Ηρωικές σελίδες της Λευκάδας: Τα γεγονότα της Βαυκερής το καλοκαίρι του 1943
Βαυκερίτες στη βρύση του χωριού τους
Μια ακόμη μαρτυρία για τα αποκαλούμενα γεγονότα της Βαυκερής που έλαβαν χώρα στις 2-3 Αυγούστου του 1943 στο μαρτυρικό αυτό χωριό της Λευκάδας. Ο εξιστορών Γιώργος Λογοθέτης ήταν εκείνη την εποχή Γραμματέας της Τομεακής Επιτροπής του ΕΑΜ Κατούνας που περιλάμβανε, όπως ο ίδιος γράφει, τα χωριά Κατούνα, Αλέξανδρο, Πλατύστομα, Βαυκερή και Εύγηρο. Ο ίδιος μαζί με άλλους έξι κομμουνιστές, είχαν ανασυγκροτήσει πριν τρία χρόνια, το καλοκαίρι του 1940, μετά την απόδραση του θρυλικού Λευκαδίτη κομμουνιστή Στάθη Ζαβιτσάνου (Σταθιού) από την Φολέγανδρο, την πρώτη παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ στο νησί της Λευκάδας.
Ο Γ. Λογοθέτης γράφει μεταξύ άλλων, ότι προτού φτάσει στη Βαυκερή είχε περάσει από το σπίτι του Βαγγέλη Μανωλίτση (Τσανάτσου) στον Αλέξανδρο, ο οποίος ήταν μέλος της Τομεακής Επιτροπής του ΕΑΜ. Ο Αλεξανδρίτης αυτός αγωνιστής γλύτωσε την περίοδο της κατοχής για να πεθάνει το 1947 από τα βασανιστήρια που είχε υποστεί στα κρατητήρια του σταθμού της Χωροφυλακής στον Αλέξανδρο,
Είναι χαρακτηριστικό ότι για τα γεγονότα αυτά και την συνθηκολόγηση των Ιταλών είχε κάνει ειδική μνεία ο ραδιοφωνικός σταθμός του BBC, ο οποίος είχε πει: «Η ιταλική αυτοκρατορία συνθηκολόγησε με ένα μικρό χωριό της Λευκάδας». Περιττό να αναφέρουμε ότι τα γεγονότα αυτά δεν διδάσκονται στα σχολεία.
Γράφει ο Γ. Λογοθέτης:
»Άνοιξη του 1943. Το λαϊκό κίνημα του ΕΑΜ στη Λευκάδα είχε πιά πάρει μεγάλες διαστάσεις. Εκτός απ’ τις οργανώσεις του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ άρχισαν να συγκροτούνται στα χωριά και μαχητικές ομάδες, τα φυτώρια που θα έδιναν στο μόνιμο ΕΛΑΣ τριακόσιους και πάνω μαχητές απ’ το μικρό νησί μας. Το κίνημα, από την μέχρι τότε παθητική αντίσταση, περνάει σε καινούργιες μορφές πάλης. Αρχίζει ενεργός αντίσταση ενάντια στον καταχτητή.
Σαν πρώτος στόχος των μαχητικών ομάδων μπαίνει το ξεκαθάρισμα του νησιού απ’ τους λίγους ευτυχώς προδότες-καταδότες των Ιταλών. Οι οργανώσεις άρχισαν να αμιλλώνται για το ποια θα εκπληρώσει πρώτη το πλάνο της. Στη Λευκάδα κι όλα τα νησιά του Ιονίου δεν είχαμε Γερμανούς. Εμάς, μας είχε προσαρτήσει η Ιταλία στο Ιταλικό ιμπέριουμ. Γι’ αυτό με κάθε τρόπο προσπαθούν να μας εξιταλίσουν. Ιδιαίτερα μεγάλη πίεση ασκούσαν στα σχολεία. Μα χάρη και σ’ αυτή ανδρώθηκε γρήγορα το μαθητικό κίνημα στα σχολεία και ανέδειξε περίφημους μαχητές που παρά τα βασανιστήρια των Ιταλών άντεξαν κι εξελίχτηκαν σ’ αντάξια μέλη της ηρωικής ΕΠΟΝ και άφοβους πολεμιστές του δοξασμένου ΕΛΑΣ.
