πάγωσε από το τρόμο.

«Έι, Ο-Kάτσου» ξαναφώναξε η φωνή, αυτή τη φορά με απειλητικό τόνο.

Αλλά η Ο-Kάτσου ήταν θαρραλέα γυναίκα. Αμέσως συνήλθε από τον τρόμο, άρπαξε τον κουμπαρά και έτρεξε. Ούτε άκουσε ούτε είδε τίποτα το ανησυχητικό μέχρι που έφτασε στον ψηλό δρόμο και σταμάτησε μια στιγμή να πάρει μια ανάσα. Μετά έτρεξε σταθερά μέχρι που έφτασε στο χωριό και χτύπησε την πόρτα του εργοστασίου.

Οι γυναίκες και τα κορίτσια ούρλιαξαν μόλις μπήκε λαχανιασμένη με τον κουμπαρά του θεού στο χέρι. Χωρίς ανάσα άκουσαν την ιστορία της. Τσίριξαν με συμπάθεια όταν τους είπε για τη φωνή που φώναξε δυο φορές το όνομά της μέσα από το στοιχειωμένο νερό… Τι γυναίκα…Γενναία Ο-Kάτσου. Δίκαια κέρδισε το νήμα. «Αλλά το αγόρι σου πρέπει να κρύωσε Ο-Kάτσου» φώναξε η Oμπάα-Σάν, «άσε μας να τον βάλουμε δίπλα στη φωτιά».

«Θα πρέπει να έχει πεινάσει» απάντησε η μητέρα. «Πρέπει να του δώσω το γάλα του αμέσως». «Καημένη Ο-Kάτσου» είπε η Oμπάα-Σάν βοηθώντας τη να λύσει τα λουριά που έδεναν το αγόρι. «Γιατί είσαι όλη βρεγμένη πίσω; » Τότε η Ομπάα-Σάν ούρλιαξε «είναι αίμα!».

Από τα λυμένα λουριά έπεσε στο πάτωμα ένα φασκιωμένο μωρό. Από τις μουσκεμένες με αίμα φασκιές ξεχώριζαν δυο μικρά καφέ ποδαράκια και δυο μικρά καφέ χεράκια. Το κεφάλι του παιδιού είχε αποκοπεί ! …

Lafcadio Hearn, «Japanese Ghost Stories», Penguin Japanese Classics 2023

*Η Ιωάννα Φίλιππα είναι Πρόεδρος του Διαπολιτισμικού Ινστιτούτου Λευκάδας

 



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>