Ο «Καποδίστριας», ο Καποδίστριας και τα όρια των αστικών «αφηγήσεων» | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Σα, Φεβ 14th, 2026

Ο «Καποδίστριας», ο Καποδίστριας και τα όρια των αστικών «αφηγήσεων»

Thomas_Lawrence,_John_Count_Capo_D'IstriaΗ Μάνη (στη φωτ. το Λιμένι) αποτέλεσε ένα από τα βασικά κέντρα της αντιπολίτευσης εναντίον της διακυβέρνησης του Καποδίστρια

Η προβολή της ταινίας «Καποδίστριας», σε σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή, αποτέλεσε ένα από τα πιο συζητημένα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων1. Με αφορμή την κυκλοφορία της, έτσι, εκφράστηκε ένα πλήθος απόψεων.

Εκ «δεξιών» του αστικού πολιτικού συστήματος – με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον ανεκδιήγητο Αδ. Γεωργιάδη – διατυπώθηκαν ανιστόρητοι ισχυρισμοί περί «ανθελληνικών» συνωμοσιών. Στην ίδια κατεύθυνση, δεν μπορεί να υποτιμηθεί η ενεργή παρέμβαση της Εκκλησίας, τόσο στη χρηματοδότηση και στήριξη της παραγωγής όσο και στη στοχευμένη κατεύθυνση κοινού για την παρακολούθησή της. Η ίδια η ταινία, εξάλλου, περιβάλλεται από ένα έντονο μεταφυσικό περίβλημα, παρουσιάζοντας τον Ιωάννη Καποδίστρια ως σχεδόν «αγιοποιημένη» μορφή, υπό τη διαρκή προστασία της Παναγίας.

Περισσότερες ήταν οι αντιδράσεις εκ μέρους εκπροσώπων του λεγόμενου «κεντροαριστερού» και «αριστερού» τόξου, στις οποίες ωστόσο διακρίνεται, στην καλύτερη περίπτωση, μια αντίφαση. Αρκετοί εξανέστησαν απέναντι στον μεσσιανισμό της ταινίας, εκφράζοντας «βαθιά ανησυχία» για τον τρόπο με τον οποίο κολακεύει τα ένστικτα όσων ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα αναζητούν απεγνωσμένα «ηγέτες».

Ωστόσο μπορεί να παρατηρηθεί ότι η συγκρότηση προσωποκεντρικών πολιτικών σχηματισμών, όπου κυριαρχεί η «αρχή του ενός», δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό των συντηρητικών ή εθνικιστικών – ακροδεξιών αστικών κομμάτων.

Η εξύμνηση της υποτιθέμενης αδιαμεσολάβητης σχέσης με τον λαό, η γενικόλογη καταγγελία της διαφθοράς, η επίκληση της «εντιμότητας» και μιας «καθαρής» δικαιοσύνης, η πολιτική ανάλυση μέσω εύπεπτων συνθημάτων, καθώς και η αποθέωση νέων – ή «επιστρεφόντων» – σωτήρων, που υποτίθεται ότι μπορούν να κυβερνήσουν αδέσμευτοι από συμφέροντα και «μηχανισμούς», αποτελούν τάσεις που διαπερνούν οριζόντια το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA Η Μάνη (στη φωτ. το Λιμένι) αποτέλεσε ένα από τα βασικά κέντρα της αντιπολίτευσης εναντίον της διακυβέρνησης του Καποδίστρια

Μπορεί να υποστηριχθεί μάλιστα ότι οι τάσεις αυτές αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της ευρύτερης ροπής προς τη συγκέντρωση λειτουργιών του αστικού κράτους και την ενίσχυση των εκτελεστικών και κατασταλτικών μηχανισμών του, σε συνθήκες όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και εντεινόμενης πολεμικής προετοιμασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, αρκετοί από τους πολιτικούς και ιδεολογικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης κλήθηκαν να διαχειριστούν αντιφατικά καθήκοντα. Από τη μία, ένα τμήμα τους έσπευσε να παράσχει στήριξη ή ανοχή στην υπερπροβολή της ταινίας – χαρακτηριστική υπήρξε η παρουσία του ίδιου του πρωθυπουργού σε προβολή της – σε μια προσπάθεια ενίσχυσης του «εθνοκεντρικού» αφηγήματος. Από την άλλη, διατηρήθηκαν αποστάσεις από μια τόσο απλοϊκή και μονοδιάστατη παρουσίαση της προσωπικότητας και του έργου του Ιωάννη Καποδίστρια, από την οποία ακόμα και η αστική ιστοριογραφία έχει απομακρυνθεί εδώ και δεκαετίες.

