Ιστορίες του χωριού: Ο αγιασμός (του Σταμ. Σταμ.) | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Πε, Ιαν 6th, 2022

Ιστορίες του χωριού: Ο αγιασμός (του Σταμ. Σταμ.)

7_stam_stam_agiasmos

Του ΣΤΑΜ. ΣΤΑΜ.*

Τα νερά εκείνη την ημέρα νόμιζες ότι γιόρταζαν. Από παντού τρέχανε γάργαρα και γελαστά, λαμποκοπώντας στον ήλιο. Τα δέντρα έσκυβαν πάνω από τα πλατειά ποτάμια, σαν κάτι νάθελαν να τους πουν, σαν κάτι νάθελαν ν΄ ακούσουν. Και το νερό περνούσε στα κοιλώματα και στις ρίζες τους κοντά, και διάβαινε κελαρύζοντας σαν να τραγουδούσε.

Τα υδροχαρή φυτά, ψαθιά, σαμάκια, καρδαμηλιές και νεροσέλινα, με νέες τρυφερές κορφές, ξανοίγονταν στον ήλιο, σαν ν΄ άνοιγαν διάπλατες τις τρυφερές καρδιές των, στην καθαρή ημέρα. Κλιματσίδες ήσαν πεσμένες από τους ψηλούς κλώνους των δέντρων, μέσα στο νερό, σαν να ρουφούσαν αξεδίψαστα το ασημένιο νάμα, που κυλούσε διάφανο και γυαλιστό.

1_stam_stam_agiasmos

Πέρα απέναντι, η θάλασσα απλωνόταν ήρεμη, ονειρευτή, γεμάτη γαλανή γαλήνη… Στα πέρατά της άχνες ονείρων κυανών υψώνονταν…

Ενόμιζε κανείς ότι η μεγάλη αγάπη του Θεού κι΄ η αρμονία των αγγέλων ξεχυνόταν την ημέρα εκείνη πάνω στη γη.

Σούρνοντας την αγγλίτσα του και τραγουδώντας ένα τραγουδάκι, εδιάβαινε ο Γιάννης ο Απήγανος, ο και Κατσικογιάννης, επί το ειδικώτερον ονομαζόμενος, κρατώντας μια «τσίτσα» (φλασκί) και κατεβαίνοντας στη χώρα για να πάρει αγιασμό…

Του είχαν πει πολλοί και ιδίως η Μπαρουτοκώσταινα, η πιο παλαιϊκή γρηούλα των Νομάδων, η σεβαστή και πάνσοφη, που τα μαλλιά της ήταν άσπρα σαν τις βαμπακόρροκες και η αρχή των χρόνων της χανόταν στο παρελθόν, τόσο πολύ και τόσο μακρυά, που κανένας σύγχρονος δεν ήξερε πλέον να τα αριθμήσει, του είχαν πει λοιπόν και τον είχαν ορμηνέψει:

3_stam_stam_agiasmos

– Αν θέλεις τα πρόβατά σου να μην τα κόβει πλέον η «κουτσάγρα» η κακιά και να μην τ΄ αφανίζει το μαυροπράσινο το «μόλεμμα», πρέπει να πάρεις μεγάλον αγιασμό, απ΄ τη μεγάλη εκκλησιά τ΄ Άι-Γιαννιού που είναι στη χώρα. Αλλοιώς κοπάδια να μην περιμένεις πια.

Τι νάκανε λοιπόν; Ορφανεμένος τσέλιγκας ν΄ απέμενε, με την αγγλίτσα του ξερή και με τον σκύλο του τον «Μούρκο»;

Κι΄ έτσι ο Γιάννης ο Απήγανος, ο και Κατσικογιάννης, ροβόλησε κείνο το όμορφο χειμερινό πρωί, γεμάτος ελπίδα, γεμάτος πίστη και όρεξη, γιατί θα έσωζε τα «πράμματά» του, το βιος του, το «κοπαδερό» του, που άσπριζε ο κάμπος στο διάβα του, κι΄ άφριζε, σαν θάλασσα, όταν κινούσε ο αέρας των προβάτων τα μακρυά μαλλιά.

