Με σεβασμό στο παρελθόν (Για την ιστορία του Φτερνού)
Στις 22 Αυγούστου έγινε μια όμορφη εκδήλωση για την ιστορία του Φτερνού. Η πρωτοβουλία ανήκει στον πρόεδρό του κ. Ηρακλή Μαυροκέφαλο. Ακούστηκαν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Προσωπικά μου άρεσε πολύ η ομιλία του κ. Μάκη Αρματά, Αντιδημάρχου Οικονομικών του Δήμου Λευκάδας.
Μέσα στην ομιλία του πιστεύω ότι πολλοί θα βρούμε πολλά δικά μας βιώματα, γι’ αυτό και τη μεταφέρω αυτούσια με ελάχιστες γλωσσικές παρεμβάσεις
Καλησπέρα σε όλες και όλους!
Σας καλωσορίζω στο Φτερνό, το χωριό όσων γεννήθηκαν εδώ και κατοικούν κοντά ή μακριά, όσων γεννήθηκαν σε άλλα μέρη από γονείς που προέρχονται από το Φτερνό.
Το Φτερνό κατοικείται από τον 16ο αιώνα. Όταν ήρθαν οι Ενετοί ο πληθυσμός του αυξήθηκε.
Το επίθετο «Αρματάς», που τα συναντάμε συχνά εδώ, υποδηλώνει μισθοφόρους του Ενετικού στρατού που πολέμησαν κατά των Τούρκων και σε αντάλλαγμα πήραν εκτάσεις γης δικές τους καθώς και χρήματα που είχαν γραμμένα τη λέξη «ARMATA». Σε νομίσματα που βρεθήκανε στον οικισμό αναγράφεται στη μια πλευρά πάνω η λέξη «ARMATA» και πιο κάτω φαίνεται μισόσβηστο και δυσδιάκριτο κάτι σαν έμβλημα. Στην άλλη πλευρά διακρίνεται η λέξη «VENETIA»,
Παράλληλα εγκαταστάθηκαν και οι Σκλαβενιταίοι. Η καταγωγή τους είναι από τα Σκλάβαινα της Αιτωλοακαρνανίας, τα οποία τα έκαψαν οι Τούρκοι το 1690. Όσοι γλίτωσαν ήρθαν στον Πόρο και το Φτερνό και στη συνέχεια στο Κατωχώρι. Από τον τόπο καταγωγής τους βγήκε και το καινούργιο επίθετο.
Άλλα επίθετα που συναντάμε εδώ είναι Πολίτης, Κατωπόδης, Αργυρός, Θερμός, Βουκελάτος.
Ο πρώτος οικισμός του Φτερνού βρισκόταν στη θέση «Παλιαχούρια» ή «Παλιοχώρια». Ήταν γύρω και πάνω από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στους πρόποδες του βουνού Λαϊνάκι. Το χωριό εγκαταλείφθηκε λόγω μιας επιδημίας που οι παλαιότεροι την αποκαλούσαν «ΚΟΥΚΟΥΔΙ».
Μία από τις τρεις οικογένειες που επέζησαν (η οικογένεια Αρματά) μετανάστευσε και ίδρυσε ξανά το Φτερνό. Στην ακμή του το χωριό αριθμεί 400 κατοίκους
Το Φτερνό είναι ημιορεινό με λιγοστή καλλιεργήσιμη γη αλλά ηλιόλουστο. Ο ήλιος το λούζει όλη την ημέρα από την ανατολή έως την δύση χειμώνα και καλοκαίρι. Οι άνθρωποι επέλεξαν να ζήσουν εδώ λόγω της θέσης του, παρόλο που δεν υπάρχουν νερά. Οι ανάγκες του χωριού καλύπτονται στην διάρκεια του χειμώνα με το μάζεμα του βρόχινου νερού από τις στέγες των σπιτιών σε μεγάλα δοχεία και τα τελευταία χρόνια σε τσιμεντένιες δεξαμενές (στέρνες) που πολλές οικογένειες μπόρεσαν να κατασκευάσουν.