Μέσα από αυτήν τη δημόσια αντιπαράθεση αναδείχθηκε για μια ακόμα φορά η προσπάθεια αποφυγής της συζήτησης για την ουσιαστική κατανόηση των σφοδρών κοινωνικών αντιθέσεων που οδήγησαν τόσο στη συγκρότηση της αντιπολίτευσης απέναντι στη διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια, όσο και ευρύτερα στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις της Επανάστασης που προηγήθηκαν.

Ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος στη διάρκεια της Επανάστασης επισήμαινε τον κίνδυνο των «εμφύλιων» συγκρούσεων και των συνεπειών τους (στάση απολύτως συνεπής με την προτίμησή του σε «από τα πάνω» αλλαγές και μεταρρυθμίσεις), αναγνώριζε ωστόσο με διορατικότητα τη νομοτελειακή τους διάσταση, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Ποιος λαός ποτέ ελευθερώθηκε χωρίς να υποστεί βίαιες κρίσεις και εμφύλιο πόλεμο».2

Έτσι, άλλοι υποτιμούν τα ριζικά διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των κοινωνικών – ταξικών δυνάμεων που συμμετείχαν στην αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση (κοτζαμπάσηδες, στρατιωτικοί, πλοιοκτήτες, αστοί διανοούμενοι, κλήρος, λαϊκές μάζες).

Άλλοι ομαδοποιούν άκριτα τους «εμφύλιους πολέμους» της επαναστατικής περιόδου με τον λεγόμενο «Εθνικό» και στην πραγματικότητα αστικό Διχασμό3 ή την ταξική σύγκρουση της δεκαετίας του 1940 κ.λπ., αντιμετωπίζοντάς τες ως «συγκρούσεις με όρους οξείας πόλωσης», που χαρακτηρίζουν ένα αδιαφοροποίητο κοινωνικά – ταξικά «παρελθόν» από το οποίο οφείλουμε, πάση θυσία, να κρατήσουμε αποστάσεις4.

Εξίσου προβληματική για την κατανόηση της περιόδου διακυβέρνησης του Καποδίστρια – αλλά και της ίδιας της προσωπικότητάς του – είναι και η άκριτη χρήση όρων όπως «δικτάτορας», «φιλελεύθερος» ή «αντιδραστικός», αποκομμένων από το ιστορικό και ταξικό τους περιεχόμενο. Τέτοιες προσεγγίσεις είναι εξίσου ατελείς με την παιδαριώδη εξιδανίκευσή του ως «αγίου των φτωχών». Οι έννοιες αυτές οφείλουν να προσεγγίζονται κριτικά, μέσα από την ανάλυση των υλικών και ταξικών σχέσεων και αντιθέσεων, και να εντάσσονται στις ροπές και τις αντιφάσεις της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου5.

Πρόκειται για μια ολόκληρη μεταβατική εποχή, του περάσματος από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, κεντρικό γνώρισμα της οποίας υπήρξαν οι αστικές επαναστάσεις και η συγκρότηση εθνικών αστικών κρατών, όπως και στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης.

Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: Θα ήταν έκπληξη να περιμένει κανείς να γίνεται μέσω της ταινίας μνεία στη δράση των λαϊκών μαζών, πέρα από τον ρόλο τους ως «χειροκροτητών» του κυβερνήτη. Οι μάζες αυτές αποτέλεσαν ενεργητικό παράγοντα της αστικής Επανάστασης, ως το έμψυχο πολεμικό της δυναμικό: Οι ακτήμονες αγρότες αποτέλεσαν τους στρατιώτες των ένοπλων σωμάτων στην ξηρά, ενώ οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου τους ναύτες του επαναστατικού στόλου.

Ο ρόλος αυτός δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αν και υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον Καποδίστρια, εντούτοις στα χρόνια της διακυβέρνησής του παρέμειναν κοινωνικά και πολιτικά αδρανείς. Η στάση αυτή εξέφραζε κυρίως μια παθητική συναίνεση, αποτέλεσμα τόσο του εγκλωβισμού τους στη σύγκρουση των ηγετικών δυνάμεων της Επανάστασης όσο και της απογοήτευσης και δυσαρέσκειας που προκάλεσε η μη διανομή των εθνικών γαιών, ένα πάγιο αίτημα των οικογενειών των στρατιωτικών, που είχε αποφασιστεί από τις Εθνοσυνελεύσεις της επαναστατικής περιόδου.

