Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: Η τέχνη της ήττας μας Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

Εβδομαδιαία στήλη «Το Κέρας της Αμάλθειας»: Η τέχνη της ήττας μας

μνημειο_γενοκτονιας_ποντιων To μνημείο για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου στην πλατεία Αλεξάνδρας στο Πασαλιμάνι

«ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ»
του Χρήστου Σκιαδαρέση, Φιλολόγου, Μέλους της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών

Την περασμένη Κυριακή περιδιάβηκα το Πασαλιμάνι του Πειραιά, με τα φαρδιά και ευρύχωρα πεζοδρόμιά του, την κοσμοπολίτικη αύρα του, τη μαγευτική του θέα προς την ανοικτή θάλασσα, τα σκάφη αναψυχής, τα γιοτ και τα ιστιοπλοϊκά, που είναι δεμένα στις μαρίνες του.

Πόσο εγκάρδια και πλατιά χαμογελώ, όποτε ξεκλέβω λίγο χρόνο απ’ τη ρουτίνα μου και περπατώ σε αυτούς τους τόσο γνώριμους, νοσταλγικούς και αγαπημένους τόπους!

Θαρρείς πως κάθε μέρα οι άνθρωποι έχουνε γιορτή εδώ, πως η ξεγνοιασιά μεσουρανεί, πως το αντάμωμά τους στο δρόμο είναι ευλογία, αφορμή σοβαρή για να ζεσταθεί η κρύα καρδιά, να γευτεί με όλο της το πάθος κάθε γλυκιά πλευρά της ζωής, να καταβάλει κάθε πνιγηρή δυσκολία!

Παντού, είναι αλήθεια, έχει βάλει τη σφραγίδα του το ανθρώπινο χέρι, τις πιο πολλές φορές όμως με τρόπο εύστοχο και γουστόζικο.

Κατά μήκος όλης της παραλιακής διαδρομής θα δεις τα καφέ, τα εστιατόρια, τα μπαράκια να διαδέχονται το ένα το άλλο, κάτω από φοίνικες ή ανοικτές ομπρέλες.

Αισθάνεσαι πως κάπου εδώ χτυπά η καρδιά της διασκέδασης και της απόλυτης χαλάρωσης, όχι μόνο όλου του Πειραιά αλλά και του λεκανοπεδίου γενικότερα.

Νιώθεις να γίνεσαι ένα χαρμάνι με όλη αυτή την περιρρέουσα ομορφιά, να περνά η ζωή ακριβώς δίπλα σου και εσύ να την αγγίζεις, να την αρπάζεις και να την κλείνεις μες τα χέρια σου!

Η ανοικονόμητη σκέψη πάντοτε βρίσκει αραξοβόλι και κατάλυμα σε λημέρια τέτοια, αποστειρωμένα από τη σκληράδα, την κούραση, τον κορεσμό της εποχής.

Κατά τη διάρκεια του περιπάτου μου στα παράκτια πεζοδρόμια του Πασαλιμανιού, βρέθηκα στην πλατεία Αλεξάνδρας.

Δεν ξέρω αλλά αυτή η πλατεία μου θυμίζει την πλώρη ενός υπερωκεάνιου, στην οποία, όποτε καταφύγω, απαλύνεται το στήθος μου από οποιοδήποτε σφίξιμο νιώθω, από οτιδήποτε σαλεύει μέσα μου λυπημένο.

Στη θέα τους, το νησάκι του Κουμουνδούρου, η πλαζ «Βοτσαλάκια», οι αθλητικές εγκαταστάσεις στην πίσω πλευρά της πλατείας βάζουν πάντα σε τάξη τις μπερδεμένες σκέψεις μου.

Απλώνω από εκεί τη ματιά μου στο Σαρωνικό και νομίζω πως παίρνω λίγο από το χρώμα του, σταγόνες από τη δροσιά του.

Πολλά μερόνυχτα έχω αγναντέψει τη θάλασσα απ’ το ύψωμά της πλατείας αυτής και έχω προσθέσει πόντους στο ανάστημά μου.

Θαρρείς πως φτάνει μια δρασκελιά για να κάνεις τον κόσμο όλο δικό σου.

Είχα αρκετούς μήνες να κατέβω Πασαλιμάνι και προχτές το επιχείρησα ξανά.

Με τη λαχτάρα στα μάτια μου ξεδιπλωμένη, να ξαναδώ τα αστραφτερά πλεούμενα κάτω απ’ το αμυδρό φως του φεγγαριού και να τους απευθύνω έναν ακόμη χαιρετισμό.

Όμως, αίφνης, ο χρόνος σταμάτησε στα μάτια μου.

Πάγωσε.

Διακόπηκε ένα πράγμα.

Η πλατεία είχε ανασχεδιαστεί.

Η είσοδος σε αυτήν σηματοδοτούνταν μέσω ενός πλατώματος που περιβαλλόταν από κυκλικές χαράξεις και από ένα αυστηρά λαξευμένο γεωμετρικό ανάγλυφο.