Οι Ιταλοί για να πραγματώσουν τους σκοπούς τους, πιο πολύ απ’ τους Γερμανούς είχαν ανάγκη από ντόπια πληρωμένα όργανα. Έτσι για να βοηθήσουν το Κοντσόρτσιο, με το οποίο λήστευαν το λάδι του αγρότη, είχαν έμμισθους φορατζήδες στα ελαιοτριβεία και πληρωμένους ρουφιάνους να προδίνουν τους αγρότες που αρνούνταν να παραδώσουν το λάδι τους στον καταχτητή. Αυτοί οι πληρωμένοι ήταν εκείνοι που αποτελούσαν τη μεγαλύτερη πληγή. Έτσι η οργάνωση έβαλε σκοπό της ν’ απαλλάξει το νησί απ’ αυτούς, που ήταν τα χέρια και ο νους του καταχτητή. Πρώτα το ξεκαθάρισμα άρχισε απ’ την πόλη. Κατόπιν έναν-έναν άρχισαν να χτυπούν τους προδότες στα χωριά. Οι Ιταλοί άφριζαν απ’ το κακό τους. Αλλά τα καλώδιά τους αχρηστεύτηκαν και μόνοι τους ήταν ανίκανοι να δράσουν.
Ιούνιος 1943. Ήρθε η σειρά της τοπικής του ΕΑΜ Κατούνας να εκπληρώσει το πλάνο της. Η Τομεακή Κατούνας περιλάμβανε τα χωριά Κατούνα, Αλέξανδρο, Πλατύστομο, Βαυκερή και Εύγηρο, με έδρα την Κατούνα. Γραμματέας της ήταν ο γράφων, Γιώργος Λογοθέτης, δάσκαλος απ’ την Κατούνα. Μια μέρα φθάνει το μαντάτο. Σκότωσαν το ρουφιάνο των Ιταλών Ντάθο απ’ τη Βαυκερή. Τον βρήκαν νεκρό στη θέση «Βράχα» της Κατούνας.
Πέρασαν δυο μέρες και το πτώμα του προδότη ήταν ακόμα άταφο στο τόπο που χτυπήθηκε. Τότε οι Ιταλοί ενδιαφέρθηκαν για την ταφή του. Κατέβηκε στη Βαυκερή ο μπριγκαντιέρος (ενωμοτάρχης-σταθμάρχης) με 2 ακόμα καραμπινιέρους απ’ την Εγκλουβή και διέταξε τους Βαυκερίτες να πάνε να μεταφέρουν το πτώμα του Ντάθου στη Βαυκερή και να το θάψουν. Οι Βαυκερίτες αρνήθηκαν. Κι όταν οι Ιταλοί θέλησαν να εφαρμόσουν βία πήραν την απάντηση. Ο Σταυράκης Γαζής μαζί με τη γυναίκα του, ήταν τότε μόλις οχτώ μέρες παντρεμένοι, επιτέθηκαν στους Ιταλούς, και με τη βοήθεια και των παραβρισκομένων χωρικών τους πιάνουν και κάνουν άγιατρο στο ξύλο τον μπριγκαντιέρο. Του ’δωσαν τόσο ξύλο όσο είχε δώσει αυτός στους Λευκαδίτες στη περίοδο της εκεί παραμονής του. Εν τω μεταξύ αιχμαλωτίζουν και αφοπλίζουν τους καραμπινιέρους. Τον μπριγκαντιέρο τον έστειλαν στο σπίτι του Προέδρου για θεραπεία.