Το καλοκαίρι ήταν μια δύσκολη εποχή με αυξημένες ανάγκες και χωρίς βροχές. Υπήρχαν τα πηγάδια βέβαια που και σήμερα βλέπουμε στην ομώνυμη τοποθεσία συγκεντρωμένα, λόγω της καταλληλόλητας του εδάφους να κρατάει το νερό. Και πάλι οι ανάγκες δεν καλύπτονταν. Έτσι η κοινότητα κατασκεύασε υδραγωγείο και αρκετές δεξαμενές 7 σε αριθμό. Το μοίρασμα του νερού γίνονταν με νεριάρη.
Οι άνθρωποι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και την γεωργία. Η ύπαρξη των ζώων έφερε την ζωοκλοπή, «αναγκαίο κακό» για ορισμένους, προκειμένου να ταΐσουν τη φαμίλια τους ή και ως άθλημα.
Αρκετές οικογένειες είχαν μεγάλα κοπάδια με ζώα, κυρίως γίδια ή πρόβατα. Οι υπόλοιπες οικογένειες του χωριού, είχαν οικόσιτα ζώα, τα μαρτίνια.
Οι ελιές μαζί με την καλλιέργεια των σιτηρών και των αμπελιών υπήρξαν για αιώνες, οι βασικές αγροτικές ασχολίες, άμεσα συνδεδεμένες με την καθημερινή ζωή, την οικονομία και την παράδοση του χωριού.
Στο χωριό μέχρι το 1990 υπήρχαν δύο ελαιοτριβεία, τα οποία δούλευαν από τις 4 το πρωί έως τις 10 το βράδυ, από αρχές Οκτώβρη μέχρι το τέλος του Μάρτη.
Τον Οκτώβρη ξεκινούσε η σπορά στα χωράφια με το ζευγάρι (κυρίως με γαϊδούρια, σπάνια με άλογα που ήταν λιγοστά). Όποιο χωράφι δεν μπορούσε να γίνει με το αλέτρι, οι άνθρωποι έπιαναν το τσαπί, γιατί δεν περίσσευε σπιθαμή γης να μείνει ακαλλιέργητη.
Το καλοκαίρι ερχόταν η ώρα του θερισμού. Οι θεριστιάδες, άνδρες και γυναίκες, ξεκινούσαν από τα χαράματα με τα δρεπάνια στα χέρια. Η ζέστη ήταν μεγάλη. Η εργασία είχε ένα ρυθμό σχεδόν τελετουργικό: κοβόταν το σιτάρι, δένονταν δεμάτια (κουντούρες) και με τα ζώα τα κουβαλούσαν στα αλώνια όπου σχηματίζονταν οι αθημωνιές.
Ακολουθούσε το αλώνισμα με τα ζώα που πατούσαν το σιτάρι πάνω στο αλώνι, ώσπου να χωριστεί ο καρπός από το άχυρο. Όλα αυτά μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του 70 πού κάνει την εμφάνιση της στο χωριό η αλωνιστική μηχανή, η οποία δούλευε ασταμάτητα από τα άγρια χαράματα μέχρι να σκοτεινιάσει, σχεδόν για ένα δεκαήμερο προκειμένου να ολοκληρώσει το αλώνισμα.
Το μάζεμα της ελιάς και το θέρισμα του σιταριού ήταν τρόποι ζωής, δεμένοι με τον κύκλο του χρόνου, τις ανάγκες της κοινότητας και την παράδοση.
Τις δεκαετίες του 60 – 70 μέχρι τη δεκαετία του 80 αρκετοί κάτοικοι μετακινούνταν προσωρινά για δουλειά, όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, στην Αιτωλοακαρνανία κυρίως στην περιοχή της Κατοχής. Έφταναν μέχρι το Αίγιο και στα περίχωρα της Πάτρας για να κάνουν κάποια μεροκάματα για να ζήσουν την οικογένειά τους.
Η μετακίνηση δεν ήταν καθόλου εύκολη. Μεγάλο μέρος της γίνονταν με τα πόδια. Οι άνθρωποι κατέβαιναν στο Βλυχό να πάρουν την βενζίνα, όπως αποκαλούσαν την βενζινοκίνητη βάρκα, για να πάνε στην συνέχεια στην Πόλη, ή να πάρουν το πλοίο της γραμμής, αν είχαν βέβαια το σχετικό αντίτιμο.
