Βίοι επιφανών και άσημων Αρχοντοχωριτών: Βαγγέλης Πεταλιάς ή Παπανικολής (1920-1985)
Του Σπύρου Θ. Μήτση,
Δάσκαλος-Ερευνητής
Ο Βαγγέλης Πεταλιάς γεννήθηκε στο Αρχοντοχώρι Αιτ/νίας το 1920 και απεβίωσε στην Αθήνα τις 19-12-1985. Ήταν γιος του Μιλτιάδη Πεταλιά (1882), αδερφός του Νίκου (1922) και εγγονός του Θεοδώρου Πεταλιά (1844).1 Προπάππους του ήταν ο αρματολός του Γεωργίου Νικολού Βαρνακιώτη, ο θρυλούμενος στο Ξηρόμερο, «Πεταλιάς ή Τράτας».2
Το 1925, ορφανός από μητέρα, μετοίκησε με τον πατέρα και τον μικρότερο αδερφό του Νίκο (1922) στον Αστακό, όπου ξεκίνησε να δημιουργεί κάτω από πολύ πιο δύσκολες συνθήκες μια νέα ζωή. Φοίτησε στο 6/τάξιο δημοτικό σχολείο Αστακού από το σχολικό έτος 1926/27 μέχρι το σχολικό έτος1933/34 (βενιζελικά χρόνια), με δάσκαλο τον Κουτσοδήμο και δασκάλα την Αντιγόνη. Τα άσχημα σχολικά του χρόνια είναι αυτά που του χάραξαν τη μετέπειτα στάση του στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα της περιοχής. (εν απουσία του πατέρα και της μητέρας τριγυρνούσε μοναχικός στα σοκάκια και τα λιμανάκια του Αστακού, προσπαθώντας να βρει τροφή, αλλά και διέξοδο από τα πολλά προβλήματα που τον πίεζαν ψυχοσωματικά….)
Τις σχολικές του διακοπές, κυρίως τις καλοκαιρινές, τις περνούσε στην αγροκτηνοτροφική περιοχή Τ(Δ)εργοβίτσα, βόσκοντας ζώα και καλλιεργώντας τη γη. Εκεί ανδρώθηκε. Μετά το θάνατο και του πατέρα του Μιλτιάδη Πεταλιά, ανέλαβε, σε ηλικία των 14 ετών, την ευθύνη για τη ζωή των μικρότερων αδερφών του. («ο πατέρας του, ο Μιλτιάδης Θεοδ. Πεταλιάς, πέθανε άκλαυτος και αλειτούργητος, αφού είχε παραβεί κατά πολύ τους εκκλησιαστικούς κανόνες….., είχε συγκατοικήσει με τέσσερις γυναίκες, οι τρεις πρώτες πέθαναν στη γέννα και η τέταρτη, η αστεφάνωτη, έμεινε χήρα με δύο μικρά….».
Στην Τ(Δ)εργοβίτσα προσπαθούσε να βρει τα πατήματά του. Τα καλοκαιρινά βράδια τα περνούσε πότε σε σπιτοκάλυβα βλάχων, πότε σε σπίτια συγγενών του, και πότε καθήμενος κοντά σε κτηνοτρόφους γύρω από τις θημωνιές. Εκεί αφουγκράζονταν ιστορίες και μύθους που αφηγούνταν τα στόματα των γερόντων της εποχής, Μήτσο Πατσαούρα και Θοδωρή Λιάκα. Άκουγε και αποθήκευε στο νου και την ψυχή του ιστορίες για αρχαίους θεούς, αρχαίους άρχοντες και βασιλιάδες, για νεράιδες που χόρευαν στις βελανιδιές και τα δέντρα του βελανιδοδάσους της Τ(Δ)εργοβίτσας3, για τους ληστές και τα εγκλήματα που γίνονταν ή είχαν γίνει στο παρελθόν, για τους «διαβόλους της Βερίνας» που κάθε βράδυ έπαιζαν μουσική στο φαράγγι και στις σπηλιές των θεοτήτων, …. («..σπουδαίος παραμυθάς και μυθοπλάστης ήταν ο Γάκιας Καϋμενάκης, ο οποίος αφηγούνταν φανταστικές και πραγματικές ιστορίες με παραστατικό και πολύ ζωντανό- καθηλωτικό τρόπο…»)4.