Η οργάνωση του ΕΑΜ της Βαυκερής κατάλαβε τις συνέπειες που θα είχε αυτό το τόλμημά τους. Αμέσως κάλεσε όλο το χωριό σε συνέλευση για να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν. Όλοι οι κάτοικοι, μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, ήρθαν στη συγκέντρωση που τους κάλεσε το ΕΑΜ κι όλοι μαζί εξέφρασαν την αγανάκτησή τους για το θράσος των Ιταλών και τη συμπεριφορά τους. Αφού συζήτησαν μία ώρα περίπου για το τι θα πρέπει να κάνουν πήραν την απόφασή τους.
Ήξεραν πως στο νησί υπήρχαν πέντε χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες (εκτός από τα σώματα ασφαλείας, καραμπινιερία και φινάνσια) που είχαν προορισμό να αντιμετωπίσουν πιθανή απόβαση των Εγγλέζων στη Λευκάδα. Απ’ την άλλη μεριά, στα γειτονικά χωριά, Πλατύστομο, Εγκλουβή, Αλέξανδρο, και Βαυκερή υπήρχαν τριάντα περίπου λιανοντούφεκα μ’ ελάχιστες σφαίρες. Υπήρχε και η μαχητική ομάδα της Ευγήρου με καμμιά εικοσαριά ακόμα λιανοντούφεκα κι αυτά με λίγες σφαίρες. Παρ’ όλα αυτά η απόφαση πάρθηκε παμψηφεί, ν’ αντισταθούν στους Ιταλούς. Κατόπιν ειδοποίησαν όλες τις μαχητικές ομάδες των χωριών της τομεακής, που έφθασαν πολύ γρήγορα, καθώς και το τμήμα της Εύγηρου, μ’ επικεφαλής του τον νεαρό Ανθυπολοχαγό Σπύρο Φατούρο ή Πάπιο. Ο Φατούρος μόλις έφθασε στη Βαυκερή, κατατοπίστηκε από τη τοπική οργάνωση και μπήκε αμέσως επικεφαλής όλης της δύναμης, 50 έως 55 άνδρες κι οργάνωσε την άμυνα. Έκοψαν όλα τα τηλέφωνα κύκλωσαν το σταθμό της Εγκλουβής που είχε ακόμα 6-8 καραμπινιέρους, γκρέμισαν όλα τα γεφύρια της περιοχής, τοποθέτησε τους άνδρες σε τάξη μάχης σε θέσεις κατάλληλες κι ήταν έτοιμοι ν’ αγωνιστούν για την απόκρουση της Ιταλικής επίθεσης. Έστειλαν συνδέσμους και ειδοποίησαν την Νομαρχιακή του ΕΑΜ για την απόφασή τους και ζητούσαν συμπαράσταση και βοήθεια. Ταυτόχρονα ειδοποιούσαν την Κατούνα, ήταν λίγο ξέμακρα, και τον Γραμματέα της Τομεακής μ’ εντολή να φθάσει αμέσως.
Ήταν περίπου 2 με 3 η ώρα όταν έφθασε στο σπίτι μου ο καταϊδρωμένος σύνδεσμος. Διάβασα το σημείωμα κατατοπίστηκα κάπως απ’ τον σύνδεσμο κι έφυγα αμέσως, μαζί με τον Θ. Γουρζή.
Στο δρόμο σκεπτόμουν πια θα έπρεπε να είναι η υπεύθυνη γνώμη μου για την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Υπήρχε τεράστιος κίνδυνος ν’ ανάψωμε φωτιά τέτοια που ίσως θα κατέστρεφε τη μισή Λευκάδα, εκτός απ’ τους νεκρούς και τα θύματα που θα στοίχιζε. Θα έπρεπε λοιπόν να βρεθεί τρόπος να περιορίσουμε το κακό. Εν ανάγκη να θυσιαστεί μόνο η Βαυκερή. Δηλαδή το χωριό, όχι οι κάτοικοι.
