Αφιέρωμα στον Τσουκαλαδιώτη λαϊκό ποιητή Πάνο Ν. Σταματέλο (Βέρη) - Β΄ Μέρος Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Κυ, Σεπ 15th, 2019

Αφιέρωμα στον Τσουκαλαδιώτη λαϊκό ποιητή Πάνο Ν. Σταματέλο (Βέρη) – Β΄ Μέρος

3_panos_N_StamatelosO Πάνος Ν. Σταματέλος (Βέρης)

Συνέχεια από το πρώτο Μέρος

Στο αρχείο του λαϊκού ποιητή Πάνου Ν. Σταματέλου διασώζονται και λίγα φωτοτυπημένα, κυρίως, ποιήματα άλλων λαϊκών ποιητών, όπως ένα ποίημα του Καρά Νικόλα (του Γεράσιμου του Μπάρμπα, όπως σημειώνει ιδιοχείρως ο Πάνος Ν. Σταματέλος) για την Φανερωμένη, του Θωμά Ροντογιάννη (Ελλάδα μου περήφανη, Ελλάδα δοξασμένη, 1948 – που έγινε ο μεγάλος σεισμός 7 και πλέον βαθμούς. Γκρεμίστηκαν τα μισά σπίτια του χωριού. Σκοτώθηκαν δύο γυναίκες και μια κοπέλα μικρή. Χειρόγραφη σημείωση στο τέλος του ποιήματος), του Ιωάννη Π. Κίτσου (Έμπλαστρας ή Μιλάνος) και το πιο κάτω του Απόστολου Στ. Σταματέλλου που γράφτηκε το 1975 στη Νέα Υόρκη.

Δυο λόγια για τους Κοινοτάρχες

Γεια σου βρε Πάνο λεβεντιά
λεβέντη Διαμαντούλη
για πες μας πως τους μάζεψες
τους ψήφους στο σακούλι.

Είχες γερούς αντίπαλους
το Φλίππο το Πομώνη,
μην τον πειράζεις Πάνο μου,
και εύκολα πεισμώνει.

Είναι κι αυτός παιδί
από τα Βεργινάτα,
και σεις του εκρεμάσατε
εις τον λαιμό την γάτα.

Ο Ζώης είν΄ καλό παιδί
και ανιψιός του Φιάκα,
και πρόσεχε βρε Πάνο μου
μην πάθεις καμιά τράκα.

Τους άλλους δεν τους ξέρω
και ούτε να τους μάθω,
γιατί μου φαίνεται
πως πιάσανε τον πάτο.

Πάνο σε παρακαλώ
κάτσε και κάνε γράμμα,
και πες μου αν σταμάτησε
ο Παπαγιάννης το κλάμα.

Είναι κι αυτός Εθνικιστής
μεγάλη φυσιογνωμία,
γι΄ αυτό τον διορίσανε
παπά στην Παναγία.

Για πες μου Πάνο να χαρείς
τι κάνει η Πινάλα,
γιατί κι αυτός ερχόντανε
του Άϊ Γιωργιού τρεχάλα.

Βιαστικός επάγαινε
για να τηλεφωνίση
στον Γιώργο Παπαδόπουλο
να τον πολυχρονίσει.

Αυτά παθαίνουνε
αυτοί οι πατριώτες,
τους δίνουνε ένα βρακί
τους παίρνουνε τις μπότες.

Μην λησμονήσεις Πάνο μου
παλιά από Ειρηνοδικείο
σε βάλανε στην κλήρωση
σου πήραν το λαχείο.

Άλλα δεν έχω να σου πω
χαιρέτα την οικογένειά σου,
και σε συγχαίρω Πάνο μου
για το ανδραγάθημά σου.

Νέα Υόρκη 15-4-1975. Απόστολος Στ. Σταματέλλος.

Το ποίημα αυτό γράφτηκε δέκα μέρες μετά τις δημοτικές εκλογές του 1975, όπου ο Πάνος Ν. Σταματέλος είχε εκλεγεί πρόεδρος της Κοινότητας Τσουκαλάδων. Όπως σημειώνει ιδιοχείρως ο ίδιος «το ποίημα αυτό είναι του Αποστόλη της Φώτως. Το έστειλε ο Μπούλης από τη Νέα Υόρκη».