Στα Μεταξικά χρόνια, 1937, νέος πλέον και με την αναγκαία κάρτα της ΕΟΝ, εργάστηκε στο λατομείο του Γ. Πανταζή, στο νταμάρι των αδερφών Πάκρα (βαριές χειρωνακτικές εργασίες), στην τράτα του Μυριόβουλου, αλλά και του Λάκια Θεοχάρη (απασχόληση στον πρωτογενή τομέα της θάλασσας), στο Λεσίνι (στις αγροτικές καλλιέργειες όπου αναζητούσε το μεροκάματο κάτω από δύσκολες συνθήκες).5 Δουλειές πολλές και σκληρές. Από την πέτρα στη θάλασσα και από εκεί στον κάμπο της Ζάβιτσας. Απόρροια της βαριάς χειρονακτικής εργασίας σε συνθήκες ακατάλληλες ήταν η παρουσίαση σοβαρών προβλημάτων στην υγεία του. Το 1938 οι γιατροί του Αστακού Αιτ/νίας, Χρήστος Γκόλιας, Φάρος και Βασίλης Τσέλιος, τον διέγνωσαν με φυματίωση και τον παρέπεμψαν στα νοσοκομεία της Αθήνας, όπου και νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο ΕΛΠΙΣ Αμπελοκήπων με χρόνια ελονοσία (αργότερα νοσηλεύτηκε για τον ίδιο λόγο και στο φθισιατρείο-σανατόριο Διονύσου-Πάρνηθας).
Όταν ήρθαν τα μαύρα χρόνια της Κατοχής, δεν έμεινε θεατής. Ως αγωνιστής, έβαλε το «εμείς» πάνω από το «εγώ», συμμετέχοντας ενεργά στην Αντίσταση. Επί της Ιταλικής κατοχικής παρουσίας ανέπτυξε, μαζί τον Χρ. Παπαφώτη ή Ατρόμητο6, Γ. Κατσίμπα, Δήμο Φάρο, Πάϊρα, Γ. Καϋμενάκη, Κ. Μαρκαντώνη, Χολέβα, Αποστολάτο, … κ. ά. έντονη αντιστασιακή δράση. Μετά τη σύλληψή του στο Βασιλόπουλο, στο σπίτι του Βασίλη Κρίθημου (γεν.1900), και την τεχνηέντως ταυτόχρονη δραπέτευσή του, κατέφυγε στο πατρικό του χωριό, το Αρχοντοχώρι. Εκεί γνωρίστηκε με τους Κατουνιώτες αντιστασιακούς, Βαγγέλη Ζέλο ή Ζάππα και Γ. Κατσίκα ή Θρύλο και δημιούργησαν την πρώτη αντιστασιακή ομάδα Αρχοντοχωρίου. Συγκέντρωσαν όπλα από τους φαντάρους του ελληνοαλβανικού Μετώπου, αλλά και από λήσταρχους της περιοχής. Με τη βοήθεια και άλλων Αρχοντοχωριτών δημιούργησαν τον πρώτο πυρήνα αντίστασης κατά των Ιταλογερμανών κατακτητών. Έτσι η ομάδα δυνάμωσε. Πολύ γρήγορα οι τρεις έγιναν δεκατρείς. Έβαλαν στόχους, ανέπτυξαν στρατιωτική δομή στη θέση «Αμπέλια-Ελιές» και γύρω από τον Άγιο Σπυρίδωνα, έστησαν παρατηρητήρια … και έβαλαν κανόνες και στόχους στην οργάνωσή τους.
Το Φλεβάρη του 1943 επισκέφτηκε το χωριό του και ο Μηχανικός Στάθης Αντ. Λιάκας-Καπετάν Φουρτούνας, ο οποίος την περίοδο αυτή εργαζόταν στο γραφείο του Κατουνιώτη μηχανικού Βάση. Η παρουσία του Στάθη Λιάκα συνέβαλε στο δυνάμωμα της ομάδας αντίστασης. Η ομάδα έφτασε τους 35 μαχητές εκ των οποίων οι 25 έφεραν βαρύ οπλισμό και οι 10 σιδερικά, … και ξύλα.