Για τη στάση του Καποδίστρια απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση

Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να κατανοηθεί αν δεν εστιάσουμε συνολικά στις απόψεις του Καποδίστρια σχετικά με τη συγκρότηση των εθνικών αστικών κρατών, τον χαρακτήρα της κρατικής κυριαρχίας και τις μορφές πολιτειακής οργάνωσης στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής «τάξης πραγμάτων», όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την ήττα του Ναπολέοντα και το Συνέδριο της Βιέννης (1815), και πάντα σε συνάρτηση με την επίσημη ρωσική πολιτική και διπλωματία.

Στο πλαίσιο των έντονων διπλωματικών αντιπαραθέσεων για τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της Ευρώπης, μεταξύ των δυνάμεων που συγκρότησαν την Ιερά Συμμαχία, ο Καποδίστριας ως συν-υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας συντάχθηκε με την ανάγκη καταστολής επαναστάσεων και εξεγέρσεων,σε συμφωνία με τους εκπροσώπους της Μ. Βρετανίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας.

Είναι χαρακτηριστικό από αυτήν τη σκοπιά ότι και αρκετά αργότερα, το 1830, τάχθηκε υπέρ της ανοιχτής καταστολής της Ιουλιανής Επανάστασης στη Γαλλία. Σε αντίθεση ωστόσο με τη σκληρή αντεπαναστατική γραμμή του Αυστριακού υπουργού Εξωτερικών Μέτερνιχ – ο οποίος δεν είχε κάποιου είδους «τυφλή» προσωπική αντιπάθεια προς τον Καποδίστρια, όπως διαφαίνεται στην ταινία – υποστήριζε ότι κάθε επέμβαση όφειλε να διαθέτει πολιτική και ηθική νομιμοποίηση και ότι δεν μπορούσε να περιορίζεται στην άμεση στρατιωτική καταστολή.

Μπορεί έτσι να υποστηριχθεί ότι η πολιτική σκέψη του Καποδίστρια εξέφραζε μια συμβιβαστική, μεταρρυθμιστική αντίληψη για το πολιτικό πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Παρότι ο ίδιος ήταν αντίθετος σε κάθε «από τα κάτω» ενεργητική παρέμβαση των μαζών, εντούτοις μπορούσε να διακρίνει ότι η ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων όφειλε μακροπρόθεσμα να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα που είχαν διαμορφώσει οι αστικές επαναστάσεις, ιδίως η Γαλλική Επανάσταση.

Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της πραγματικότητας ήταν η ανεπίστρεπτη πορεία συγκρότησης ανεξάρτητων εθνικών αστικών κρατών, ή ανάλογων κρατικών οντοτήτων αρχικά ενταγμένων σε καθεστώτα πολιτικής κηδεμονίας και επιτήρησης. Στην πορεία αυτή έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη η ανάδυση των νέων αστικών στρωμάτων σε κάθε χώρα και η ανάγκη διαμόρφωσης της δικής τους πολιτικής εξουσίας.

Ως προς την πολιτειακή συγκρότηση των αστικών κρατών, ο Καποδίστριας υποστήριζε τη συνταγματική μονοπρόσωπη εξουσία, κυρίως μοναρχική, και τη θέσπιση μετριοπαθών Συνταγμάτων, τα οποία θα παραχωρούνταν με πρωτοβουλία του ηγεμόνα και όχι ως αποτέλεσμα λαϊκής επίδρασης.

Επομένως, ως συνεπής πολέμιος του «ιακωβινικού πνεύματος» και κάθε ένοπλης εξέγερσης που στόχευε στην αμφισβήτηση του υφιστάμενου πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος, βρέθηκε σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση το 1816, όταν ο Ιθακήσιος Νικόλαος Γαλάτης, εκπρόσωπος της Φιλικής Εταιρείας, επιχείρησε να τον συναντήσει προκειμένου να τον πείσει να αναλάβει την αρχηγία της.

Ο Καποδίστριας τον απέπεμψε αμέσως, απορρίπτοντας κατηγορηματικά την πρόταση, και ενημέρωσε σχετικά τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄. Μέχρι και την έναρξη της Επανάστασης διατήρησε σταθερά και κατηγορηματικά αρνητική στάση απέναντι στο ενδεχόμενο ένοπλης εξέγερσης, γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ανεξάρτητα από μεταγενέστερες μαρτυρίες ή από τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του Μέτερνιχ.

Ο ίδιος υπογράμμιζε με κάθε ευκαιρία ότι δεν μπορούσαν να υπάρχουν προσδοκίες για ρωσική στρατιωτική παρέμβαση υπέρ μιας ελληνικής εξέγερσης. Γνώριζε πολύ καλά πως παρότι η Ρωσία, την οποία εκπροσωπούσε, ευνοούσε τη δημιουργία ομοσπονδιακών κρατών στο πλαίσιο της επέκτασης της επιρροής της και του ανταγωνισμού της με τη Μεγάλη Βρετανία και την Αυστρία, δεν επρόκειτο να έρθει σε άμεση πολεμική σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κι αυτό γιατί η ρωσική διπλωματία έβλεπε μεν θετικά την απόσπαση ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακόμα και υπό καθεστώτα υποτέλειας στην Υψηλή Πύλη, αλλά μόνο στο μέτρο που αυτό δεν διατάρασσε την Ιερά Συμμαχία.