Μάζες φυτών κείτονταν τυχαία δομημένες, πιθανόν από αρχιτεκτονική επιλογή.

Προχωρώντας κι εγώ ανάμεσα στα δέντρα ανακάλυψα να ξετυλίγεται μπροστά μου μια τεράστια σιδηροκατασκευή, σε σχήμα αψίδας, που οφείλω να ομολογήσω πως, σε μια πρώτη ματιά, με εντυπωσίασε.

Όχι επειδή ήταν κάποια ευφάνταστη, εμπνευσμένη καλλιτεχνική σύνθεση, αλλά, κυρίως, λόγω του μεγάλου όγκου της και του ιδιαίτερα παράδοξου υλικού δόμησής της.

Πλησιάζοντας για να δω καλύτερα, διαπίστωσα δεκάδες σιδερένια καλάθια, ασημένιας απόχρωσης, να είναι ατάκτως στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σε μια τοξοειδή διάταξη, κατά τρόπον ώστε να σχηματίζουν μια υπερμεγέθη αψίδα.

Ένιωσα να στενεύουν η σκέψη μου, η καρδιά μου, οι ορίζοντές μου.

Δεν μπορούσα να διανοηθώ τι συμβόλιζε ένα τέτοιο ακαλαίσθητο συνταίριασμα…

Σπαζοκεφάλιασα αρκετά, δεν το κρύβω, ώσπου να καταλάβω, να αντιληφθώ τον σκοπό της συναρμολόγησης ενός τέτοιου συνόλου…

Το κρύο όμως ήταν τόσο που μου αφαίρεσε και την όποια θέληση ή, έστω, διάθεση να παρατείνω την αγωνία μου.

Στους πρώτους περαστικούς που συνάντησα, απηύθυνα αμέσως το γρίφο που με ταλάνιζε.

Η απάντησή τους με άφησε εμβρόντητο!

«Είναι γλυπτό αφιερωμένο στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου»!!!

Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι!!!

«Ορίστε;», ρώτησα, «πώς είπατε;» επέμεινα, προσδοκώντας να αποδειχθώ αφηρημένος ή βαρήκοος!!!

Κι όμως! Η επανάληψη της ίδιας ρήσης ήρθε να με αποτελειώσει!

Να μου δώσει τη χαριστική βολή!!!

«Αυτό που ακούσατε! Πρόκειται για γλυπτό αφιερωμένο στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου»!!!

Τους κοίταξα αμίλητος. Χάσκοντας.

Νόμιζα πως μου έκαναν πλάκα. Έδειχναν όμως άνθρωποι σοβαροί και το όλο ύφος τους απέκλειε την οποιαδήποτε πιθανότητα που πλανιόταν στη σκέψη μου, ότι επρόκειτο για χωρατατζήδες, που έψαχναν κάποιον ελαφρόμυαλο, για να περάσουν ευχάριστα την ώρα τους.

Σάστισα. Δάγκωσα τα χείλη. Αισθάνθηκα σα να μουτζουρώνει κάποιος το οπτικό μου πεδίο. Να με τραβολογά πέρα – δώθε!

Προσπάθησα να ξεροκαταπιώ, να δω τα πράγματα από απόσταση, πιο ψύχραιμα, να μην ταράζει το στήθος μου κανένας παλμός!

Το μυαλό μου έπιασε δουλειά αμέσως.

Άρχισε να κάνει σκέψεις μηχανικές.

Να προσπαθεί να συνδέσει αιτιακά το εν λόγω «μνημείο» (!) με τη μεγάλη εκείνη ανθρωποσφαγή που συντελέστηκε στη γείτονα χώρα.

Να ανατρέχει σε παλιές, προπτυχιακές γνώσεις, ιστορικές.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν…

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου έλαβε χώρα κατά τα έτη 1914-1923…

Οι Νεότουρκοι έσφαξαν κοντά στους 400.000 Έλληνες στην περιοχή του Πόντου, στα πλαίσια του γενικότερου σχεδίου εκρίζωσης του ελληνικού στοιχείου από την τουρκική επικράτεια…

Για να υλοποιήσουν δε το σατανικό τους σχέδιο έβαλαν σε εφαρμογή πάρα πολλές θανατηφόρες μεθόδους, όπως τον βίαιο εκτοπισμό, τις σφαγές, την εξάντληση από τις κακουχίες, τη μαζική υποβολή σε βασανιστήρια, την πείνα, τη δίψα, τις πορείες θανάτου στην έρημο κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ. …

Μάλιστα.