Η πρώτη αντιστασιακή δράση Αρχοντοχωριτών στο Μύτικα Ακαρνανίας
Κείνες τις μέρες, Μάρτη του 1943, έφτασε στην ομάδα του Στάθη Λιάκα, ένα αίτημα από την ομάδα αντίστασης του Μύτικα. Οι Μυτικιώτες αντιστασιακοί ζητούσαν από τους Αρχοντοχωρίτες να τους βοηθήσουν να διώξουν από το χωριό τους μία ομάδα Ιταλών κατακτητών. Οι Αρχοντοχωρίτες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα αυτό με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Το πρωινό του Μάρτη του 1943 οι 35 αντάρτες του Αρχοντοχωρίου ξεκίνησαν, με μεγάλο πατριωτικό θάρρος, για το Μύτικα. Μπροστάρης ο γέρο Παντελής Λιάβας, ο οποίος κρατώντας στο ένα του χέρι την ελληνική σημαία και στο άλλο την τρομπέτα εμψύχωνε, με τα στρατιωτικά του σαλπίσματα, τους γενναίους Αρχοντοχωρίτες αντάρτες.
Η ομάδα αντίστασης διέσχισε τον κάμπο και σαν έφτασε έξω από το Μύτικα χωρίστηκε σε δύο υποομάδες. Η μία υποομάδα κινούνταν από την πάνω είσοδο (εκκλησία) και η άλλη από την κάτω (παραθαλάσσια). Στον οικισμό ήταν ήδη σε επιφυλακή και ακροβολισμένη η ομάδα αντίστασης του χωριού. Οι αντάρτες προχωρούσαν αργά και συντονισμένα, ρίχνοντας ανά διαστήματα άστοχες τουφεκιές. Στις ψυχολογικού τύπου πολεμικές τακτικές, ο Στάθης Λιάκας, πρόσθεσε επιπλέον έναν Αρχοντοχωρίτη αντάρτη, ο οποίος διαλαλούσε στα στενά και τις γειτονιές του Μύτικα πως «έρχονται στο Μύτικα 100 και πλέον οπλισμένοι Αρχοντοχωρίτες για να σκοτώσουν τους Ιταλούς». Και προσποιώντας πως ήθελε το καλό όλων τους προέτρεπε να φύγουν όλοι, Ιταλοί και Μυτικιώτες. Κι όσο αυτός τους διεμήνυε τα μαντάτα, τόσο οι οπλισμένοι Αρχοντοχωρίτες έριχναν σφαίρες στον αέρα.
Μπροστά σε αυτό το θορυβώδες σκηνικό, που είχε σχεδιάσει ο μηχανικός Στάθης Αντ. Λιάκας, οι Ιταλοί τρομοκρατημένοι επιβιβάστηκαν στις βενζίνες και κατέφυγαν στη Ζαβέρτα, το κέντρο διοίκησης των Ιταλών. Οι αντάρτες του Αρχοντοχωρίου σαν είδαν τους Ιταλούς να απομακρύνονται από τον Μύτικα, χωρίς να ρίξουν ούτε μία πραγματική ντουφεκιά, μπήκαν μέσα στο Μύτικα «θριαμβευτές», «νικητές» μιας μάχης που δεν έγινε. Εκεί συνάντησαν την ομάδα επιφυλακής και τους θαρραλέους κατοίκους του Μύτικα και όλοι μαζί επισκέφτηκαν το σχολείο – διοικητήριο των Ιταλών όπου και κατάσχεσαν κάθε στρατιωτικό υλικό. Τέλος, γύρισαν θριαμβευτές στο χωριό τους όπου και έστησαν τρικούβερτο γλέντι στην αυλή του σχολείου.
