Η ομιλία της κας Ναταλίας Καποδίστρια στις εκδηλώσεις «Μνήμης και Τιμής» στην Νικιάνα Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Κυ, Ιουλ 15th, 2018

Η ομιλία της κας Ναταλίας Καποδίστρια στις εκδηλώσεις «Μνήμης και Τιμής» στην Νικιάνα

Ανέπτυξε ως προσκεκλημένη κεντρική ομιλήτρια το θέμα «Η άμυνα της Λευκάδας πηγή μνήμης και έμπνευσης»

natalia_kapodistriaΗ κα Ναταλία Καποδίστρια, τελευταία απόγονος της οικογένειας του Ιωάννη Καποδίστρια

Καλεσμένη του Πολιτιστικού Συλλόγου Νικιάνας «οι Σκάροι» βρέθηκε το Σάββατο 14 Ιουλίου η κα Ναταλία Καποδίστρια, με αφορμή τις εκδηλώσεις «Μνήμης και Τιμής», που είναι αφιερωμένες στην πρώτη συγκέντρωση των οπλαρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης τον Ιούλιο του 1807 στην τοποθεσία «Μαγεμένου» στην Νικιάνα, υπό την οργάνωση και καθοδήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, και διοργανώθηκαν για 12η συνεχόμενη χρονιά φέτος.

42694971944_718304e8c6_bΚατάθεση στεφάνου στο Μνημείο στην τοποθεσία «Μεγεμένου» Νικιάνας

Η κα Καποδίστρια, σκηνοθέτης ηθοποιός και τελευταία απόγονος της οικογένειας του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, ανέπτυξε ως κεντρική ομιλήτρια των εκδηλώσεων το θέμα «Η άμυνα της Λευκάδας πηγή μνήμης και έμπνευσης».

5_ekdhloseis_,mhmhs_timhs_nikianas_2018

Παρατίθεται ολόκληρη η ομιλία της:

«Στην πορεία του κάθε έθνους διακρίνονται σπουδαίες ιστορικές στιγμές, που το εξύψωσαν και που συνέβαλαν, άλλοτε στην διατήρηση των αξιών του και άλλοτε στην επανάκτησή τους.

Καθώς όμως ο χρόνος μας απομακρύνει από το άλλοτε παρόν μιας δοξασμένης ιστορικής πραγματικότητας, τα σπουδαία έργα λησμονούνται, οι νεκροί ξεχνιούνται και ο συμβολισμός του όποιου γεγονότος ξεθωριάζει.

Αυτήν την τρομακτική σιωπή που μοιραία δύναται να επιφέρει ο χρόνος, σχίζει η φωνή μιας ιστορικής επετείου.

Για να προκληθεί όμως αυτή η ρωγμή στη λήθη, σημαντικό δεν είναι μόνον η αναφορά στο ιστορικό γεγονός, αλλά και η ανάδειξη του συμβολισμού του. Μόνον έτσι η ιστορία δύναται να μετατραπεί σε ιστορική συνείδηση.

Παραδίνοντας στα χέρια της νεότερης γενιάς, το συμβολισμό του έργου των προγόνων της, καλλιεργείται η συνείδηση -το γνώθι σε αυτόν- της εθνικής της ταυτότητας.

Το σύμβολο είναι δύναμη, δύναμη που ωθεί προς τα εμπρός, δύναμη για συνέχιση. Αυτή την δύναμη η οποία αναζωογονείται κάθε φορά, προσφέρει μια ιστορική επέτειος.

Με τον όρο «Άμυνα της Λευκάδας» ορίζεται η αμυντική και οχυρωματική οργάνωση του νησιού της Λευκάδας στα 1807, από τον Ιωάννη Καποδίστρια και η νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης των δυνάμεων του Αλή Πασά στηριζόμενων από τις Γαλλικές δυνάμεις.

Το 1800 συστήνεται το πρώτο ελληνικό κράτος.

Η Επτάνησος Πολιτεία, υπό την προστασία της Ρωσίας και την επικυριαρχία των Οθωμανών -όπως έτσι είχε συσταθεί- εξασφαλίζει στα Ιόνια νησιά ένα αίσθημα ασφάλειας.

