Βιβλιοκριτική: “Π’τήδεια, π’τήδεια καμάρ’ μ’” του Μίμη Κούρτη
Της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού
Την άνοιξη του 2026 η λευκαδίτικη βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε από δύο νέες εκδόσεις, με κοινό τους χαρακτηριστικό τη γραπτή απόδοση του λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος, «εφαρμοσμένου» πειστικά μέσα στους σπαρταριστούς διαλόγους ηρώων και κυρίως ηρωίδων της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για τα 25 μεγανησιώτικα ντοπιολαλήματα του Αριστείδη Δάγλα, με τίτλο: «Τριανέμι», έκδοση της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λευκάδας, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2026 και του Μίμη Κούρτη οι 25 ιστορίες γραμμένες στη λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, ιδιαίτερα της Εγκλουβής, που είχε κυκλοφορήσει λίγο νωρίτερα, μόλις με την αρχή του νέου χρόνου-2026), από τις εκδόσεις Οσελότος.
Ο τίτλος τους “Π’τήδεια, π’τήδεια καμάρ’ μ’”, είναι η φωνητική απόδοση της τρυφερής παραίνεσης-συμβουλής, συνήθως από γυναικεία φωνή: Επιτήδεια, επιτήδεια, καμάρι μου: όπου η σημασία του τροπικού επιρρήματος δηλώνει την επιτηδειότητα, την τέχνη, την ικανότητα ή και τα κατάλληλα μέσα ώστε να γίνει κάτι ανεμπόδιστα. Το καμάρ’ μ’ είναι μια στοργική, αγαπησιάρικη προσφώνηση, προσφιλής στην αγροτική Λευκάδα και λιγότερο ή σπάνια στην πόλη. Εκφράζει στοργή, περηφάνια, θαυμασμό και ιδιαίτερη αδυναμία του προσφωνούντος προς τον προσφωνούμενο, μικρότερο, κατά κανόνα, στην ηλικία.
Ο Μίμης Κούρτης, συγγραφέας με μιαν εμπειρία γραφής τόσο ποιητικού όσο και πεζογραφικού λόγου, κατάγεται από το ορεινό χωριό της λευκαδίτικης ενδοχώρας, την Εγκλουβή. Και παρά το μεγάλο διάστημα της ενήλικης απουσίας του (σπουδές, άσκηση επαγγέλματος), ποτέ του δεν το ξέχασε, αλλά με κάθε ευκαιρία επέστρεφε σ’αυτό, φέροντας ζωντανά μέσα του βιώματα, εικόνες, συναισθήματα ανόθευτα από τον χρόνο, τις συνθήκες, την απουσία. Εγγονός του αξιοσέβαστου Εγκλουβησιάνου λαϊκού ποιητή Δημητρίου Στεριώτη, φέρει ως είδος πνευματικής κληρονομιάς, ένα spiritus familiaris, το οποίο εκδηλώνεται στη δημιουργική του ανησυχία, στη συναισθηματική του δομή, στην επίμονη μνημονική του επιστροφή στα γνήσια ακούσματά του από τους ανθρώπους του χωριού του.
Αυτά τα ακούσματα αισθάνεται την ανάγκη να αναστήσει με τις ιστορίες του, να τους δώσει την ευκαιρία μιας δεύτερης ζωής, όχι απλώς σαν μια πράξη ετεροχρονισμένης διαλεκτολογικής άσκησης, αλλά ως συνειδητή κατάθεση στη διατήρηση του πιο σημαντικού στοιχείου της άυλης πνευματικής κληρονομιάς της ιδιαίτερης πατρίδας του. Και να δείξει εν πράξει, την επικοινωνιακή, ψυχογραφική, συναισθηματική και κοινωνική λειτουργία του λευκαδίτικου ιδιώματος, προσαρμοσμένου ωστόσο στη γλωσσική εκδοχή του χωριού του, της Εγκλουβής: που δεν είναι απλώς ο τόπος στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες, αλλά ο τόπος που μιλά μέσα από τις ιστορίες. Και καθώς αυξάνεται ολοένα η παραγωγή διαλεκτικής λογοτεχνίας της εντοπιότητας, προσφέρεται η δυνατότητα, εκτός των άλλων, και μιας συγκριτικής θεώρησης των διαλεκτικών παραλλαγών στις επιμέρους τοπικότητες.
Στην περίπτωση του Μίμη Κούρτη -όπως και στην περίπτωση του Αριστείδη Δάγλα- η γραπτή αποτύπωση της προφορικής τοπικής διαλέκτου αναγνωρίζεται ως συνειδητή πράξη διάσωσης της γλωσσικής παράδοσης, που η σύγχρονη γλωσσική ομοιομορφία, οι δημογραφικές συνθήκες και ο γλωσσικός ρατσισμός απέναντι στα τοπικά ιδιώματα, έχουν συντελέσει στον σταδιακό ή και βίαιο αφανισμό της.