Την ηρωική πράξη αντίστασης των ανταρτών του Αρχοντοχωρίου την επιβράβευσαν και οι καπετάνιοι του ΕΛΑΣ Θάνος ή Μαστροκώστας, Βάκχος, Καπλάνης και Διομήδης, οι οποίοι είχαν έρθει από την Ευρυτανία στο Ξηρόμερο για να πάρουν μέρος στη μάχη με τους Ιταλούς στην Τσαπουρνιά. Λέγεται πως όταν οι καπετάνιοι με τις διμοιρίες τους επισκέφτηκαν το Αρχοντοχώρι, τέλος Μάρτη του 1943, το παρατηρητήριο των ανταρτών τους υποδέχθηκε εγκαρδίως και τους οδήγησε στον Άγιο Σπυρίδωνα, όπου και στρατοπέδευσαν. Στη διήμερη δε παραμονή τους, οι φιλόξενοι Αρχοντοχωρίτες τους περιποιήθηκαν δεόντως. Στον ίδιο δε χρόνο έγιναν συνελεύσεις με τους κατοίκους, όπου και συζητήθηκαν θέματα οργάνωσης στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ… και ορίστηκαν οι ομάδες αλληλεγγύης του ΕΑΜ Αρχοντοχωρίου (…..).
Προφορικές μαρτυρίες λένε πως, στη συνέλευση με τους καπετάνιους του ΕΛΑΣ, διαφώνησε ανοιχτά ο Νίκος Στέλιου Πεταλιάς (Τούρνας)…ο οποίος ανέδειξε με επιχειρήματα … τη διαφωνία για κάποια σημεία του όρκου του αντάρτη. (Περιγραφή, Βαγγέλης Πεταλιάς, ό.π.
Ο Βαγγέλης Πεταλιάς επί της γερμανικής διοίκησης
Το Μάρτη του 1943, ο Βαγγέλης Πεταλιάς, εντάχθηκε στον εφεδρικό ΕΛΑΣ του Στάθη Αντ. Λιάκα ή καπετάν Φουρτούνα, και από εκεί πέρασε στο Ανεξάρτητο Τάγμα του 2/39 Συντάγματος, της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ (Ευρυτανία), υπό τις διαταγές του Κορόζη, Κατωπόδη και Γιαννούλη.7 Ο Βαγγέλης Πεταλιάς πήρε μέρος σε πολλές από τις μάχες που δόθηκαν από το μόνιμο ΕΛΑΣ στην Αιτ/νία και την Άρτα (Κλειδί, Παλαιομάννινα, Λεσίνι, Γουερίτσα, Μακρυνόρος, Αετός, Παραβόλα, Άη Βλάσης, …) μέσα από τις γραμμές του 2/39 Συντάγματος- των 3ών Ταγμάτων και του Ανεξάρτητου Τάγματος.
Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φλεβαρης του 1945) επέστρεψε για λίγο διάστημα στη γεωργική και κτηνοτροφική ζωή στην Τ(Δ)εργοβίτσα Αρχοντοχωρίου, εκεί όπου έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Στα πρώτα χρόνια εργάστηκε σκληρά και κάτω υπό συνεχείς εκβιασμούς, εκφοβισμούς και βασανισμούς. Τη χρονική αυτή περίοδο του δόθηκε η δυνατότητα να προστατεύσει (μαζί με τους αριστερούς Μήτσο Σαλτό, Πάνο και Διονύση Κολλιά, Θεόδωρο και Ηλία Κρίθημο, Δημ. Λιάκα, … κ. ά.) τους καταδιωκόμενους αντάρτες Βασίλη Τσέλιο ή Γεροδήμο, Στάθη Λιάκα ή Φουρτούνα, Επαμεινώνδα Μπανιά ή Πελεκούδα, Βαγγέλη Σίμο, Ανάστο Λιοπύρη, Ανδρούτσο, Άρτεμη, Κώστα Μαρκαντώνη, Γ. Καϋμενάκη, …8 (αναφερόμαστε στην περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας και στις ομάδες ΜΑΔ και ΜΑΥ.) Το 1946 επιστρατεύτηκε, όπως χιλιάδες άλλοι αντάρτες, στον εθνικό στρατό. Συμμετείχε στον πόλεμο στο Γράμμο και το Βίτσι, από τον οποίο γύρισε ζωντανός…
Μετά τον εμφύλιο κατέφυγε πρώτα στην Πάτρα και στη συνέχεια στην Αθήνα (αστικά κέντρα), για να προστατευτεί από την εκδικητική μανία (σύλληψη και εκτέλεση) του νέου κράτους «των νικητών». Στην Αθήνα, με τη βοήθεια του ξαδέρφου του αστυνόμου Παναγιώτη Γ. Πεταλιά9, εργάστηκε στο γνωστό εργοστάσιο σοκολατοποιΐας «ΙΡΙΣ». Στο περιβάλλον αυτό άρχισε να αναπτύσσει έντονη συνδικαλιστική δράση (Μέλος Δ.Σ. Σωμ. και αντιπρόσωπος στη ΓΣΕΕ).