Θεέ μου και Χριστέ μου, τι μεγαλεία ήταν εκείνα, όταν ο Γιάννης ο Απήγανος, ο και Κατσικογιάννης, περνούσε με τα ζώα του, αλλάζοντας διαμονή, όταν το καλοκαίρι πλησίαζε ή κόντευε να πλακώσει ο χειμώνας!…

2_stam_stam_agiasmos

Εμπρός πήγαινε η πιο όμορφη νύφη του, σύροντας το πρώτο μουλάρι, με τις φούντες τις χοντρές και τις πολύχρωμες και γαλάζιες χάντρες για το μάτι. Κι΄ ακολουθούσαν έπειτα τα ζώα τα χοντρά, κι΄ έπειτα τα «πράττα» (πρόβατα), σειρά μεγάλη, ατελείωτη, ένας ποταμός κυματιστός, λευκός και μακρυνός, σαν να κυλούσε, μέσα στα βουνά ένα ποτάμι από γάλα. Και χτυπούσαν τα κουδούνια, σαν καμπάνες γιορτής, και ηχούσανε κι΄ αντηχούσανε σαν βοή της δόξας του, σιδερόστομα και ηχηρά, του τσέλιγκα το μεγαλείο!…

4_stam_stam_agiasmos

Και μετά στη μέση ερχότανε κι΄ αυτός καμαρωτός και περήφανος, σαν στρατηγός όλης εκείνης της πομπής, νικητής επιμονής κι΄ υπομονής πολλών ετών και ακαταπονήτου εργασίας.

Και τραγουδούσε το τραγούδι του, που «μπιστικοί» το βγάλανε και τσελιγκάτα το λαλούσαν:

Άνεμοι κατακάτσετε
και σεις βουές, για πάφτε,
γιατί περνάει ο «κεχαγιάς»,
το πρώτο «τσελιγκάτο»,
χτυπούνε τα κουδούνια τους,
σαν μπόρα του Γενάρη,
βελάζουν οι «πρατίνες» του
σαν θάλασσας φουρτούνα,
τσουγκριούνται τα κριάρια του,
σαν να φυσούν ανέμοι,
και τα μικρά τα πρόβατα
σαν κύματα πηδάνε.
Άνεμοι κατακάτσετε
και σεις βουές, για πάφτε,
Κατσικογιάννης πάει μπροστά
μ΄ εφτά χιλιάδες «πράττα».

Μα τώρα τελευταία μια άτιμη αρρώστια, του είχε κουτσοποδιάσει τα ζωντανά, του τα είχε θερίσει σαν ένα κακό δρεπάνι. Ό,τι μπορούσε να τους κάνει, έκαμε… Τα πότισε με βότανα, τα κάπνισε με ό,τι τούπαν. Μα κείνα κατακοίτουνταν και πολλά ψοφούσαν. Μόνο τα νεογέννητα στεκόντουσαν στα πόδια τους και παίζανε και σκιρτούσανε γύρω από τις μάνες τους, σαν αφρισμένα κυματάκια που ορθούνται και ξεσπάνε παιγνιδιάρικα τριγύρω στον ακίνητο τον βράχο…

Κι΄ απάνω στην απελπισία και τη στεναχώρια του αυτή, να και του παράγγειλε η Μπαρουτοκώσταινα το γιατρικό:

– Μεγάλον αγιασμό! Τι κάθεσαι; Έτσι θα τα γλυτώσεις.

Και πήρε την αγγλίτσα του και το φλασκί του, χαιρέτησε την άσπρη του κοπαδιού του θάλασσα, εθωρακίστηκε με πίστη κι΄ ελπίδα και κατέβηκε στη χώρα, σαν γλυκοχάραζε των Φώτων, να πάρει από το χέρι του παπά -του αγαθού Παπαδιονύση- τον «Μέγαν αγιασμόν».

Και ήταν μια καλή και μια χρυσή, μια ξέξασπρη μέρα, που παίζαν και κυλούσαν και γελούσαν τα νερά, κι΄ η θάλασσα ήταν ήσυχη και στρωτή, γεμάτη μαγέμματα και άχνες κι΄ αντανακλάσεις και χρωματισμούς, σαν να συγυρίστηκε κι΄ ετοιμάστηκε επί τούτο, για να δεχτεί το θείο του Σταυρού αγίασμα…

Κι΄ όλα αυτά, νερά και χαραυγή και φύση και θάλασσα και μαγείες πρωινές και ξάστερη ανατολή και ήσυχη μέρα και των άψυχων η χαρά και τ΄ ουρανού η διαφάνεια και το μέγα της γιορτής μυστήριο, επέδρασαν τόσο στην ψυχή του τσέλιγκα, του χύσανε μέσα του τόση ημεράδα κι΄ αγάπη, τόση ελπίδα και πεποίθηση, που ανέβλυσε σαν πίδαξ από μέσα από  καρδιά  η χαρά και πλημμύρισε κι΄ αλάφρωσε το σώμα του. Νόμιζε πια ότι δεν περπατούσε, πως πετούσε μέσα στις πρωινές τις αύρες, πως ήταν μια ουσία πια μ΄ αυτές, πως όλη εκείνη η δροσιά κι΄ η αγάπη χύθηκε μέσα στο σώμα του, και λησμόνησε το πάθημά του, του έσβυσε κάθε σκέψη κακή, και χωρίς κι΄ αυτός να καταλάβει πως, ένα τραγούδι ανέβηκε στο στόμα του:

Θάλασσα τα κοπάδια σου,
τι σαλαγάς στον άμμο;

***

Καιρό είχε να κατεβεί στη χώρα ο Απήγανος και χρόνια να μπει σ΄ εκκλησιά. Έτσι, μέσα στο ημίφως του ναού, που ήταν γεμάτος από κόσμο, στων παπάδων τις χρυσές στολές και στου Δεσπότη την ολόλαμπρη, στη σοβαρή και πατρική των αγίων την … [σ.σ. λείπουν λέξεις].