Οταν η εξέγερση ξέσπασε στη Μολδοβλαχία, ο Καποδίστριας αιφνιδιάστηκε, πιθανότατα επειδή υποτίμησε τη δυναμική της δράσης της Φιλικής Εταιρείας τόσο στη νότια Ρωσία όσο και στον ελλαδικό χώρο. Επισήμως, ως εκπρόσωπος της ρωσικής πολιτικής, αποκήρυξε το κίνημα. Παρά το γεγονός αυτό, όμως, επέμεινε σε ένα κρίσιμο ζήτημα: Να μην ταυτιστεί η ελληνική εξέγερση με τα επαναστατικά κινήματα της Ισπανίας και των Καρμπονάρων στην Ιταλία, τα οποία εκλαμβάνονταν ως κινήματα κοινωνικής ανατροπής.

Αντιθέτως, υποστήριζε ότι οι Ελληνες δεν ήταν απλοί «υπήκοοι» της Υψηλής Πύλης αλλά λαός δεμένος με «δουλικά δεσμά», και συνεπώς δεν επρόκειτο για απείθεια απέναντι σε έναν νόμιμο μονάρχη, αλλά για αγώνα σκλαβωμένων για την ελευθερία τους. Ιδίως μετά τον αποτροπιασμό που προκάλεσαν οι σφαγές των χριστιανών και ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ στην Κωνσταντινούπολη, προσδοκούσε μεταβολή της ρωσικής στάσης προς μια πιο ενεργητική υπεράσπιση των ορθόδοξων πληθυσμών, των οποίων τα δικαιώματα παραβίαζε η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ωστόσο ο Καποδίστριας αποδείχθηκε υπερβολικά αισιόδοξος, υπερεκτιμώντας τη συμπάθεια που προκαλούσε η ελληνική υπόθεση σε τμήματα της ρωσικής κοινωνίας. Υποτίμησε έτσι τη βαρύτητα άλλων κέντρων ισχύος εντός της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας, τα οποία εκπροσωπούνταν κυρίως από τον έτερο υπουργό Εξωτερικών, Καρλ Νέσελροντ.

Οι κύκλοι αυτοί θεωρούσαν ασύμφορη κάθε εμπλοκή της Ρωσίας, φοβούμενοι ότι η επίκληση της εθνικής ιδέας θα ενθάρρυνε τις προσδοκίες ανεξαρτησίας υποτελών στην Τσαρική Αυτοκρατορία λαών, π.χ. των Πολωνών, και θα ενίσχυε πιέσεις για φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος.

Η Μεγάλη Βρετανία και η Αυστρία επίσης είχαν καταστήσει σαφές ότι δεν θα αποδέχονταν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θεωρώντας μια τέτοια εξέλιξη αιτία πολέμου και πηγή αναζωπύρωσης της επαναστατικής απειλής στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική. Τελικά ο τσάρος συγκρούστηκε ανοιχτά με τον Καποδίστρια, και εκείνος παραμερίστηκε. Απογοητευμένος, κατέφυγε τον Αύγουστο του 1822 στην Ελβετία, όπου παρέμεινε έως το 1826. Έναν χρόνο αργότερα, στις 3 Απριλίου 1827, εξελέγη κυβερνήτης της επαναστατημένης Ελλάδας. Στις αρχές Ιουλίου του ίδιου έτους έγινε αποδεκτή και η επίσημη παραίτησή του από τη ρωσική διπλωματική υπηρεσία.

Το έργο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια

Όταν ο Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα, η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κυρίως λόγω της αποδιοργάνωσης των ετών 1825 – 1827. Ομως το έργο της κρατικής συγκρότησης δεν ξεκινούσε από το μηδέν, όπως συχνά υποστηρίζεται. Η επαναστατική διοίκηση είχε ήδη διαμορφώσει ένα πρόπλασμα κρατικών δομών, ιδίως την περίοδο 1822 – 1825, μέσω της συγκρότησης υπουργείων και διοικητικών υπηρεσιών6.

Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου βέβαια δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν διεξοδικά οι στοχεύσεις της καποδιστριακής διακυβέρνησης την περίοδο 1828 – 1831. Σε κάθε περίπτωση όμως μπορεί να υποστηριχθεί ότι το κυβερνητικό έργο συνέβαλε στην υλοποίηση των ταξικών στόχων της αστικής εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης, και ιδίως στο να γίνουν τα πρώτα βήματα για τη συγκρότηση ενιαίου και συγκεντρωτικού αστικού κράτους: Οργάνωση κρατικής διοίκησης και ενός αυστηρά ελεγχόμενου διοικητικού μηχανισμού, διαμόρφωση συστήματος αστικής Δικαιοσύνης και Εκπαίδευσης, δημιουργία τακτικού στρατού, προσπάθεια ανοικοδόμησης αστικών κέντρων και διαμόρφωσης των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων, κυρίως στη γεωργία, στο εμπόριο και στη ναυτιλία.

Ο Καποδίστριας επεδίωξε επίσης τη ρύθμιση του καθεστώτος των εθνικών γαιών, με σκοπό τη μελλοντική διανομή τους και τη διασφάλιση στοιχειωδών όρων επιβίωσης για την αγροτική πλειονότητα του πληθυσμού, στοχεύοντας στη δημιουργία μιας ισχυρής τάξης μικροϊδιοκτητών, χωρίς να απορρίπτει κατηγορηματικά τη διατήρηση μεγάλων αγροτικών ιδιοκτησιών. Η προσπάθεια αυτή ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε, λόγω της έλλειψης οικονομικών πόρων και της δολοφονίας του7.

Ταυτόχρονα ο Καποδίστριας θεωρούσε ότι δεν είχαν διαμορφωθεί ακόμα στη χώρα οι αναγκαίες κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση συνταγματικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Κατά την άποψή του προείχαν η απελευθέρωση και η διεθνής αναγνώριση της χώρας, η χάραξη ασφαλών συνόρων και η συγκρότηση και σταθεροποίηση των βασικών οργάνων του αστικού κράτους. Οσο αυτά ισχυροποιούνταν, τόσο θα περιοριζόταν αντίστοιχα η δύναμη των τοπικών και επαρχιακών εξουσιών, οι οποίες αποτελούσαν κληροδότημα της οθωμανικής διοικητικής οργάνωσης.

Η διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό με την ηθική και πνευματική ανύψωση του πληθυσμού, την επέκταση της γενικής μόρφωσης και την εμπέδωση της ατομικής ιδιοκτησίας, θα λειτουργούσαν – κατά την άποψή του – ως οι βασικές προϋποθέσεις για τη μελλοντική καθιέρωση συνταγματικής και αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης.

Γι΄ αυτόν τον λόγο, επέλεξε συνειδητά μια συγκεντρωτική μορφή διακυβέρνησης, προβάλλοντας τον ρόλο του, σε έναν βαθμό, ως εντολοδόχου της λαϊκής βούλησης. Επισημαίνεται ωστόσο ότι η μορφή που έλαβε η διακυβέρνησή του δεν υπήρξε προϊόν συγκυριακών αποφάσεων, ούτε αποτέλεσε κάποια ελληνική ιδιοτυπία, αλλά χαρακτηριστικό όλων των αστικών καθεστώτων την επαύριο των αστικών επαναστάσεων.

Η διαμόρφωσης της αντιπολίτευσης απέναντι στον Καποδίστρια και η δολοφονία του

Από την αρχή της διακυβέρνησής του ο Ιωάννης Καποδίστριας βρέθηκε αντιμέτωπος τόσο με τις οξυμένες κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις που είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και με τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των τριών Μεγάλων Δυνάμεων: Της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Οι αντιθέσεις αυτές συνέβαλαν καθοριστικά στον σχηματισμό μιας ισχυρής και πολυδιάστατης αντιπολίτευσης απέναντί του.

Στο εσωτερικό της χώρας, οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου αποτέλεσαν κύριο στήριγμα της αντιπολίτευσης. Παρά τη μεγάλη εσωτερική τους διαφοροποίηση, συγκρότησαν ένα ιδιότυπο μέτωπο αντίστασης απέναντι στην πολιτική του κυβερνήτη. Αντιλαμβάνονταν ότι η ενίσχυση ενός συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού περιόριζε τη συμμετοχή τους στην επαρχιακή διακυβέρνηση, καθώς και στην είσπραξη και διαχείριση δημόσιων φόρων και προσόδων, υπονομεύοντας έτσι τη δυνατότητα αναπαραγωγής της ισχύος τους στις τοπικές κοινωνίες.

Στην αντιπολίτευση εντάχθηκαν και οι αστοί διανοούμενοι που συσπειρώνονταν γύρω από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και το λεγόμενο «αγγλικό κόμμα», με την κριτική τους να επικεντρώνεται στον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διακυβέρνησης, στην αναστολή του Συντάγματος και στον περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου.