Κάτι που κύρια η Λευκάδα το έχει ανάγκη, λόγω της επισφαλούς γεωγραφικής της θέσης και της ολοένα ενδυναμωμένης ισχύος του Αλή Πασά στην Ήπειρο.

Με την έναρξη όμως των Ναπολεόντειων πολέμων, το 1803, οι ισορροπίες αλλάζουν. Τον Ιανουάριο του 1807, η Πύλη ανακοινώνει τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Ρωσία και την κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Θεωρώντας δε τα Επτάνησα υποτελή της, σύμφωνα με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης του 1800, ζητά από τα Επτάνησα να μη συνεργαστούν με τη Ρωσία. Η Γαλλία -σύμμαχος της Τουρκίας-, διακόπτει και αυτή τις διπλωματικές σχέσεις με την Επτάνησο Πολιτεία και η Ιόνιος Γερουσία: «διακηρύττει παυθείσαν την ισχύουσαν ουδετερότητα προς την Γαλλικήν Κυβέρνησην» και εισέρχεται στον πόλεμο.

Ο Αλή Πασάς συγκεντρώνει κατά της Λευκάδας σημαντική δύναμη.

Βρισκόμαστε στον Μάρτιο του 1807. Με εντολή του Επιτρόπου της Ρωσίας, Μοντσενίγου, φτάνει στη Λευκάδα σώμα περίπου 400 ανδρών, υπό τον Μητροπολίτη Άρτας – Ναυπάκτου και μετέπειτα Ουγγροβλαχίας, Ιγνάντιο.

Ένα δεύτερο μέτωπο οργανώνεται και λειτουργεί στα μετόπισθεν του Αλή, σ’ ολόκληρη την έκταση από τον Όλυμπο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Σερβία και τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, καθοδηγούμενο από την Κέρκυρα και τη Λευκάδα.

Στις 27 Μαΐου του 1807, φτάνει -σταλμένος από την Επτάνησο Γερουσία- ως Έκτακτος Επίτροπος, υπεύθυνος για την άμυνα του νησιού, ο μόλις 31 ετών Ιωάννης Καποδίστριας.

Ο Ρώσος στρατηγός Stadter, αντικαθιστάτε από τον καταξιωμένο Έλληνα στρατηγό -στη Ρωσική Υπηρεσία- Παπαδόπουλο, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση τόσο των Ρώσων στρατιωτικών της άμυνας, όσο και των πολλαπλάσιων σε αριθμό Ελλήνων τακτικών, εθελοντών και των οργανωμένων ομάδων αρματολών.

Αποφασίζεται η διάνοιξη τάφρου, ο στρατός του Επτανήσου Πολιτείας παίρνει θέση στον κάμπο, οι ντόπιες δυνάμεις παίρνουν κι αυτές θέση στα πιθανά σημεία αποβίβασης, ενώ ρωσικά πολεμικά πλέουν στο Δίαυλο.

Τον Ιούνιο ο Αλή Πασάς έχοντας συγκεντρώσει ένα σημαντικό στρατιωτικό σώμα Αλβανών, ετοιμάζεται για απόβαση στη Λευκάδα.

Μια απόβαση που αναχαιτίστηκε. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, σώμα 300 – 400 κλεφτοαρματωλών υπό τον Κίτσο Μπότσαρη και τον Κατσαντώνη, διασπά το στράτευμα του Αλή Πασά από τα μετόπισθεν, φτάνει στο ακρωτήριο Γέρακας της Αιτωλοακαρνανίας και από εκεί περνά με καΐκια στην απέναντι ακτή.

Στο Μαγεμένο της Λευκάδας ορκίζονται για πρώτη φορά, αρκετοί από τους πρωταγωνιστές της επανάστασης του 1821, να αγωνιστούν για την ελευθερία της πατρίδας.

Ο Καποδίστριας στην αναφορά του προς τη κυβέρνηση της Επτανήσου Πολιτείας, για τη συνάντηση αυτή, σημειώνει:

«…Η μέρα ήταν ωραιοτάτη. Καθισμένοι κάτω από την πλατειά σκιά μιας φουντωμένης καρυδιάς, ο σεβασμιώτατος Ιγνάτιος, ο στρατηγός Παπαδόπουλος κι εγώ, περιτριγυριστήκαμε από τους Έλληνες καπεταναίους, και μάλιστα το συνετό και ανδρείο Μπότσαρη, το φοβερό Κατσαντώνη και μερικούς άλλους, που δεν είναι εύκολο να συγκρατήση κανείς τα όχι συνηθισμένα ονόματά τους.

