Λάκης Σάντας: Στο βουνό με το αντάρτικο, τον ΕΛΑΣ... Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Δε, Ιαν 9th, 2017

Λάκης Σάντας: Στο βουνό με το αντάρτικο, τον ΕΛΑΣ…

Από το βιβλίο του «Μια νύχτα στην Ακρόπολη… – Μνήμες από μια σπουδαία εποχή»

2_%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82_%cf%83%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82Νοέμβριος του 1943, αντάρτες στην Πάρνηθα. Αριστερά ο Λάκης Σάντας και δεξιά ο Γιάννης Ορφανός (Ρήγας)

Στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο «Μια νύχτα στην Ακρόπολη… – Μνήμες από μια σπουδαία εποχή» (Εκδόσεις «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2010) ο Λάκης Σάντας εξιστορεί το κατέβασμα, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη τη νύχτα της 30ης προς την 31η Μαΐου του 1941, τη σύλληψή του από τους Γερμανούς στην προσπάθειά του να διαφύγει, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο και τον Γιώργο Λαμπή -Έλληνα από την Αίγυπτο που είχε αποκλειστεί στην Ελλάδα-, με ένα Σουηδικό πλοίο στη Μέση Ανατολή, την καταδίκη του ως λαθρεπιβάτης, μαζί με τους προαναφερόμενους, σε δύο χρόνια φυλακή, την αποφυλάκισή του στις 22 Απρίλη του 1942, λόγω της αμνηστίας για τα γενέθλια του Χίτλερ, την ένταξή του στο ΕΑΜ, όπου εργάστηκε στον παράνομο τύπο και την δημιουργία προκηρύξεων στον πολύγραφο και το μοίρασμά τους και το πέρασμα του στο αντάρτικο, τον ΕΛΑΣ, ύστερα από έγκριση της ΚΕ του ΕΑΜ, όταν μαθεύτηκε το όνομά του και καταζητούνταν από τους Γερμανούς.

1_%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82_%cf%83%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82Στα περίχωρα της Άμφισσας. Από αριστερά: Περικλής, Ρήγας, Σάντας

Για τα ανέβασμά του στο βουνό και τη δράση του από τις γραμμές του ΕΛΑΣ γράφει, μεταξύ άλλων, ο Σάντας:

«Ανέβηκα στο βουνό, στην Πάρνηθα, από τη Χασιά, κι εκεί συνάντησα την ομάδα του Ορέστη. (Με συγκίνηση θυμάμαι ότι τον γνώρισε κι η κόρη μου, η Γεωργία, αργότερα, μετά τη δικτατορία – και το πρώτο πράγμα που τη ρώτησε ήταν για μένα). Ο σύνδεσμος που με είχε αναλάβει ήταν ένας Κώστας, βέβαια αυτό ήταν ψευδώνυμο κι εγώ είχα το ψευδώνυμο «Άλκης».

Τώρα, ο σύνδεσμος που θα με ανέβαζε στο βουνό είχε δώσει μαζί μου ραντεβού στο Πεδίο του Άρεως. Πήγα εκεί, είδα κάποιον απέναντι που μου έκανε νόημα, προχώρησα, τον συνάντησα, πήγαμε παρακάτω, προχωρήσαμε και τελικά φτάσαμε στην άκρη της πόλης.

Εκεί, ανεβήκαμε σε μια σούστα -κάρο δηλαδή- και προχωρήσαμε με το άλογο, για να πάρουμε το δρόμο προς τη Χασιά. Και πάμε, αφού περάσαμε τρία μπλόκα γερμανικά, όπου όπως φαίνεται αυτοί οι Γερμανοί τον ήξεραν, γιατί πηγαίνανε και έρχονταν συχνά τα κάρα αυτά.

Εγώ είχα μόνο ένα τσαντάκι μαζί μου, τίποτε άλλο, ούτε όνομα, ούτε ταυτότητα, τίποτε. Μόλις φθάνουμε στη Χασιά, ανοίγει αυτός -ο σύνδεσμος- κάτι να πάρει, εκεί που πριν καθόμουνα, και βλέπω μέσα ένα αυτόματο. Ρωτάω: «Τι είναι αυτό;». «Α -λέει ο άλλος απλά- το αυτόματό μου!». Καλά -του λέω- αν οι Γερμανοί σου κάνανε έλεγχο;» Και μου απαντά: «Ε, τότε όποιον πάρει ο χάρος!». Ήταν Αρβανίτης, παληκάρι.