Τον πλέον καθοριστικό ρόλο όμως στη συγκρότηση της αντικαποδιστριακής αντιπολίτευσης διαδραμάτισαν οι ισχυροί πλοιοκτήτες και έμποροι των βασικών εμπορευματοχρηματικών κέντρων του νέου κράτους: Της Υδρας, των Σπετσών και της Ερμούπολης της Σύρου. Στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή προέταξαν την υπεράσπιση των ιδιαίτερων οικονομικών τους συμφερόντων έναντι του στόχου της οικοδόμησης ενός συγκεντρωτικού αστικού κράτους.

Πλοιοκτήτες όπως οι Υδραίοι Λάζαρος και Γεώργιος Κουντουριώτης απαιτούσαν άμεση αποζημίωση για τις χρηματικές τους δαπάνες υπέρ της Επανάστασης. Εκτιμούσαν ότι ο Καποδίστριας υποβάθμιζε τον καθοριστικό ρόλο του ελληνικού στόλου στη διατήρηση της επαναστατικής προσπάθειας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1823 – 1825.

Αντίστοιχα, οι έμποροι της Ερμούπολης, ο δυναμικότερος αστικός πυρήνας του νέου κράτους, επιδίωκαν τη διατήρηση των φορολογικών και εμπορικών τους πλεονεκτημάτων, απαραίτητων για τη συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης της πόλης. Τα αιτήματα αυτά δεν αποτελούσαν απλές εκδηλώσεις ιδιοτέλειας ή «φιλοχρηματίας». Αντίθετα, εκλαμβάνονταν ως οι απαραίτητοι όροι προκειμένου να εξασφαλιστεί η επαναδραστηριοποίηση στη ναυτιλία και στο θαλάσσιο εμπόριο, τους πλέον ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας του νότιου ελλαδικού χώρου τόσο πριν όσο και μετά την Επανάσταση.

Συνολικά η συγκρότηση της αντιπολίτευσης στον Καποδίστρια δεν μπορεί να ερμηνευτεί μέσω απλουστευτικών σχημάτων «εθνικής προδοσίας», προσωπικής ιδιοτέλειας ή στενά τοπικιστικών αντιθέσεων. Προσωπικότητες όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Κουντουριώτης ή ο Θεόκλητος Φαρμακίδης ενήργησαν ως εκπρόσωποι συγκεκριμένων κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων. Πρόκριτοι όπως οι Μαυρομιχαλαίοι αντέδρασαν επειδή έβλεπαν να θίγονται οι βάσεις της τοπικής τους οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας, όχι για λόγους «βεντέτας» ή γιατί γενικά δεν είχαν σχέσεις με την κρατική καποδιστριακή διοίκηση, από την οποία άλλωστε είχαν επωφεληθεί, π.χ. ως εκμισθωτές δημόσιων προσόδων.

Παράλληλα, οι λεγόμενες «προστάτιδες» ευρωπαϊκές δυνάμεις επενέβαιναν άμεσα στα εσωτερικά του ελληνικού κράτους και, ανάλογα με τις μεταξύ τους αντιθέσεις, αξιοποιούσαν ή υποδαύλιζαν τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, ενισχύοντας έτσι την αντικαποδιστριακή αντιπολίτευση.

Ιδιαίτερα η Βρετανία αντιτάχθηκε στην επέκταση των ελληνικών συνόρων και ήταν αντίθετη στην ένταξη των Επτανήσων στην Ελλάδα. Θεωρώντας τον Καποδίστρια επιρρεπή στη ρωσική πολιτική, τον υπονόμευσε σταθερά, αρνήθηκε πεισματικά τη χορήγηση νέου δανείου στη χώρα και ενίσχυσε ποικιλοτρόπως την αντιπολίτευση.

Αλλά και η Γαλλία, παρότι αρχικά είχε υποστηρίξει τον Καποδίστρια, άλλαξε τη στάση της μετά το 1830. Το ξέσπασμα της Ιουλιανής Επανάστασης στο Παρίσι, αλλά και οι Επαναστάσεις στο Βέλγιο και στην Πολωνία – την οποία μάλιστα κατέπνιξε η Ρωσία – το διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι τον Νοέμβριο εκείνου του έτους, επέφεραν ριζική αλλαγή της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία πλέον ευθυγραμμιζόταν περισσότερο με την αντιρωσική πολιτική της Αγγλίας.