Αυτό τον πρώτο κύκλο πλαισίωναν οι υπόλοιποι σε κύκλο επίσης καθισμένοι. Περάσαμε το πρωί ακούοντας από τους πιο εύγλωττους τη διήγηση των κατορθωμάτων τους, που την ακολούθησε ένα γεύμα, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά των ηρωικών συμποσίων που έψαλε ο Όμηρος, τέλος, μουσική, τραγούδι και χαρές…».

Ο Καποδίστριας, ο Ιγνάτιος, ο στρατηγός Παπαδόπουλος και οι Οπλαρχηγοί αρχίζουν να οραματίζονται επίθεση προς ανακατάληψη του Σουλίου, μη γνωρίζοντας ότι η Γερουσία της Επτανήσου, έχει κηρύξει τον πόλεμο στην Γαλλία.

Γεγονός που θα βάλει και την Επτάνησο Πολιτεία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων του Τιλσίτ, μετά τη νικηφόρα για τον Ναπολέοντα μάχη του Φρίντλαντ, της 14 Ιουνίου.

«Η Α.Μ. ο αυτοκράτωρ Ναπολέων… ως απόλυτος κτήτωρ και κυρίαρχος θα κατέχει τας επτά Ιονίους Νήσους.», ανέφερε το 2ο μυστικό άρθρο της Συνθήκης του Τιλσίτ, της 9ης Ιουλίου.

Στις 26 Ιουλίου του 1807 ο ηττημένος από το Ναπολέοντα, Τσάρος Αλέξανδρος ο Α΄, παραχωρεί τα Επτάνησα στη Γαλλία. Ο αγώνας προς υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας της Ανεξαρτησίας, την δεδομένη χρονική στιγμή, ανακόπτεται. Παραμένει όμως ο Όρκος που θα καρπίσει 14 χρόνια αργότερα. Ένα πολύ σημαντικό θεμέλιο -η κατακτημένη εμπειρία της νικηφόρας συνεργασίας και η πίστη στις Εθνικές Δυνάμεις και Δυνατότητες- έχει εξασφαλιστεί.

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν μια σύντομη αναφορά στα ιστορικά γεγονότα της «Άμυνας της Λευκάδας».

Κάτι που αν θέλουμε να ήμαστε ειλικρινής μονάχα εκείνους που τα έζησαν θα μπορούσε να συγκινήσει, σε απόλυτο βαθμό.

Εμείς, για να συγκινηθούμε μνημονεύουμε τους πρωταγωνιστές, κύρια αναζητώντας το σύμβολο της ελευθερίας και της εθνικής ομοψυχίας, που αναδύεται μέσα από την ιστορική καταγραφή του έργου τους.

Η Άμυνας της Λευκάδας είναι σημαντικότατο κομμάτι της εθνικής ιστορίας της Πατρίδας μας. Συχνά όμως παρουσιάζεται αποκλειστικά σαν γεγονός που αφορά μόνον την Ιστορία των Επτανήσων. Και μάλιστα δευτερευούσης σημασίας, στο πλαίσιο της κατάργησης της Επτανήσου Πολιτείας και της κυριαρχίας των Γάλλων στα Επτάνησα.

Tο καλοκαίρι του 1807 στη Λευκάδα, στα σπάργανα της έκρηξης της Ελληνικής Επανάστασης, σφυρηλατείτε ένας σημαντικότατος και καθοριστικότατης σημασίας κρίκος, στην αλυσίδα της δημιουργίας του Νέου Ελληνικού Κράτους.