Φανταστείτε πια τη χαρά του Γιάννη του Απήγανου, όταν είδε τον παπά να διαβάζει μεγαλοφώνως, και όλο το πλήρωμα του ναού να σταυροκοπιέται, σαν να παρακαλούσε κι΄ αυτό για τα πρόβατά του και τα γίδια του:

6_stam_stam_agiasmos

– «… Και συ, Ιορδάνη, ότε εστράφεις προς τα οπίσω, τα όρη εσκιρτήσανε ωσεί κριοί».

Χα! έκαμε ο Γιάννης ο Απήγανος, είπε για τα κριάρια ο παπάς.

«… Και οι βουνοί, ως αρνία προβάτων…» εξακολούθησε ο παπάς.

Χα! χα! είπε και για τ΄ αρνιά. Για τ΄ αρνιά και για τα κριάρια!… Πες τίποτε παππούλη μου και για τα γίδια!… Κί σ΄ ηυχαριστώ!…

– «… και εσκίρτησαν προς τα οπίσω, κύματα Ιορδάνου, ως αιγίδια…!»

– Ηυχαριστώ! ακούστηκε τώρα η δυνατή του Απήγανου φωνή. Είπες και για τα γίδια…

Όλ΄ αυτά δώσανε στον Απήγανο δύναμη και ζωή και νέου είδους χαρά γέμισε τη ψυχή του, σαν να κέρδισε ανέλπιστα και ξαφνικά τα κοπάδια του που κινδύνευαν.

Γι΄ αυτό, σαν είδε τους άλλους να ορμούν στον αγιασμό, ποιος να πρωτοπάρει το νάμμα αυτό της θεϊκής δυνάμεως, με δύο πήδους ο Κατσικογιάννης βρέθηκε απάνω στο κουβούκλιο, κι΄ άρπαξε όλη την αργυρή λεκάνη, για να του φτάσει για όλο το κοπάδι του…

Είδαν κι΄ έπαθαν ως να τον πείσουν ότι και μια μοναχή σταλαγματιά αρκούσε για ν΄ αγιάσουν ποταμοί ολόκληροι και όλη η θάλασσα με τα πελάγη και τους ωκεανούς στης…

Κι΄ έτσι, με γεμάτο μόνο το «φλασκί», γύριζε γοργός στο χειμαδιό του ο Απήγανος.

Τώρα την φύση δεν την πρόσεχε…

Τα άψυχα δεν μιλούσαν πλέον στην ψυχή του!…

Τώρα αισθανόταν μια μεγάλη δύναμη, μια δύναμη θεία, υπερφυσική, κλεισμένη μέσα στο φλασκί του, κάτι το πολύτιμο κι΄ ανεύρετο. Από αυτό κρεμότανε πια η σωτηρία των κοπαδιών του και η δική του η ζωή και η ευτυχία!…

Και φοβόταν και πρόσεχε σταγόνα να μην του χυθεί, να μην του αναποδογυρίσει η «πλόσκα» και χάσει τον αγιασμό…

***

Σαν κοντοζύγωνε στην στάνη του, στάθηκε γεμάτος έκπληξη και περιέργεια. Του φάνηκε πως κόσμος πολύς εγύριζε, εκεί μέσα στις χαμηλές καλύβες του χειμαδιού του, φωτιές ξάνοιξε ν΄ ανάβουν μεγάλες και τρανές, καπνοί ν΄ ανεβαίνουν στον ουρανό της ήσυχης ημέρας, τα σκυλιά να γαυγίζουνε γρυλίζοντας, σαν νάτανε δεμένα, και μια βουή πανηγυριού να έρχεται από κει πάνω…

– Χριστός και Παναγιά! είπε… Μην έγινε το θαύμα πριν φτάσω;…

Αλλά δεν ήτανε ακόμα το θαύμα του Θεού, ήτανε τα βάσανα των ανθρώπων.