Υπήρχαν κι άλλοι κρυφοί αντάρτες, που δεν τους ξέρανε οι Γερμανοί, μα κι εκείνος ήταν ένας απ΄ αυτούς. Στο δρόμο που πηγαίναμε μου έδειξε έναν άλλο του εφεδρικού ΕΛΑΣ, και τέλος φτάσαμε σε ένα σημείο όπου άρχιζε το δάσος. Εκεί θα με έπαιρνε ο αντάρτης για να με πάει στον καπετάν Ορέστη.

Ο αντάρτης, με γένια και φυσεκλίκια, πάνω σε ένα άσπρο άλογο, με ψευδώνυμο «Κίμων», σπούδασε αργότερα χημικός και ζει σήμερα στην Αθήνα. Λέγεται Κώστας Ξανθάκης. Αυτός με συνόδεψε τότε στον καπετάν Ορέστη. Ο ίδιος, αργότερα -την άλλη χρονιά- έλαβε μέρος σε μια μεγάλη μάχη που έδωσε το αντάρτικο, πάνω από το Λιδορίκι, στη Γκιώνα, σε ένα οροπέδιο όπου είναι το χωριό Καρούτες, εκεί σε ένα πλάτωμα στο βόρειο τμήμα της Γκιώνας που ενώνεται με τον Παρνασσό […].

3_%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82_%cf%83%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82Η φρουρά του ασύρματου, 1943-44

Ο καπετάν Ορέστης, επειδή από την Αθήνα του είχαν στείλει σημείωμα για μένα και λέγανε πόσο τολμηρός και ριψοκίνδυνος ήμουνα, μου ανέθεσε την υπευθυνότητα του ασυρμάτου, με τον οποίο ασύρματο ερχότανε το αντάρτικο σε επαφή με το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Αυτό γινόταν κάθε μέρα, γιατί ο σύνδεσμος έφερνε το δελτίο από την Αθήνα, πόσα αεροπλάνα είχαν έρθει στο Χασάνι (το σημερινό Ελληνικό), πόσα πλοία έρχονταν στο λιμάνι του Πειραιά και άλλα συναφή.

Όλα στέλνονταν με τον ασύρματο στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, απ΄ όπου φτάνανε εντολές που τις διαβίβαζαν με σύνδεσμο στο δικό μας γενικό στρατηγείο, όπου ήταν Εγγλέζοι αξιωματικοί και Ρώσοι και Γάλλοι, και κανόνιζαν πότε να έρθουν τα συμμαχικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν.

4_%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82_%cf%83%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82Άμφισσα, Δεκέμβριος 1943. Σάντας (αριστερά), Ρήγας (τρίτος από αριστερά)

Τότε εγώ βρισκόμουν εκεί, στην Πάρνηθα, όταν έρχονταν τα αμερικανικά βομβαρδιστικά και τα εγγλέζικα και βομβαρδίζανε. Οι Αμερικάνοι είχαν κάποια αεροπλάνα που τα λέγανε «ιπτάμενα φρούρια», που δεν τα πιάνανε τα γερμανικά αντιαεροπορικά πυροβόλα, δηλαδή δεν τα φτάνανε, γιατί πηγαίνανε πολύ ψηλά. Είχαν όμως οι γερμανοί και καταδιωκτικά, κι ένα από τα «ιπτάμενα φρούρια» χτυπήθηκε από ένα καταδιωκτικό γερμανικό. Μέσα ήταν πλήρωμα από 11 άτομα· από αυτούς ο ένας σκοτώθηκε, ο άλλος τραυματίστηκε ακι οι υπόλοιποι -μαζί και ο τραυματισμένος- πέσανε με αλεξίπτωτα. Τους είδαν όμως οι Γερμανοί από το Λουτράκι, καθώς και οι άλλοι που ρίχνανε με τα αντιαεροπορικά.