Του κρίκου που -για πρώτη φορά- συγκροτεί ενότητα -στρατιωτική και πολιτική- υπό εθνική ηγεσία.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Το μεγαλύτερον, το θαυμαστότερον, το ελληνικώτερον κατόρθωμα του αειμνήστου Καποδιστρίου υπήρξεν η εν Λευκάδι συγκέντρωσις όλων των ενδοξωτέρων καπετανάτων της Ρούμελης προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Λευκάδος, και ο αδελφικός σύνδεσμος, όστις προέκυψεν εκ της συγκεντρώσεως ταύτης μεταξύ των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών της δουλωμένης Ελλάδος. Οι κλέφται μεταμορφώθησαν εις κλεφτουριάν, δηλαδή απέβαλον την ιδέαν της ατομικής κεχωρισμένης κατά των εχθρών αντιδράσεως και συνησπίσθησαν και συνετάχθησαν υπό την αρχηγίαν του Κατζαντώνη εις στρατόν εθνικόν, ένα και μόνον σκοπόν επιδιώκοντα, την απελευθέρωσιν της βασανιζομένης μητρός των».

Η άμεση προσωπική σχέση του Ιωάννη Καποδίστρια με τους καπεταναίους όλης της Ελλάδας, πρόκειται για σχέση που ριζώνει από το 1803 στα 1807 και που συνεχίζεται και βαθαίνει μέχρι και το 1821.

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου ο Καποδίστριας αξιοποιεί τους Σουλιώτες, εντάσσοντας τους στο Campo Jonio, τον τακτικό στρατό της Πολιτείας και την πολιτοφυλακή των νησιών. Μετά τον τραγικό αφορισμό τους από τον Πατριάρχη, στα 1805,αξιοποιεί εθνικά τον άγριο διωγμό των αρματολών της Πελοποννήσου και της Στερεάς, αγκαλιάζοντας τις ανυπόταχτες μάχιμες δυνάμεις του Έθνους.

Μορφές όπως αυτές του Φώτη Τζαβέλα και Θεόδωρου Κολοκοτρώνη θα βρουν Εθνικό καταφύγιο και Εθνικό ορμητήριο στα Εφτάνησα.

Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμονας, γράφει στο βιβλίο του «Φιλική Εταιρεία»:

«Από της νεαράς του ηλικίας ο Καποδίστριας απέβλεπεν εις τον μέγαν και ιερόν σκοπόν της Ελευθερίας της Ελλάδος. …Εις την έμμεσον προσπάθεια του Καποδίστρια χρεωστείται κυρίως ο αναφερόμενος σχηματισμός των Ελληνικών Σωμάτων, μισθοδοτούμενων από την ιδίαν Επτάνησον. Δια μερικόν καιρόν διεύθυνε και τη διοίκησιν τούτων, συνδέσας με τους ανωτέρους Αξιωματικούς των Έλληνας σχέσεις τας πλέον στενάς και τας πλέον ωφέλιμους δια το μέλλον της Πατρίδος.

Η οικία του ήτο το πανδοχείον όλων των εθελοντών και προσφύγων Πολεμικών της Ρούμελης και της Πελοποννήσου.

Τοιουτοτρόπως απεκαθίστατο η Επτάνησος η μόνη εστία, όθε έμελλε να ενεργηθή βαθμιδόν και ωρίμος ο πόλεμος όλης της Ελλάδος…».

Αυτός ο πόλεμος όλης της Ελλάδας -η Ελληνική Επανάσταση του 1821- για το έθνος των Ελλήνων αλλά και τους λαούς της Ευρώπης-είναι ένα τεράστιας σημασίας ιστορικό γεγονός.

Το δε χαρακτηριστικό του ελληνικού λαού να γιορτάζει την έναρξη των αντιστασιακών του πράξεων, φωτογραφίζει την μοναδική ικανότητά του -σε δεδομένες ιστορικές στιγμές- να εκκινεί αγώνες χωρίς προφανή γερά χαρτιά στα χέρια του και χωρίς να προσδοκά τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την ελευθερία του.

«Ελλάδα θέλουμε, κι ας τρώμε πέτρες» έλεγε ο Γέρος του Μοριά, κι έτσι κλείνοντας, ας θυμηθούμε την άλλη, ανεξίτηλη σφραγίδα των λόγων του στη Πνύκα στις 7 Οκτωβρίου του 1838:

«…Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις… αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση …Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε.

Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας… Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε…».

Εις εμάς μένει…».



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

                      
     








Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.