Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: «Είναι η εσχάτη των ποινών η εσχάτη των λύσεων;» Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: «Είναι η εσχάτη των ποινών η εσχάτη των λύσεων;»

«ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ»
του Χρήστου Σκιαδαρέση, Φιλολόγου, Μέλους της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών

Η 10η Οκτωβρίου εορτάζεται παγκοσμίως ως η μέρα κατά της θανατικής ποινής.

Το γεγονός αυτό με παρακίνησε να γράψω δυο πραγματάκια που πάντα τα συλλογιέμαι είτε με αφορμή κάποια επέτειο σαν αυτή είτε χωρίς.

Αλήθεια, τι εξυπηρετεί την ανθρώπινη κοινότητα η εφαρμογή της θανατικής ποινής; Γιατί έχει αρκετούς υποστηρικτές ανά τον κόσμο;

1. Εξολοθρεύει τον εγκληματία. Ναι, τον εγκληματία τον ξεπαστρέφει ως βιολογική υπόσταση, τον εκμηδενίζει, τον καταστρέφει. Ε, και; Ούτε το έγκλημα εξαλείφει (η εγκληματική πράξη συνέβη, συντελέστηκε, δεν διαγράφεται, ούτε επανορθώνεται, όσους φυσικούς αυτουργούς της κι αν δολοφονήσεις) ούτε την εγκληματικότητα.

Ουσιαστικά, τιμωρείς με τον χειρότερο τρόπο τον κατάδικο. Και το κάνεις α) είτε επειδή θες να απαλλαγείς από την παρουσία του (ή από τη δράση του, καλύτερα), β) είτε επειδή θες να αποσπάσεις τα εύσημα ως κοινωνία, ότι ξέρεις να απονέμεις το δίκαιο κατ’ όπως αρμόζει ανά περίσταση και είσαι αμείλικτη με κάθε «βαριά περίπτωση» παραβάτη των νόμων και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, γ) είτε επειδή, στην προσπάθειά σου να αποκαταστήσεις την αδικία που έλαβε χώρα και να ανακουφίσεις κάπως τους στενούς συγγενείς και φίλους του θύματος, μάχεσαι να αποδώσεις μια υποτυπώδη δικαιοσύνη τιμωρώντας όπως – όπως και με το ίδιο νόμισμα αυτόν που αδικοπράγησε.

Ναι, αλλά αποτυγχάνεις πλήρως σε δύο άλλες παραμέτρους: πρώτον, δεν αντιμετωπίζεις το πρόβλημα από τη ρίζα του αλλά από τα κλαδιά του. Άρα, όσα κλαδιά και να κοπούν, αν οι ρίζες του δέντρου παραμείνουν απείραχτες, το τελευταίο είναι θέμα χρόνου να ξαναπετάξει κλαδιά και να ξανανθίσει.

Συνεπώς, εκτελώντας έναν εγκληματία, ντόρο προκαλείς πιο πολύ, παρά λύνεις το πρόβλημα, αφού δεν επικεντρώνεσαι στα αίτια που το προκαλούν και το γεννούν αλλά στα συμπτώματα. Και, δεύτερον, ικανοποιείς μεν το πνεύμα ρεβανσισμού που καταλαμβάνει τους συγγενείς των θυμάτων και εκτονώνεις κάπως το τεταμένο κλίμα που έχει διαμορφωθεί μέσα στην κοινωνία, αλλά πιστοποιείς και «φωνάζεις» προς όλες τις κατευθύνσεις πως είσαι ανίκανη να προλάβεις το κακό πριν συμβεί, επομένως η όποια δυναμική αντίδρασή σου εστιάζεται στην καταστολή, στην εκ των υστέρων «δραστική» αντιμετώπιση της αξιόποινης πράξης και όχι στην εκ προοιμίου εξυγίανση των άρρωστων κοινωνικών δομών ή στην αποκατάσταση της διαταραγμένης κοινωνικής ισορροπίας.

Το πρόβλημα της εγκληματικότητας, όμως, παραμένει, είναι πάντα «εκεί», «ανθεί» και διασπείρεται και με το να καρατομείς μερικά κεφάλια, για να κάνεις επίδειξη ισχύος και πυγμής και, μάλιστα, κατόπιν εορτής -όπως διατείνεται και ο θυμόσοφος λαός- όχι ωριμότητα και σύνεση δεν καταδεικνύει αλλά πρόδηλο πανικό και …ξεκάθαρη σύγχυση στόχων και προτεραιοτήτων.

2. Φρονηματίζει την υπόλοιπη κοινωνία και λειτουργεί ως μοχλός πίεσης, προκειμένου να ασκηθεί πίεση στην τελευταία, για να παραδειγματιστεί και να συνετιστεί, ευθυγραμμιζόμενη προς τους νόμους.

Αυτό όντως μπορεί να συμβαίνει κατά το πρώτο διάστημα εκτέλεσης της εσχάτης των ποινών, διότι οι εντυπώσεις είναι ακόμη νωπές. Όμως, ξέρουμε όλοι πολύ καλά ότι οι εντυπώσεις είναι…εντυπώσεις, συνεπώς πολύ εύκολα αλλάζουν και -ακόμη πιο εύκολα- λησμονούνται με το πέρασμα των χρόνων ή, ακόμη, και των μηνών.