Στείλανε λοιπόν, οι Γερμανοί, δυο τρία αυτοκίνητα, για να τους πιάσουν αιχμαλώτους. Ένας καπετάνιος αντάρτης, που βρισκόταν πάνω από του Λουτράκι, στο βουνό, κινήθηκε αυτόβουλα, χωρίς να ρωτήσει, και χτύπησε τα αυτοκίνητα αυτά. Ένας από τους Γερμανούς όμως ξέφυγε και πήγε στο κέντρο, όπου και ανέφερε το συμβάν κι έστειλαν τότε ολόκληρο σύνταγμα γερμανικό, για να κυνηγήσουν τους αντάρτες, και για αντίποινα άρχισαν να καίνε τα Δερβενοχώρια. Εκεί, λοιπόν, έγιναν μεγάλες μάχες με τους Γερμανούς, 16, 17 και 18 Οκτωβρίου του 1943, όπου κι εγώ έλαβα μέρος. Σκληρές μάχες που γίνονταν συνεχώς τέσσερα μερόνυχτα. Εκεί έπιασαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ 45 ή 47 αιχμαλώτους Γερμανούς.

Οι Γερμανοί ήταν ολόκληρο σύνταγμα, πάνω από 1.000, παράλληλα ήρθαν και αεροπλάνα. Τα αεροπλάνα, αν και εμείς κρυβόμασταν όταν κάνανε περιπολίες, βλέπανε από πάνω της κινήσεις. Δεν μπορούσαμε, λοιπόν, να κινηθούμε σε μεγάλη κλίμακα. Και πολυβολούσαν κιόλας. Ένα αεροπλάνο όταν πυροβολεί κάνει διασπορά μεγάλη, φτάνει τα 70-80 μέτρα, γιατί έχει 4-5 πολυβόλα στα φτερά. Κάθε βουτιά που κάνει, και ρίχνει, θερίζει το σύμπαν, γι΄ αυτό μόνο σε βράχο από πίσω μπορείς να κρυφτείς, σε κάλυμμα δηλαδή.

Εκεί, λοιπόν, στα Δερβενοχώρια, στα Κρώρα, πήραν από τους αιχμαλώτους τα ονόματά τους και τους βάλανε και υπογράψανε δίπλα και στέλνουν το παιδί ενός βοσκού και πάει και ζητάει το Γερμανό Διοικητή. Δεν ξέρω αν έχει γραφτεί αυτό κάπου. Εγώ το ξέρω, γιατί μου το είπαν οι ίδιοι εκεί. Δεν το είδα, ούτε ήμουν μπροστά όταν το στείλανε, ούτε ξέρω ποιος το έστειλε. Νομίζω ο Ορέστης. Εκείνη την ώρα δεν ήμουν με τον Ορέστη, ήμουν με ένα άλλο τμήμα και είχα τον ασύρματο κρυμμένο σε μια σπηλιά.

Στείλανε, λοιπόν, τον κατάλογο στον Γερμανό διοικητή και του είπαν: «Αν κάψεις τα χωριά, εμείς θα τους σκοτώσουμε όλους, θα τους εκτελέσουμε. Αν δεν κάψεις τα χωριά, δεν θα τους πειράξουμε. Και ο Γερμανός, σε απάντηση, έκαψε όλα τα χωριά. Έτσι αυτοί όλοι εκτελεστήκανε. Οι δε Γερμανοί δεν φεύγανε, καθήσανε εκεί πέντε μέρες και γίνονταν συνέχεια σκληρές μάχες.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, πήραμε εντολή και πήγαμε προς την Άμφισσα, όπου ήταν μια ιταλική μεραρχία, η οποία δεν παραδόθηκε στους γερμανούς, αλλά έκανε συμφωνία και παρέδωσε τον οπλισμό της, όλα τα όπλα, βαριά και ελαφρά, στο αντάρτικο. Όλα τα πήρε ο ΕΛΑΣ.