Το λεωφορείο αρχίζει να ανεβαίνει στο χωριό το 1968, αφού διαμορφώνεται κατάλληλα η πλατεία στο τέλος της ανηφόρας, η γνωστή με το όνομα Δραγάτα.
Οι γυναίκες του χωριού πέρα από την φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού, όπου οι άνδρες σπάνια βοηθούσαν, όταν οι δουλειές στο χωράφι το επιτρέπουν ή ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος για εξωτερικές εργασίες, πιάνουν το πλέξιμο, το κέντημα ή μπαίνουν στον αργαλειό, ο οποίος να σημειωθεί, ήταν βασικό εργαλείο της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας και συνδεόταν άμεσα με τον ρόλο της γυναίκας μέσα στο σπίτι κυρίως τις χειμωνιάτικες ημέρες.
Στο Φτερνό πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο πανηγύρι τιμώντας τον πολιούχο του χωριού Προφήτη Ηλία. Το Πανηγύρι αποτελούσε ανέκαθεν σημείο συνάντησης και διασκέδασης έως και σήμερα. Η γιορτή με παραδοσιακά όργανα (κλαρίνα) κρατούσε για δύο δεκαετίες 1970-1990 τρία ολόκληρα βράδια.
Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού το διάστημα 1960-1980, φοιτούσαν έως και ογδόντα παιδιά. Αρκετά από αυτά αναδείχθηκαν επιστήμονες, γιατροί, δάσκαλοι, καθηγητές. Άλλοι διέπρεψαν και διαπρέπουν σε διάφορους άλλους τομείς.
Τα καφενεία και παντοπωλεία του χωριού είχαν έναν ξεχωριστό ρόλο στη ζωή της κοινότητας. Δεν ήταν απλά μέρος για καφέ ή ποτό, αλλά το «κέντρο» του χωριού, το σημείο συνάντησης και επικοινωνίας.
Τα μαγαζιά του χωριού γίνονταν και κινηματογράφοι. Θυμάμαι ότι σχεδόν κάθε εβδομάδα παίζονταν ταινίες από πλανόδιους κινηματογραφιστές.
Στο χωριό μας μετά το 1970 υπήρχαν τα εξής μαγαζιά: Το καφέ-παντοπωλείο του Αρματά Νικολάου του Ηλία (Λιά), το καφέ-παντοπωλείο της Πολίτη Ευγενίας, το καφέ-παντοπωλείο του Αρματά Ευστάθιου (Λιάρου), το μπακάλικο του Σκλαβενίτη Χρήστου (Γιαννακού), το μπακάλικο του Πολίτη Ευστάθιου (Μηνάς), το καφέ-παντοπωλείο του Αρματά Δημητρίου (Γρίβα) και το καφέ-παντοπωλείο του Αρματά Χρηστού(Μούζας).
Οι Ταβέρνες του Σκλαβενίτη Σπύρου (Κολοκυθά)- (Φίλιππας) και του Βουκελάτου Γιώργου-(Χάρης) λειτουργούν μέχρι και σήμερα με παραδοσιακούς μεζέδες.
Στο χωριό είχαμε και δύο τσαγκάρηδες, αρκετούς μαστόρους με διάφορες ειδικότητες και γυναίκες πού ασχολούνταν με το ράψιμο ρούχων.
Είναι σημαντικό να αναφερθούμε στην ξενιτιά που ήταν ένα από τα πιο βαριά βιώματα των παλιών καιρών στα ελληνικά χωριά. Για πολλούς ανθρώπους δεν ήταν επιλογή, αλλά ανάγκη. Η φτώχεια, η έλλειψη δουλειάς και οι δύσκολες συνθήκες τους έσπρωχναν να αφήσουν τον τόπο τους και να αναζητήσουν καλύτερη ζωή αλλού.