Σε όλο αυτό το διάστημα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Καποδίστριας δεν λειτούργησε, βέβαια, ως πράκτορας ή τυφλό όργανο της Ρωσίας. Για τον ίδιο, προτεραιότητα είχαν η διεύρυνση των συνόρων του νεότευκτου κράτους, η διατήρηση της συνοχής του και η πάση θυσία αποφυγή της μετατροπής του σε αποικιακού τύπου εξάρτημα κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης. Γι΄ αυτόν τον λόγο επιδίωξε να αξιοποιήσει συγκυριακά τη στάση της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας απέναντι στο ελληνικό ζήτημα.

Στα τέλη του 1830 πια, οι αντιπολιτευόμενοι αποφάσισαν να οξύνουν την πολεμική και τη δράση τους, εκμεταλλευόμενοι και την άρνηση του πρίγκιπα Λεοπόλδου – μετέπειτα βασιλιά του Βελγίου – να αποδεχθεί τον ελληνικό θρόνο, εξέλιξη για την οποία θεώρησαν προσωπικά υπεύθυνο τον Καποδίστρια. Σύντομα κατέφυγαν στην Υδρα σχεδόν όλοι οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης, κυρίως οι υποστηρικτές της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής γύρω από τον Αλ. Μαυροκορδάτο.

Το νησί μετατράπηκε στο κέντρο της αντιπολιτευτικής δράσης, με τους Υδραίους πλοιοκτήτες να συντονίζουν όλες τις σχετικές ενέργειες, σε στενή σύνδεση με τους προκρίτους της Μάνης και τους Χιώτες εμπόρους της Ερμούπολης. Κορυφαία στιγμή της σύγκρουσης με τον κυβερνήτη αποτέλεσε η κατάληψη του ναυστάθμου του Πόρου από υδραίικα πλοία υπό τον Ανδρέα Μιαούλη και η επακόλουθη πυρπόληση των πλοίων «Υδρα» και «Ελλάς» του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Οσον αφορά την ίδια τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και το ζήτημα ποιοι είχαν ενεργή συμμετοχή ή έστω γνώση του σχεδίου και των ενεργειών των Μαυρομιχαλαίων: Χρειάζεται να επισημανθεί ότι δεν έχουν βρεθεί απτές αποδείξεις που να συνδέουν άμεσα τη δολοφονία με τους «αγγλόφιλους» εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, αλλά ούτε και με τους Υδραίους προκρίτους – πλοιοκτήτες.

Αντιθέτως, υπάρχουν μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες ορισμένοι από αυτούς επιχειρούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τον Καποδίστρια λίγες μόλις ημέρες πριν τη δολοφονία του. Αντίθετα, πιο πιθανή είναι η υπόθεση για την αναζήτηση συνενόχων μεταξύ των προκρίτων της Πελοποννήσου, με μεγαλύτερες τις υπόνοιες για τον Αναστάσιο Λόντο και τον Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Γενικότερα όμως πρέπει να είναι σαφές ότι παράγοντες της αντιπολίτευσης φρόντισαν να αποσιωπηθούν τεκμήρια που θα μπορούσαν να τους εκθέσουν.

Ανεξάρτητα επίσης από το κατά πόσο υπήρξε άμεση εμπλοκή ξένων παραγόντων, είναι σαφές ότι όσοι σχεδίασαν τη δολοφονία του Καποδίστρια έλαβαν σοβαρά υπόψη τους τη δυσαρέσκεια της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας απέναντί του, αξιοποιώντας ταυτόχρονα το – σκοπίμως διογκωμένο – επιχείρημα ότι ο Καποδίστριας λειτουργούσε ως όργανο της ρωσικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, οι εμπνευστές της δολοφονίας υπολόγισαν ότι η δολοφονία του Καποδίστρια δεν θα προκαλούσε την άμεση αντίδραση των εκπροσώπων των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Συμπερασματικά, η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στα πρώτα βήματα της συγκρότησης του ελληνικού αστικού κράτους υπήρξε ουσιαστική και καθοριστική. Η διακυβέρνησή του αποτέλεσε κρίσιμο σταθμό για την ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στο νέο κράτος και για τη σταδιακή εξασθένιση και κατάργηση των προκαπιταλιστικών, φεουδαρχικών ή μεταβατικών προς τον καπιταλισμό κοινωνικών σχέσεων.

Γι΄ αυτό και η αστική ιστοριογραφία τον αναγνωρίζει ως βασικό «ιδρυτή» του κράτους, των θεσμών και των οργάνων του στην αρχική τους μορφή. Παράλληλα, όμως, η περίοδος της διακυβέρνησής του αναδεικνύει τη συνθετότητα αλλά και τις βαθιές εσωτερικές αντιθέσεις και συγκρούσεις που, σε συνάρτηση και με τις σχέσεις τους με ξένες δυνάμεις, χαρακτήρισαν την προσπάθεια της αστικής τάξης να κατοχυρώσει την εξουσία της, όπως αυτή εκδηλώθηκε συνολικά κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης (1821 – 1832).