Αυτά σκεπτόμουν σαν έφτασα στον Αλέξανδρο. Κατευθύνθηκα στο σπίτι του Βαγγέλη Μανωλίτση ή Τσανάτσου, (γλύτωσε στη Κατοχή για να πεθάνει μετά την απελευθέρωση απ’ τα βασανιστήρια του «έννομου» Ελληνικού κράτους). Ο Βαγγέλης ήταν αγρότης μέλος της Τομεακής. Εκεί βρήκα τον Βασίλη τον Κούρτη απ’ τη Βαυκερή, ο οποίος, μόλις άκουσε ότι πηγαίνω με σκοπό να πείσω τους Βαυκερίτες για τον περιορισμό της πυρκαγιάς που άναψαν, μου είπε να μη λάβω τον κόπο γιατί αυτοί έδιωξαν αντιπροσωπεία της Νομαρχιακής που προ ολίγου μόλις είχαν επισκεφτεί το χωριό και ότι οι χωριανοί του δυστυχώς ήταν απόλυτα αποφασισμένοι να πολεμήσουν και να χαθούν όλοι παρά να υποχωρήσουν. Μ’ όλα τα παραπάνω θεώρησα καθήκον μου να φθάσω στη Βαυκερή και να επιχειρήσω να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Αυτό και έκανα.
Σε τρία τέταρτα της ώρας έφτασα στο χωριό και η πρώτη μου ενέργεια ήταν να συγκαλέσω την Τοπική Οργάνωση του ΕΑΜ να κατατοπιστώ και να δω από που έπρεπε να αρχίσω. Γραμματέας της Τοπικής οργάνωσης του χωριού ήταν ο Αντώνης Καραμποΐκης ή Καλοκαίρης που ήταν και μέλος της Τομεακής. Ο Αντώνης ήταν ένα τίμιο παλληκάρι της αγροτιάς. Κομμουνιστής από πολλά χρόνια που συγκέντρωνε όλα τα προσόντα του πραγματικού κομμουνιστή και του τέλειου αγωνιστή. Άφοβος, ειλικρινής, θαρραλέος έτοιμος σε κάθε στιγμή για κάθε θυσία. Ο ακέραιος αυτός άνθρωπος πέθανε στις φυλακές που του χάρισε η μεταπολεμική «ελεύθερη πατρίδα».
Αμέσως μετά την ομιλία του στην Επιτροπή, έμειναν όλοι σύμφωνοι με τις διαπιστώσεις μου, αλλά μου είπαν ότι δεν αναλαμβάνουν να πείσουν τους χωριανούς τους, γιατί ήταν εξαγριωμένοι, ίδια θεριά, αποφασισμένοι για όλα.
Ζήτησα να χτυπήσουν την καμπάνα του χωριού και να καλέσουν όλους τους χωριανούς σε συγκέντρωση για να τους μιλήσω. Είναι αλήθεια κι εγώ είχα συνεπαρθεί από το πνεύμα της Βαυκερής. Το αίσθημα όμως της ευθύνης μου επικράτησε. Σε λίγο όλο το χωριό είχε μαζωχτεί στο σημείο που ορίσαμε. Βρέθηκα μπροστά σ’ ένα εξαγριωμένο και μανιασμένο πλήθος, που με τα μάτια τους σαν να μου έλεγαν «εμπρός τέλειωνε, πες μας ότι θες να ξεμπερδεύουμε και με σένα». Πίστευαν ότι κι εγώ, σαν τους προηγούμενους της καθοδήγησης θα τους ζητούσα να υποταγούν. Τα βλέμματά τους με φόβιζαν. Επιστράτευσα όλη τη ψυχραιμία μου και τη θέλησή μου, μαζί μ’ όσα είχα μάθει σαν δάσκαλος για την ψυχολογία του πλήθους και τα κατάφερα. Στην αρχή έπλεξα το εγκώμιο και συγχάρηκα τους Βαυκερίτες για την πράξη τους. Τα λόγια μου ήταν τέτοια που έφεραν σ’ αυτούς τους ανθρώπους διττό αποτέλεσμα. Πρώτα δικαιώθηκε η εθνική και αγωνιστική τους περηφάνεια. Και δεύτερο απόκτησα όλων την συμπάθεια και την εμπιστοσύνη. Μόλις κατάλαβα ότι πέτυχα τα παραπάνω συγκέντρωσα όλες μου τις δυνάμεις για να βρω λόγια που θα τους έκανα να μου χαρίσουν την εμπιστοσύνη τους και να με αναγνωρίσουν σαν υπεύθυνο ρυθμιστή της κατάστασης. Θυμάμαι ακόμα τα λόγια που τους είπα: Αφού τους ενθουσίασα κ.