Φτάσαμε στην Άμφισσα κι εκεί πλυθήκαμε, φάγαμε, ήρθαμε σε επαφή με την τοπική ΕΠΟΝ και ξεκουραστήκαμε από τις πορείες. Μετά, θέλοντας λίγο να ξεδώσουμε, κάναμε διάφορες παραστάσεις για τους αντάρτες, ομιλίες και άλλα.

Εγώ ήμουν στο Επιτελείο της 2ης Μεραρχίας μαζί με τον επιστήθιο φίλο μου, και σύντροφο, γιατρό, που είχε το ψευδώνυμο «Ρήγας», ο οποίος λεγόταν Γιάννης Ορφανός. Αυτός σπούδαζε Ιατρική, ο πατέρας του ήταν γιατρός και μάλιστα πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών […].

Έφυγα και πήγα στο Λιδορίκι με αποστολή. Πήρα μια ομάδα ανταρτών και κατεβήκαμε, γιατί είμαστε καλεσμένοι μετά απάνω στο Μαύρο Λιθάρι. Πορεία, συνάντηση με ομάδα συντρόφων-συναγωνιστών το βράδυ, κάναμε Χριστούγεννα όλοι μαζί το 1943. Ξημερώματα εμείς φύγαμε, περάσαμε τη δημοσιά, κατεβήκαμε προς Δομβραίνα, μετά προς Κίρα, Δελφούς, Αράχωβα, επιστροφή μετά στη Δεσφίνα, κι εκεί μάθαμε ότι ένας προδότης χαφιές επήρε τους Γερμανούς από ένα κρυφό μονοπάτι και τους πήγε τη νύχτα εκεί που ήταν στρατοπεδευμένοι οι δικοί μας συναγωνιστές, αυτοί που είχαμε κάνει μαζί Χριστούγεννα, και οι Γερμανοί τους κύκλωσαν, έστησαν διασταυρούμενα πυρά, πολυβολούσαν και τους θέρισαν όλους το πρωί. Ούτε ένας δεν γλύτωσε. Λυπηθήκαμε πολύ, γιατί άλλο είναι να σκοτωθείς πολεμώντας στη μάχη, κι άλλο να δολοφονηθείς ανυπεράσπιστος.

Από κει κατεβήκαμε στην Ιτέα και μετά φτάσαμε στην Άμφισσα. Την 1η Φλεβάρη του 1944, οι Γερμανοί επιτέθηκαν για να πάρουν την Άμφισσα και έγινε μάχη εκεί όλη την ημέρα σχεδόν. Μια ομάδα ανταρτών ήταν μαζί μου· ενώ το στρατηγείο έφτασε πάνω στο Μεγάλο Λιθάρι, εμείς τινάξαμε τις γέφυρες στον Μόρνο και μετά πήγαμε προς το Λιδορίκι, ύστερα από τρία μερόνυχτα μάχες στις πλαγιές του Παρνασσού.

Εκεί, λίγο πριν μπούμε στο Λιδορίκι, τραυματίστηκα από ριπή πολυβόλου στο αριστερό ημιθωράκιο. Η μία σφαίρα έμεινε μέσα στην ωμοπλάτη κι έκανε τυφλό τραύμα. Με έσωσαν η παγωνιά και το χιόνι από την αιμορραγία. Τη σφαίρα, βέβαια, μου την έβγαλαν και μάλιστα χωρίς αναισθητικό, γιατί από τον πόνο έπεσα αναίσθητος. Έτσι σώθηκα. Νομίζω, δε, όπως θα αναφέρω πιο κάτω, ότι την έβγαλε ο Εβραίος γιατρός Αρούχ […]».

Ο Λάκης Σάντας γράφει στη συνέχεια του βιβλίου του για τις περιπέτειές του «στο αντάρτικο», τη συμμετοχή του στη Μάχη της Αθήνας το Δεκέμβρη του 1944, την υποχώρηση του ΕΛΑΣ, τους Εβραίους συναγωνιστές του, την τρομοκρατία που ακολούθησε μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, την εξορία του στην Ικαρία και την Μακρόνησο και την φυγή του τέλος, μέσω Ιταλίας, στο Μόντρεαλ του Καναδά.



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>