Οι άντρες, κυρίως νέοι, έφευγαν συνήθως για την Αμερική, την Αυστραλία, τη Γερμανία. Ζούσαν σε δύσκολες συνθήκες, ξενόγλωσσο περιβάλλον και μοναξιά. Η σκέψη του χωριού και της οικογένεις τους συντρόφευε πάντα. Το γράμμα ή το δέμα που έστελναν ήταν το μοναδικό σημάδι πως είναι καλά. Το μεροκάματο δεν πήγαινε μόνο για τους ίδιους, αλλά γινόταν στήριγμα για όσους είχαν μείνει πίσω.
Το ρεύμα φθάνει στο χωριό το φθινόπωρο του 1968. Στη συνέχεια δειλά δειλά ήρθαν τα ψυγεία και οι τηλεοράσεις, οι οποίες έφερναν στα μαγαζιά που τις τοποθετούσαν αρκετό κόσμο, γυναίκες και άνδρες, για να παρακολουθήσουν κάποια σίριαλ της εποχής.
Ο μοναδικός τρόπος τηλεφωνικής επικοινωνίας ήταν η συνδιάλεξη στο τηλεφωνικό κέντρο του χωριού. Τα πρώτα τηλέφωνα άρχισαν να τοποθετούνται στα μαγαζιά του χωριού, αργότερα στα σπίτια, για να φθάσουμε σήμερα να κρατάμε ο καθένας μας από ένα στο χέρι.
Όταν ολοκληρώνεται το κύμα της εξωτερικής μετανάστευσης, περίπου το 1970, αρχίζει η εσωτερική μετανάστευση όπου τα μεγαλύτερα παιδιά αλλά και ολόκληρες οικογένειες μετακομίζουν στις πόλεις και κυρίως την Αθήνα, για μια καλύτερη ζωή.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: απογραφή 1991: 183 κάτοικοι, 2011 – 178 κάτοικοι, 2021 – 143 κάτοικοι.
Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ο τόπος μας βοηθήθηκε οικονομικά από τη μετανάστευση.
Αρκετοί χωριανοί μας επέλεξαν τη θάλασσα και το επάγγελμα του ναυτικού. Όταν τα καράβια έπιαναν τα λιμάνια της Αυστραλίας και της Αμερικής ορισμένοι διάλεξαν να μείνουν εκεί, λαθραία στην αρχή, μέχρι να καταφέρουν να πάρουν την εκεί υπηκοότητα.
Το Φτερνό είναι ένα χωριό με βαθιές ρίζες στην παράδοση και την ιστορία της Λευκάδας. Κατοικημένο από τον 16ο αιώνα, άντεξε επιδημίες και δυσκολίες, για να ξαναγεννηθεί χάρη στις οικογένειες που το επανίδρυσαν.
Κρατά ακόμα την αυθεντικότητα ενός τόπου που κουβαλά μνήμες και ήθη. Είναι χωριό με ιστορία, αλλά και με ψυχή. Μία ψυχή με κύριο χαρακτηριστικό την αγάπη για τον τόπο. Μια ψυχή γεμάτη αγάπη και φιλόξενη για τον άνθρωπο. Οι άνθρωποί του συνεχίζουν με ιδιαίτερη ευαισθησία να δίνουν ζωή στον τόπο τους, μεταφέροντας τις παραδόσεις από γενιά σε γενιά.
Κείμενο: Μάκης Αρματάς
Αντιδήμαρχος Οικονομικών
Επεξεργασία
Χρ. Γιάννης Φουρλάνος
Δάσκαλος – Θεολόγος

























































![[384889] ELITE LEAGUE 2025-2026 / ΑΣ ΠΑΠΑΓΟΥ - ΑΕ ΔΟΞΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ (ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)](https://www.kolivas.de/wp-content/uploads/2026/02/papag-1-50x50.jpg)


















Θερμά συγχαρητήρια! Εξαιρετική εκδήλωση!
Πολλά συγχαρητήρια σε όλους. Μπράβο στον Ηρακλή και τον αθόρυβο Μάκη Άρματά