Και ο δήμος Πειραιά τι αποφάσισε;

Να τιμήσει τους εκατοντάδες χιλιάδες αυτούς σφαγιασθέντες και ατιμασθέντες με ένα μνημείο που υποτίθεται πως θα διέγειρε την ψυχική φόρτιση των θεωρών του, θα ενδυνάμωνε τη συλλογική τους ταυτότητα, θα σφυρηλατούσε ένα πνεύμα ομοψυχίας και ενότητας απέναντι σε οποιονδήποτε εξωγενή κίνδυνο, θα προσέδιδε «τόνο εορταστικό στις πιο επίπονες και θλιβερές, στις πιο μικρές και πεζές περιστάσεις της ζωής» (Παπανούτσος), θα ενέπνεε σεβασμό και βαθιά εκτίμηση για τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων τους, θα γεφύρωνε το χθες με το σήμερα, θα αναδείκνυε τα κοινά βιώματα, τις κοινές αγωνίες, τα κοινά πάθη των προπατόρων τους με αυτούς, εκτός της έλξης που θα τους ασκούσε λόγω της αισθητικής του αρτιότητας…

Ξανά μάλιστα.

Η σύνθεση αυτή, όμως, προσπαθώντας να νεωτερίσει και να πρωτοτυπήσει, όχι μόνο συνειδήσεις δεν αφύπνιζε, όχι μόνο την αλήθεια δεν αποκάλυπτε, αλλά, κυρίως, αποκρουστικότητα προκαλούσε όπως και μεγάλη απέχθεια και απογύμνωση από κάθε ιδεολογικό περιεχόμενο, εσωστρέφεια και αυτοαπομόνωση…

Δεν εκπλήρωνε κάποια βαθύτερη αισθητική, ιστορική, εκπαιδευτική ή διδακτική ανάγκη, ούτε σε είλκυε προς τη γνήσια τέχνη˙ τουναντίον, θα έλεγα, σε ωθούσε να την αποβάλεις -το συντομότερο δυνατό- από τη ζωή σου και από τις προτεραιότητές σου…

Άλλωστε, αισθητικά κριτήρια χωρίς περιεχόμενο και νόημα βαθύ δεν νοούνται…

Ο καλλιτέχνης που το έφτιαξε σίγουρα δεν φταίει σε τίποτα, ο άνθρωπος!

Συνειδητά ή ασύνειδα, αυτό το «τεχνούργημα» μπόρεσε να φτιάξει, αυτό έφτιαξε…

Ήθελε μάλλον τον εσωτερικό του κόσμο να εκφράσει, μορφοποιώντας τα δικά του συναισθήματα, τα δικά του βιώματα, τα δικά του «πιστεύω».

Διότι, όσο ανήσυχο πνεύμα κι αν ήταν, όσο ταλέντο κι αν διέθετε, όση «δημιουργική» φαντασία κι αν επιστράτευσε, το έργο του αυτό ούτε την σκληρή πραγματικότητα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου αναπαριστούσε -δυστυχώς!- ούτε καμία ιδιαίτερη αισθητική συγκίνηση ανέδυε.

Αρμονία, πλαστικότητα, ισορροπία δεν εξέπεμπε με τίποτε, ούτε διέπονταν από καθολικά αποδεκτούς αισθητικούς κανόνες…

Διότι, κακά τα ψέματα, όταν σου δίνεται η δυνατότητα να κατασκευάσεις -έστω και κατά παραγγελία (!)- ένα τόσο σπουδαίο έργο και να το εκθέσεις στο ευρύ κοινό, πρέπει -πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα- να γίνεται καταληπτό από αυτό…

Ειδικότερα, πρέπει να προβληματίζει, να κινητοποιεί, να αναβαθμίζει το πνευματικό επίπεδο των πολιτών, να προάγει το αισθητικό τους γούστο…

Τούτο το έργο, όμως, δεν «εξάγνιζε» τον θεατή του ούτε μιλούσε απευθείας στην ψυχή του…

Και, στο κάτω – κάτω, τι τις λένε «καλές τέχνες», αν πρώτιστο στόχο τους δεν έχουν την εξυπηρέτηση του ωραίου και της ευπρέπειας όπως και τη μετάδοση υψηλών και διαχρονικών μηνυμάτων;

Θεέ μου, σκέφτηκα, τι θα μας σέρνουν, άραγε, από εκεί απάνω τόσες και τόσες αδικοχαμένες ψυχές;

Τι σοκ και δέος θα τις διαπέρασε, όταν είδαν τι… «μνημείο» στήσαμε προς ανάμνηση των θυσιών τους;

Λες και θέλουμε σώνει και καλά να τις ξεγράψουμε απ’ τη μνήμη μας, λες και φταίνε αυτές για την κατιούσα που έχουμε πάρει ως πολιτισμός, λες και προσπαθούμε να τις δαιμονοποιήσουμε, επειδή δεν θέλουμε να κοιταχτούμε κατάματα στον καθρέφτη και να δούμε το κακό μας το χάλι…

Την Κυριακή εκείνη αισθάνθηκα σα να ξεψυχώ…

Σα να ξεθωριάζει μέσα μου το φως, να στροβιλίζομαι σε ένα ανάερο σκοτάδι…

Καράβι ακυβέρνητο μοιάζει πια η πολιτεία μας και ο μόλος όλο και ξεμακραίνει πίσω μας, απόηχη ανάμνηση κοντεύει να γίνει πια…

Θεέ μου, τι άλλο κακό μας επιφυλάσσει η κάθε νέα που γεννιέται μέρα;


                    
     








Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.