λ.π. όπως είπα παραπάνω τους λέω: Εμείς οι αγωνιστές μαζί με τη διαλεκτική μας γνώση και την πείρα, στη πράξη δεν ξεχνάμε και τις λαϊκές μας παροιμίες. Κι αυτή η παροιμία λέει: «Άφοβος παλληκαράς, παλληκάρι δεν λογιέται». Άκρα σιωπή ακολούθησε τα λόγια μου. Όλοι κρέμονταν απ’ τα χείλη μου. Περίμεναν ν’ ακούσουν τη δική μου γνώμη, τη δική μου συμβουλή. Και αυτή ήταν κάτι ανάμεσα σ’ αυτά που ήθελαν αυτοί και σε κείνα που εγώ επεδίωκα. Τους είπα ότι κατ’ αρχήν με βρίσκουν σύμφωνο στο να κρατήσουμε τους Ιταλούς Καραμπινιέρους σαν ομήρους. Θα έπρεπε όμως απ’ την άλλη να μην χτυπηθούμε τα οργανωμένα τμήματα του Ιταλικού στρατού, που είχαν κιόλας αρχίσει να κινούνται εναντίον μας. Οι ένοπλοι των μαχητικών μας ομάδων ν’ αποσυρθούν από τις θέσεις τους και να αναλάβουν την φρούρηση των καραμπινιέρων μέχρι την ανταλλαγή τους.
Να εκκενώσουμε το χωριό από όλους τους κατοίκους. Να σχηματίσουμε μια επιτροπή από τον παπά, τον πρόεδρο, και τον αγροφύλακα που να επιδώσουν στους Ιταλούς ένα έγγραφο με τους όρους μας. Πίστευα απόλυτα πως οι Ιταλοί, λαβαίνοντας υπ’ όψη τους τη όλη κατάσταση στο ανατολικό μέτωπο και τις συγκρούσεις που προέκυπταν από τα μέτωπα (πανωλεθρία στο ανατολικό μέτωπο και απόβαση των αγγλοαμερικάνων στη Ιταλία), θα υποχωρούσαν και θα συμφωνούσαν με τις απόψεις μας.
Τελειώνοντας την ομιλία μου και πριν προλάβω να κατέβω από το κοντρί που ήμουν ανεβασμένος με σήκωσαν στα χέρια και με χαρά και συγκίνηση φώναζαν «Μπράβο εσένα θέλουμε για αρχηγό μας, κάνε όπως εσύ νομίζεις».
Τότε, μετά τους ενθουσιασμούς, κατευθύνθηκα στο σπίτι του Β. Φραγκούλη (του κατόπιν πρύτανη του Πολυτεχνείου), που ήξερα πως βρισκόταν εκεί η χήρα του Γυνασιάρχη Γουρζή, που ήταν Τεργεστίνα αλλά πάντα καλή Ελληνίδα και της ζήτησα να μου μεταφράσει στα Ιταλικά το έγγραφο που θα έφτιαχνα εγώ. Έτσι κι έγινε. Έφτιαξα το έγγραφο που ανιστορούσα τα γεγονότα επιρρίπτοντας στους Ιταλούς όλες τις ευθύνες για τα γεγονότα και κατέληγα: «Είμαστε έτοιμοι να σας παραδώσουμε τους καραμπινιέρους ζωντανούς, μαζί με τον οπλισμό τους, αρκεί να μας δώσουν το λόγο τους ο στρατηγός Διοικητής της Ιταλ. Μεραρχίας και ο Δ/κτής της Καραμπινιερίας και να συνυπογράψουν αυτό το πρωτόκολλο, ότι δεν θα θιγεί και δεν θα διωχτεί κανένας από τη Βαυκερή. Αν δεν δεχτείτε τα παραπάνω για ότι θα επακολουθήσει θα φέρετε εσείς την ευθύνη».