Βαγγέλης Πεταλιάς, ο πρώτος εμπορο-πραματευτής των προικών… των νέων κοριτσιών του Αρχοντοχωρίου.
Σύμφωνα με τις αφηγηματικές μνήμες της Μίνας Συργιάννη-Σαλτού, «με το τέλος του εμφυλίου πολέμου και αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Βαγγέλης Μιλτιάδη Πεταλιάς, παρουσιάστηκε στους συγχωριανούς, αλλά και στους Ξηρομερίτες, ως έμπορος υφασμάτων. Σε μια εποχή που η πρόσβαση σε αστικά κέντρα ήταν δύσκολη, ο Β. Πεταλιάς, έξυπνα κινούμενος, μετέφερε εμπορεύματα που αναβάθμιζαν την ποιότητα της τοπικής χειροτεχνίας και της προίκας. Καθημερινά, με τα τόπινα υφάσματα στον ώμο ή στη μασχάλη τριγυρνούσε στα σπίτια και πουλούσε στις νέες κοπέλες υφάσματα για φουστάνια γάμων, είδη προικός, δαντέλες και είδη ρουχισμού που ήταν απαραίτητα για το «στήσιμο» του σπιτιού των μελλονύμφων.… κ. ά.».
Εν κατακλείδι,
Ο Βαγγέλης Πεταλιάς, άγνωστος στους περισσοτέρους, υπήρξε μια εμβληματική μορφή για το Αρχοντοχώρι Αιτωλοακαρνανίας, καθώς αναγνωρίζεται ως ο πρώτος έμπορος που συστηματοποίησε το εμπόριο ειδών προικός για τις νέες κοπέλες του χωριού. (ακολούθησαν οι αδερφές Αρετή και Ανθούλα Φωτ. Λάσκαρη (ορφανές από το 1945), και τα αδέρφια Ιωάννης και Χαραλαmπία Χρ. Μπανιά,..κ.ά.). Λειτούργησε, εν ολίγοις, ως ο βασικός προμηθευτής για τα προικοσύμφωνα της εποχής! Το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο με την οικονομική άνθηση του χωριού (και την πολιτιστική κληρονομιά) κατά τον προηγούμενο αιώνα και τις παραδόσεις του γάμου στο Ξηρόμερο (όλες οι νέες και οι νοικοκυρές φώναζαν: «ήρθε ή πότε θα έρθει ο Βαγγέλης;»).
Ο Βαγγέλης Πεταλιάς, αν και κάτοικος Αστακού και Αθηνών, δέθηκε πολύ με το Αρχοντοχώρι. Το επισκεπτόταν συχνά τα καλοκαίρια, όπου και φιλοξενούνταν από το συγγενή του και συνομήλικό του, Νίκο Κων/νου Πεταλιά. Με άριστη πνευματική διαύγεια, πλούσια κοινωνικότητα, αυξημένη ενσυναίσθηση, πολιτική και κοινωνική συνείδηση, Ανθρώπινη παρουσία…. διάβηκε το δύσκολο μονοπάτι της ζωής του. Πέθανε στην Νέα Ιωνία στις 19-12-1985, σε ηλικία 65 ετών. Όμως, ήταν δε τέτοια η αγάπη του για τον τόπο που γεννήθηκε, τον τόπο των πρώτων παιδικών του χρόνων, με τις ρίζες του, που ζήτησε από την οικογένειά του να μεταφερθεί η σωρός του … και να ταφεί στο κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου (τελευταίο σημείο αναφοράς). Η επιθυμία του να ταφεί στο Αρχοντοχώρι Ξηρομέρου, παρά τη ζωή του στον Αστακό και την Αθήνα, επισφραγίζει αυτή την ιδιαίτερη αγάπη για τη γενέτειρά του.
Η ιστορία του Βαγγέλη Μιλτιάδη Πεταλιά δεν είναι απλώς μια αφήγηση του παρελθόντος. Είναι ένα μάθημα για το τι σημαίνει να μένεις όρθιος όταν όλα γύρω σου καταρρέουν. Γνωρίζοντας τη ζωή των δικών μας ανθρώπων, καταλαβαίνουμε καλύτερα ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε.