Δυστυχώς, η συλλογική μνήμη σε μια κοινωνία δεν φημίζεται για τη μακροβιότητά της, αφού συνήθως είναι επιλεκτική ή αποσπασματική (ποιος θέλει να ενθυμείται κάτι άσχημο, αποκρουστικό και επαχθές στη διάρκεια της καθημερινότητας του;), έχει περιορισμένο ορίζοντα ζωής (η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία έχει την ιδιορρυθμία να «διαγράφει» ό,τι την δυσαρεστεί ή τη μελαγχολεί) και διακρίνεται πρωτίστως για τη χαλαρή της συνεκτικότητα (η συλλογική συνείδηση διαμορφώνεται από συγκυριακές και φευγαλέες εξελίξεις. Άλλωστε, αυτό που κάνει διαρκώς η χωρητικότητα του σκληρού μας δίσκου είναι να αντικαθιστά τις παλιές -και πόσω μάλλον δυσάρεστες- μνήμες από νέες και πιο ευφρόσυνες).

Άρα, όσο κι αν η θανατική εκτέλεση συγκλονίσει μία ολόκληρη επικράτεια, μετά από λίγο καιρό θα έχει ξεχαστεί, θα έχει μπει στο χρονοντούλαπο, άρα και στα «κατάστιχα» της ιστορίας, και θα έχει καταψυχθεί.

Ποιος άνθρωπος πραγματικά αρέσκεται να ανασκαλίζει μέσα από το πατάρι (ή… από την κατάψυξη) τέτοια περιστατικά που, στο κάτω – κάτω της γραφής, περισσότερο ζέχνουν και βρωμοκοπούν, παρά ευωδιάζουν. Ελάχιστοι! Άρα, για ποια συλλογική συνειδητοποίηση και συμμόρφωση μιλάμε, όταν η κοινωνία έχει μνήμη χρυσόψαρου και έχει την τάση να ξεχνάει ή όταν οι συνεκτικοί δεσμοί μεταξύ των πολιτών της είναι επικίνδυνα χαλαροί, υποτονικοί κι ατροφικοί, οπότε είναι δώρον – άδωρον να μιλάμε για «συλλογική» ταυτότητα και συνείδηση, όταν με το διπλανό μου δεν με συνδέει τίποτα κοινό, όταν έχει χαθεί κάθε έννοια κοινότητας, ομαδοσυνεργατικότητας, συσπείρωσης και σύμπνοιας με τον πλησίον;

3. Εξασφαλίζει κοινωνική ισορροπία και γαλήνη. Ούτε καν! Απεναντίας, η εφαρμογή της εσχάτης των ποινών αποδεικνύει περίτρανα τις τεράστιες αδυναμίες του σωφρονιστικού συστήματος, μια και η ύπαρξη κανόνων ή μηχανισμών εκφοβισμού (όπως, «καλή ώρα» της θανατικής ποινής) δεν αρκούν για να επιβάλλουν στην κοινωνική ομάδα τη συμμόρφωσή της προς τις κοινωνικές επιταγές.

Κανένας φόβος και καμία απειλή δεν μπορούν να εξαναγκάσουν τους πολίτες να περιορίσουν την τυχόν απειθάρχητη δράση τους, αν οι κανόνες μιας κοινωνίας και, πολύ περισσότερο, οι αξίες της και τα αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς δεν έχουν εσωτερικευθεί πλήρως από τα μέλη της.

Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι υπόθεση της παιδείας, που όλοι μας γνωρίζουμε πόσο ασθμαίνει και πόσο νοσεί στην διάδοση και μετάγγιση των κυρίαρχων κοινωνικών αξιών. Πάντως, η μεταλαμπάδευσή τους δεν μπορεί να γίνει υπό την απειλή της θανατικής ή άλλης σκληρής ποινής, αφού η υπερβολική αυστηρότητα (όπως, φυσικά, και η υπέρμετρη χαλαρότητα) ενδέχεται να οδηγήσει κάποιους σε αποκλίνουσες συμπεριφορές και να υποδαυλίσει τις κοινωνικές αντιθέσεις ή τις παθογένειες μιας κοινωνίας κ.λπ., κ.λπ.

Τώρα, δεν χρειάζεται να πούμε ότι η οποιαδήποτε συζήτηση περί επαναφοράς της θανατικής ποινής συνιστά μια πέρα για πέρα άτοπη και επικίνδυνη πρακτική, μια απολύτως αποκρουστέα έκφραση νομοθετικής πρακτικής, αφού θα αποδυναμώσει τον αγώνα κατά του πραγματικού εγκλήματος και ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε άλογη χρήση της. Και, στο κάτω – κάτω της γραφής είναι το τουλάχιστον αστείο να αναζητά η εξουσία ένα εξιλαστήριο θύμα κάθε φορά που θα θέλει να φορτώσει την ευθύνη για κάποιο λάθος της σε τρίτα πρόσωπα που, συνήθως, είναι ανήμπορα στο να αυτοπροστατευτούν κ.λπ. Η βία και η κοινωνική νοσηρότητα δεν απαμβλύνονται με την εξάντληση της δικανικής αυστηρότητας ούτε η ανάσχεσή τους βρίσκεται σώνει και καλά μέσα στην εμβέλεια του ποινικού ή του δικαιϊκού συστήματος.

Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η θανατική ποινή όχι μόνο δεν λυτρώνει μια κοινωνία από τις μάστιγές της και τους εφιάλτες της αλλά την εμπλέκει σε ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες, σε ακόμα πιο επικίνδυνους μπελάδες.

Επιφυλάσσομαι να επεκτείνω και να εμβαθύνω την προβληματική μου σε προσεχές μου κείμενο.

(Πηγή Φωτογραφίας – Foto: Imago)


                    
     








Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.