Βέβαια, η σύγχρονη Γλωσσολογία και οι κλάδοι της, έχουν φέρει τον αποστιγματισμό των διαλέκτων και των τοπικών ιδιωμάτων, απορρίπτοντας κάθε αξιολογική διάκριση ανάμεσα στην κοινή γλώσσα και στις διαλέκτους. Από τις κλασικές μελέτες του William Labov και του Peter Trudgill μέχρι τη σύγχρονη Κοινωνιογλωσσολογία, θεωρείται πλέον αυτονόητο ότι όλες οι γλωσσικές ποικιλίες διαθέτουν ισότιμη γλωσσική δομή και εκφραστική επάρκεια. Η διάλεκτος δεν είναι «λανθασμένη ελληνική», αλλά ένα ολοκληρωμένο γλωσσικό σύστημα με δική του ιστορική εξέλιξη και εσωτερική συνοχή.
Αυτή η αντίληψη διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια και από τον Ομ. καθηγητή Γλωσσολογίας και Ακαδημαϊκό Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι οι ελληνικές διάλεκτοι και τα ιδιώματα αποτελούν πολύτιμο τμήμα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας και βασική πηγή για την κατανόηση της εξέλιξής της. Οι τοπικές γλωσσικές ποικιλίες -υποστηρίζει- διατηρούν αρχαϊκά στοιχεία που έχουν χαθεί από την κοινή νεοελληνική, εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο και φωτίζουν τις πολιτισμικές και ιστορικές διαδρομές των ελληνικών κοινοτήτων. Για τον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, η καταγραφή και η αξιοποίησή τους στη λογοτεχνία δεν αποτελεί έκφραση νοσταλγίας, αλλά ουσιαστική συμβολή στη διαφύλαξη της γλωσσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η γραπτή αξιοποίηση των τοπικών γλωσσικών ποικιλιών με τη μορφή της λεγόμενης διαλεκτικής λογοτεχνίας, που εμφανίζεται στον τόπο μας αρχικά ως ένα είδος γλωσσικού φολκλορισμού, έχει λάβει σήμερα τη μορφή μιας συνειδητοποιημένης πράξης πολιτισμικής αντίστασης απέναντι στην ομογενοποίηση της γλώσσας και στη διάδοση και επιβολή, μέσω της τηλεόρασης, των εντύπων, του διαδικτύου, μιας αστικής υβριδικής νεόγλωσσας, που επιβάλλεται τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στον επαρχιακό χώρο, διαβιβρώσκοντας ακόμα και την υφολογία της καθιερωμένης (κοινής) γλωσσικής έκφρασης.
Το συγκεκριμένο βιβλίο του Μίμη Κούρτη «Πτήδεια, πτήδεια, καμάρ’μ’» είναι μια εκδοχή -η πρώτη του συγγραφέα- αφηγηματικού λόγου στη “λευκαδίτικη ντοπιολαλιά”, συνέχεια του βιωμένου υλικού που μνημονικά κατατίθεται και σε όλα τα προηγούμενα έργα του, όπου η μνήμη λειτουργεί ως αντίσταση. Κι αυτό συνιστά τον κεντρικό άξονα της συγγραφικής πορείας του δημιουργού. Ήδη από τον τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής, «Γι’ αυτούς που χάσανε νωρίς», η απώλεια και η διάσωση από τη λήθη βρίσκονται στον πυρήνα της γραφής του. Στο βιβλίο του «Της αλμύρας λόγια», η αφήγηση δέκα ιστοριών συνδέεται με αληθινές ανθρώπινες εμπειρίες και με τη μεταφορά των βιωμάτων των προσώπων στον γραπτό λόγο. Στο «Δεν με ρώτησε κανείς», η μνήμη αποκτά ιστορικό και αντιπολεμικό βάρος· το έργο παρουσιάζεται ως «μια αληθινή ιστορία».
Στο πρόσφατο βιβλίο του η μνήμη επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο και αποκτά γλωσσική μορφή. Το έργο τώρα “ανασταίνει” τη ζωή και τη γλώσσα της ιδιαίτερης πατρίδας, όπως αυθόρμητα ανακαλεί και τις δύο -ζωή και γλώσσα- στη σκέψη του ο συγγραφέας και τις αναπαράγει μέσα στις είκοσι πέντε ιστορίες του βιβλίου του -ζωντανό αρχείο- λαογραφικό και ανθρωπολογικό- της συλλογικής πολιτισμικής εμπειρίας του χωριού του και του νησιού του ολόκληρου: αποδεικνύοντας ότι η διαλεκτική συγγραφή μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως τέχνη, ιστορική μαρτυρία και γλωσσική τεκμηρίωση.