Παραπομπές:

1. Επισημαίνεται εξαρχής ότι βασικές βιβλιογραφικές πηγές συνολικά γι΄ αυτό το άρθρο αποτελούν τα: Αλέκα Παπαρήγα, «Η περίοδος διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια», στο: Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ (επιμ.), 1821. «Η Επανάσταση και οι απαρχές του ελληνικού αστικού κράτους», «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2020, σελ. 303-340. Χρήστος Λούκος, «Ιωάννης Καποδίστριας. Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας», Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2023. Του ίδιου, «Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια, 1828 – 1831», Αθήνα, «Θεμέλιο», 1988. Γκριγκόρι Λ. Αρς, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία», Αναστασία Μπελοζέροβα (μτφρ.), «Ασίνη», Αθήνα, 2015, στα οποία υπάρχει πλήθος άλλων βιβλιογραφικών αναφορών.

2. Απόσπασμα από επιστολή του Καποδίστρια προς τον αδερφό του, Βιάρο (Γενεύη, 11/23 Φεβρουαρίου 1823). Παρατίθεται στο: Χ. Λούκος, «Ιωάννης Καποδίστριας. Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας», ό.π., σελ. 196.

3. Βλ. Μάκης Μαΐλης, «1914-1917. Ο «Εθνικός» Διχασμός στο φως της ταξικής πάλης», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2026.

4. Είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρει ο ιστορικός Ευάνθης Χατζηβασιλείου, εκφράζοντας βέβαια και το «άγχος» να μην επαναληφθούν – στο μέλλον – τέτοιες συγκρούσεις: «Η Ελλάδα σήμερα είναι μια ανεπτυγμένη κοινωνία. Η ανάπτυξή της είναι μόλις 50-60 ετών, ενώ αυτές οι τάσεις, ροπές και προσλήψεις υπόκεινται σε μεγαλύτερες αδράνειες. Επομένως, είναι λογικό να αναμένουμε ότι αυτά τα φαινόμενα θα περιοριστούν». Στο: Θοδωρής Λέννας, Απόστολος Λακασάς, «Ποιος σκότωσε τελικά τον Καποδίστρια», «Η Καθημερινή» (18/1/2026).

5. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί όχι μόνο να γίνει, αλλά και να αποτελέσει ουσιαστικό όπλο απέναντι στον θεωρητικό εκλεκτικισμό και στον αγνωστικισμό που κυριαρχούν σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιστοριογραφίας, στο όνομα της αποφυγής των «πολώσεων» και των «διχοτομικών συλλήψεων». Στην πράξη, αυτή η στάση οδηγεί συχνά στην αποσιώπηση των αιχμών και, τελικά, σε μια θεωρητική πλαδαρότητα, ανεξάρτητα από τις προθέσεις ή ακόμα και τα επιμέρους χρήσιμα πορίσματα πολλών ερευνών. Χαρακτηριστικά απηχεί αυτήν τη λογική η άποψη της Μαρίας Ρεπούση, σύμφωνα με την οποία «η πόλωση μας κάνει οπαδούς ενός στρατοπέδου και μας εμποδίζει να βλέπουμε την άλλη άποψη, καθώς και τις ενδιάμεσες θέσεις. Είναι επίσης η εύκολη λύση. Δεν έχουμε ανάγκη να επιχειρηματολογήσουμε για να υποστηρίξουμε την άποψή μας και είμαστε αυτομάτως αγαπητοί και αποδεκτοί στο στρατόπεδό μας». Στο: Θοδωρής Λέννας, Απόστολος Λακασάς, ό.π.

6. Για το ζήτημα αυτό βλ. σχετικά: Σίμος Μποζίκης, «Ελληνική Επανάσταση και Δημόσια Οικονομία. Η συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους 1821 – 1832», Αθήνα, 2020.

7. Ιδιαίτερα για το πως έβλεπε ο Καποδίστριας το ζήτημα της γης βλ. σχετικά: Εύη Καρούζου, «Εθνικές γαίες, εθνικά δάνεια και εθνική κυριαρχία. Βρετανική διπλωματία και γαιοκτησία στο ελληνικό κράτος, 1833 – 1843», Ακαδημία Αθηνών, Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, Αθήνα, 2018, σελ. 21 – 42.

Του Μηνά ΑΝΤΥΠΑ*

* Υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας Πανεπιστημίου Κρήτης, εργαζόμενος στην Έρευνα

(rizospastis.gr)



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>