_____________________________________________
1 «Η βιογραφία ενός αγωνιστή», 1984
2 «Λησμονημένοι μαχητές», Π., Νίκος Θεοδώρου Μήτσης
3 Ο Βαγγέλης Μιλτ. Πεταλιάς προσφωνεί τη γεωργοκτηνοτροφική περιοχή με το πρώτο συνθετικό Τυργο -βίτσα …και όχι Τεργο … ή Δεργο… ή ..)
4 Οι αφηγήσεις των γερόντων Γάκια Καϋμενάκη, Μήτσου Πατσαούρα και Θοδωρή Λιάκα (δάσκαλοι ενός καλοκαιρινού υπαίθριου σχολείου..) αποτέλεσαν την πρώτη ύλη ώστε να διαμορφωθεί ο ψυχικός και πνευματικός κόσμος του Β. Πεταλιά. Τα μυθολογικά στοιχεία που αναφέρει στο βιβλίο του συνθέτουν το μυθολογικό υπόβαθρο της περιοχής:
Το Δάσος της Τ(Δ)εργοβίτσας: Πρόκειται για το δάσος όπου η λαϊκή φαντασία έπλαθε ιστορίες για νεράιδες και γίγαντες.
Οι Διάβολοι της Βερίνας: Αναφέρεται σε τοπικούς θρύλους για απόκοσμα φαινόμενα και ήχους στο φαράγγι της περιοχής, που συχνά ερμηνεύονταν ως δαιμονικές παρουσίες ή στοιχειά.
Ληστές και Αρχαίοι: Η Τ/Δεργοβίτσα της Ζάβιτσας, με το πλούσιο ιστορικό της παρελθόν, πρόσφερε στον Β. Πεταλιά το μείγμα ιστορικής μνήμης και λαϊκής δεισιδαιμονίας που αργότερα μετουσίωσε στο βιβλίο του.
5 Η κάρτα της ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας), καθώς η συμμετοχή στην οργάνωση ήταν συχνά προϋπόθεση για την εξεύρεση εργασίας ή την κοινωνική ανέλιξη εκείνη την εποχή.
6 Ο πατέρας και αδερφός του Χρ. Παπαφώτη ή Ατρόμητου, είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο του 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα.
7 Το 2/39 Σύνταγμα, που περιλάμβανε όλη την Αιτ/νία, αποτελούνταν από 3 Τάγματα, το 1ο με καπετάνιο τον Καπλάνη, το 2ο με καπετάνιο τον Παπαγιαννόπουλο, κα το 3ο με καπετάνιο τον Επ. Σκιαδά. Σ΄ αυτά συνυπολογίζεται και το επιπλέον Ανεξάρτητο Τάγμα, υπό των καπετάνιων Κορόζη, Γιαννούλη και Κατωπόδη. Διοικητής Δυτικής Στερεάς, όπως λέει και το τραγούδι ανέλαβε ο Βασίλης Τσέλιος ή Γεροδήμος :
οι αντάρτες ε χωρίσανε,
και γίνανε ομάδες,
ο Άρης πάει στον Παρνασό
κι ο Θάνος πάει στην Οίτη.
Ο Γεροδήμος πέρασε
Ξηρόμερο και Βάλτο.
* Βαγγ. Πεταλιάς, «Η Βιογραφία ενός αγωνιστή» .ο.π.
8 Τ(Δ)εργοβίτσα, τόπος φύλαξης καταδιωκόμενων ανταρτών μετά τη Βάρκιζα ή στα χρόνια της «Λευκής Τρομοκρατίας».
9 Παναγιώτης Πεταλιάς (Ασημάκη Φωτήλα 18, Εξάρχεια), Διευθυντής Αστυνομίας Πόλεων, γιος του Γιώργου Πεταλιά και εγγονός του Κώστα Πεταλιά, αδερφού του Δικηγόρου Φώτη Πεταλιά. (Ν, Θ. Μήτσης, ό. π. Π.)










































