8_stam_stam_agiasmos

Το υπό τον Μοίραρχο Νεοκλή Σκουροσουγιά απόσπασμα, κατέβηκε κουρασμένο στη στάνη και πεινασμένο καθώς ήταν από τη μεγάλη νηστεία της παραμονής, και γεμάτο όρεξη για τη μεγάλη των Θεοφανείων γιορτή, γιορτή Δεσποτική και σεβαστή σ΄ όλους τους Χριστιανούς, γιορτή που επιβάλλεται κατάλυση παντός ωραίου εδώδιμου, παντός, δηλαδή, δώρο του Θεού, έπιασε τα νέα, τα τρυφερά, του γάλακτος αρνάκια απ΄ το κοπάδι, τοίμασε ξύλα, άναψε φωτιές, έκοψε σουβλιά από τα έλατα, πήρε αλάτι και πιπέρι από τον «τουρβά» -και είχαν πάντα αρκετό για παν ενδεχόμενο- κι΄ άρχισε να τα ψήνει με τραγούδια και χορούς.

Πρώτος πήρε το τραγούδι ο ανθυπασπιστής και το συνεχίσανε μ΄ ενθουσιασμό οι άλλοι:

Εροδιά η ανατολή
και ξημερών΄ η μέρα,
γλυκοχαράζουν τα βουνά,
κι΄ αυγερινός τραβιέται,
πάν΄ τα πουλάκια για βοσκή
κι΄ οι λυγερές στις βρύσες.

Ξεκίνησε κι΄ ο Μοίραχος
με το απόσπασμά του,
βροντάν τα όπλα στα κλαδιά
και τα σπαθιά στις φράχτες
και τα κουμπιά του λάμπουνε
σαν ήλιος, σαν φεγγάρι.

Δεξιά του ο ανθυπασπιστής
και πίσω ο νωματάρχης,
κι΄ από κοντά του στη γραμμή
δώδεκα στέρφες γίδες.

5_stam_stam_agiasmos

Έλατα, δώστε μου σουβλιά,
και σεις βουνά τα ξύλα,
και σεις θυμάρια του βουνού,
τα προσανάμματά σας,
και σεις οι κοντολυγαριές
διχάλες για τις σούβλες,
και σεις σύννεφα τ΄ ουρανού
κάντε δροσιά και ίσκιο,
για να καθίσ΄ ο Μοίραρχος
να φάει τους μεζέδες…

………………………..

– Άϊντε, Θεέ μου, γλέντι μια φορά! φώναξε ο Μοίραρχος ανακλαδιζόμενος, εναβρυνόμενος, και στρίβοντας το μουστάκι του. Γεια σου ενωματάρχη, και πρόσεξέ μου εκείνο το νεφρό, μην πέσει στο χώμα…

Ο κακομοίρης ο Γιάννης ο Απήγανος, σαν είδε όλη εκείνη τη σφαγή, όλη την αφάνταστη και απροσδόκητη θυσία, στάθηκε σαν ξερός, η «τσίτσα» με τον αγιασμό του παραλίγο να του ξεφύγει από τα χέρια, και μη έχοντας που να απευθύνει το παράπονό του το πικρό, γύρισε απάνω στον γαλάζιο ουρανό, στον οποίο έλαμπε ένας καθαρός ήλιος σαν Θεός, και προς τον οποίον υψώνονταν ολόϊσιοι, σαν περίεργες κολώνες, οι καπνοί των ψησταριών και των ψητών οι κνίσσες και είπε σαν να μιλούσε με τον ίδιο τον Κύριο:

– Χριστούλη μου, από την «κουτσάγρα» τα γλυτώνω τα «πράμματά» μου με τον αγιασμό, από τους χωροφύλακες όμως και τον Μοίραρχο πως να τα γλυτώσω!…

(Πηγή: Περιοδικό «Μπουκέτο», Τόμ. 9, Αρ. 410 και 411 (1932) – Δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες)

Stamatios_Stamatiou_1913_(cropped)* Ο Σταμάτης Σταματίου (1881-1946) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, συγγραφέας, σκιτσογράφος και πολιτικός, ο οποίος υπηρέτησε ως νομάρχης. Ως δημοσιογράφος και συγγραφέας είναι περισσότερο γνωστός με τα αρχικά «Σταμ. Σταμ.», όπως υπέγραφε στα έργα του.

Ο Σταματίου έγραψε πολλά ευθυμογραφήματα σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά (Ακρόπολις, Έθνος, Μπουκέτο, κ.ά.). Τα κείμενά του, γραμμένα σε ρουμελιώτικο ιδίωμα και με σκίτσα του ίδιου, τα υπέγραφε με το ακρώνυμο «Σταμ. Σταμ.» και έφεραν τον γενικό τίτλο «Ιστορίες του χωριού». Με το ίδιο όνομα, ορισμένα από τα ευθυμογραφήματά του κυκλοφόρησαν και σε βιβλίο το 1946. Το 1974 κυκλοφόρησε ένας ακόμα τόμος με ευθυμογραφήματα του Σταματίου με τίτλο «Εύθυμα και σατιρικά». (Βικιπαίδεια).



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

         









Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.