Πράγματι η Ουρανία Γουρζή το μετέφρασε στα Ιταλικά στην άλλη σελίδα και μου το παρέδωσε. Το υπέγραψα σαν Διοικητής του ΕΛΑΣ Λευκάδας. Έφτιαξα την Επιτροπή, τους παρέδωσα το έγγραφο μπροστά στην τοπική επιτροπή του ΕΑΜ και έφυγα για να αναφέρω στην παραπάνω Οργάνωση του ΕΑΜ τις εξελίξεις.
Την άλλη μέρα όλα έγιναν όπως τα είχαμε σχεδιάσει. Στις οχτώ το πρωί μπήκαν στο έρημο χωριό ο Ιταλικός στρατός με την Καραμπινιερία. Κατά συγκυρία τα τμήματα τα ακολουθούσαν και ένας Συν/χης και ο ίδιος ο διοικητής της Καραμπινιερίας. Τους δέχτηκε η Επιτροπή και τους παρέδωσε το έγγραφο. Σε ένα τέταρτο της ώρας επέστρεψαν το έγγραφο με τη προσθήκη στα Ιταλικά «Σύμφωνοι» (dacordo) και από κάτω οι δυο υπογραφές.
Σε μια ώρα όλα είχαν τελειώσει. Παραδόθηκαν στους Ιταλούς οι Καραμπινιέροι μαζί με τον οπλισμό τους και οι Ιταλοί έφυγαν από το χωριό, παίρνοντας μαζί τους 150 οκάδες κρασί που ζήτησαν και τους το έδωσε ο πρόεδρος για να πιούν οι κουρασμένοι άντρες τους.
Το χωριό ξαναβρήκε τη ζωή του. Σε οχτώ μέρες ο λαϊκός τραγουδιστής της Γέρο-Μάγκας είχε ταιριάξει το τραγούδι που εξιστορούσε τα γεγονότα. Ανάμεσα στους στίχους του ήταν κι αυτοί.
«Απ΄ την Κατούνα κίνησε ο Γιώργος Λογοθέτης και έφτασε στην Βαυκερή σαν νάταν νομοθέτης».
Αυτά είναι τα γεγονότα τπυ Καλοκαιριού του 1943 στην Βαυκερή. Όλοι αυτοί οι αγώνες είναι εκείνοι που άνδρωσαν τη Βαυκερή και την κρατάνε προπύργιο της Δημοκρατίας.
Λευκάδα, Μάρτης 1982»
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», Συλλογή 32η, Αύγουστος 1982)
* Ο Γιώργος Λογοθέτης ήταν συνταξιούχος δάσκαλος. Ήταν μεταξύ των πρώτων επτά κομμουνιστών οι οποίοι στις 10 Ιούνη 1940 ανασυγκρότησαν το ΚΚΕ στη Λευκάδα, κι έβαλαν τις βάσεις για τη δημιουργία της Εθνικής Αντίστασης. Οι υπόλοιποι ήταν: Στάθης Ζαβιτσάνος (Σταθιός), κουρέας, δραπέτης από τη Φολέγανδρο. Κώστας Λιβιτσάνος, δάσκαλος. Αντώνης Σταματέλος, αγρότης. Αντώνης Καραμποΐκης ή Καλοκαίρης, αγρότης. Στάθης Καλύβας, αγρότης. Λευτέρης Γλένης, φοιτητής.








































