Οι αφηγήσεις και οι σπαρταριστοί διάλογοι, κυρίως γυναικών, δεν επιδιώκουν μόνο να ψυχαγωγήσουν. Λειτουργούν ως φορείς εμπειριών, αξιών και τρόπων ζωής μιας αγροτικής κοινωνίας, όπου η γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθημερινότητα, την εργασία, τα ήθη, τις οικογενειακές σχέσεις, τα έθιμα, τα βιώματα, τις προκαταλήψεις, τους αυστηρούς κώδικες ηθικής, την αντίδραση απέναντι στο ανοίκειο του κάθε μοντερνισμού, τη συλλογική μνήμη. Η τοπική γλώσσα είναι η ίδια η φωνή των προσώπων και της κοινότητας.
Έτσι, ο συγγραφέας, φαίνεται να μετακινείται από τη μνήμη των γεγονότων στη μνήμη της βιωμένης φωνής. Η “φωνή” στους ζωντανούς, πειστικούς -παρά τις κάποιες υπερβολές τους ώστε να παραχθεί αυθόρμητο γέλιο- διαλόγους, ανήκει σε γυναικεία πρόσωπα, δύο κατά κανόνα, και μεγάλης ηλικίας ώστε να υλοποιείται το χάσμα των γενεών και η σύγκρουση με τα νεοεισερχόμενα ήθη, που μορφοποιεί και το εύθυμο περιβάλλον των ιστοριών. Το κωμικό, η ειρωνεία, το ευτράπελο και όλες οι αποχρώσεις του γέλιου που αυθόρμητα εκπηγάζουν από τις ιστορίες αυτές, αντίδοτο στην εξιδανίκευση και τη νοσταλγική επιστροφή, φέρουν τα χαρακτηριστικά της απομυθοποιημένης, και γι’αυτό περισσότερο πραγματικής, εικόνισης της ζωής. Έτσι, το χιούμορ δεν είναι απλώς αισθητικό τέχνασμα. Είναι μια «αφηγηματική ηθική»: ο τρόπος να αγαπάς ό,τι έχεις βιώσει χωρίς να το εξιδανικεύεις. Και, όπως προσφυώς επισημαίνει ο έγκριτος ερευνητής του λευκαδίτικου τοπικού ιδιώματος, Βασίλης Φίλιππας, στο εισαγωγικό του σημείωμα, “ο συγγραφέας σε καμιά περίπτωση δεν χρησιμοποιεί τις γυναίκες αυτές ως καρικατούρες, το αντίθετο μάλιστα: δεν αγιοποιεί ούτε την εποχή, ούτε τις συμβάσεις της” (σ. 10). Και συνεχίζοντας την ηθογραφία τους: “Οι γυναίκες του είναι εργατικές πάνω απ’όλα, ασταμάτητες, εφευρετικές, “εξιπήριες”, “τζαρδόζες”. Μαγειρεύουν, ανασταίνουν παιδιά, φροντίζουν ηλικιωμένους, κουβαλούν το νερό από τη βρύση, κάνουν μπουγάδες, ζυμώνουν, μαγειρεύουν, κρατούν το σπίτι σε τάξη, διάζουν, συμμετέχουν ενεργά στις αγροτικές δουλειές, φροντίζουν τα ζωντανά, υπομένουν πεθερούς και “διαολοπεθερές”, που τους κάνουν τη ζωή κόλαση” (σ.10-11).
Πάνω σ’αυτούς τους ρόλους τις ανακαλύπτει κι εκεί σταθμεύει ο φακός του Μίμη Κούρτη μαζί με την κασέτα εγγραφής για ν’απαθανατίσει τα φερσίματα, τους τρόπους, τα ήθη και τις συμπεριφορές, τη γλώσσα τους την ίδια, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη περίπου λαογραφική ανα-παράσταση της καθημερινής ζωής του χωριού, κληρονομιά μνήμης για τις επερχόμενες γενεές ανθρώπων και πολιτισμών.
Από αυτή την άποψη, το «Π’ τήδεια, π’ τήδεια καμάρ’ μ’» δεν είναι απλώς ένα ακόμη βιβλίο στην εργογραφία του Μίμη Κούρτη. Είναι ίσως το έργο στο οποίο οι βασικές σταθερές τής μέχρι τώρα γραφής του -ο άνθρωπος, η απώλεια, ο τόπος, η μνήμη και η ανάγκη της διάσωσης- βρίσκουν την πιο οργανική τους σύνθεση. Γιατί η μνήμη -η κοινωνική μνήμη ορθότερα εδώ- δεν είναι μόνο αυτό που θυμόμαστε. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το λέμε και το αναμεταδίνουμε. Και όταν χαθεί ο τρόπος αυτός, δεν χάνεται μόνο μια διάλεκτος. Χάνεται ένας ολόκληρος τρόπος να υπάρχει αυτός ο κόσμος, να υπάρχεις εσύ μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Μίμης Κούρτης δεν θα τους αφήσει να χαθούν. Γι’αυτό και τον διαβάζουμε και τον ευχαριστούμε!
Πρώτη δημοσίευση: Περί ου, 12-9-2026









































