Οι ήρωες του γένους

Χαίρε ω φίλτατε Σκαλτσά
Νομάρχη τιμημένε
για την χρυσή σου την καρδιά
όλοι για σένα λένε

Πως είσαι άνθρωπος καλός
γνήσιος Δημοκράτης
να σε φυλάει ο Θεός
ποτέ κακό μη πάθεις.

Και εγώ επίσης σ΄ αγαπώ
με ξέρεις και σε ξέρω
συνεργαστήκαμε πολύ καιρό
κι όταν σε βλέπω χαίρω.

Θυμάσαι υπογράψαμε
σύμφωνο στην Ιθάκη
όταν εκεί εφθάσαμε
στο έμορφο Νησάκι.

Γιορτάζοντας την Ένωση
των Ιονίων Νήσων με εκδήλωση
και δέηση με τον Μητροπολίτη
που εκεί τον συναντήσαμε
έξαφνα σαν κομήτη.

Και συνεχεία ήρθαμε
παρέα με τον τράγο
αφού πρωτίστως τούβαλε
ο Παναγούλης πάγο.

Δεν του μιλούσε στη γιορτή
επάνω δεν σηκώθει
ούτε το χέρι του φιλεί
προσβάνει τον Δεσπότη.

Kαι μες στο κρουαζιερόπλοιο
μου είπες Πάνο γράψε
και έγραψα το ποίημα
νομίζω το θυμάσαι.

Και φθάνοντας εις το χωριό
σας πρόσφερα και δείπνο
επιήκατε κρασί γλυκό
και πέσατε στον ύπνο.

Θυμάσαι τη γυναίκα μου
μας είπε πουλημένους
πως πήγαμε με το ΠΑΣΟΚ
εμείς οι Ήρωες του Γένους.

Και τη ρωτάω να μου πει,
ακόμα κι ο Νομάρχης;
και απαντά χωρίς ντροπή
κι αυτός ο Κομματάρχης.

Μάλιστα κύριε Σκαλτσά
η πυρ γυνή και θάλασσα
μας έδωσε μία βρισιά
και όμως δεν την μάλωσα.

Είναι αδιάντροπη πολύ
φιλότιμο δεν έχει
γαβγίζει όπως το σκυλί
και σαν βουβάλι τρέχει.

Και τώρα ήρθα να χαρώ
κάτω στον Άη Γιάννη
τον φίλο μου για να τον δω,
όπου τα μπάνια κάνει.

Ανάμεσα σε κοπελιές
παρέα μες το κύμα
πόχουν στα στήθια τους ελιές
και λέγει μα τι κρίμα.

Τα χρόνια μου επέρασαν
και τι μπορώ να κάνω
τα κοριτσάκια γέλασαν
κοιλιώντας μες τον άμμο.

Σεπτέμβριος 1993 – Πάνος Ν. Σταματέλος 1982

Ο Παναγιώτης Σκαλτσάς ήταν μέχρι το 1984 διορισμένος Νομάρχης Λευκάδας επί ΠΑΣΟΚ και μετέπειτα Θεσπρωτίας (1985-1989). Το δείπνο επιβεβαιώνεται και από τον Στάθη Μανωλίτση, πρόεδρο τότε της Κοινότητας Αλεξάνδρου που είχε παρακαθίσει και ο ίδιος. Ο Στάθης Παναγούλης είχε πρωτοεκλεγεί βουλευτής το 1977 με το ΠΑΣΟΚ στη Β΄ Αθήνας. Την εποχή που γράφτηκε το ποίημα ήταν υφυπουργός Εσωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, θέση που κράτησε ως τις 31 Αυγούστου 1982.

Είσαι ποιητής εκ του προχείρου…

Έχασαν πάσα ηθική
και την εμπιστοσύνη
μα ποιο πολύ οι χωρικοί
με την γραμματοσύνη.

Σφάλλουν εις όλους τους τομείς
και θα το μετανιώσουν
αφού τους θίξουμε εμείς
θα πάνε να τρυπώσουν.

Δεν πρέπει άλλο να σταθούν
εδώ στην κοινωνία
και όταν τα λόγια μου ακούν
να παν γι΄ αυτοκτονία.

Να βάλουν πέτρα στον λαιμό
στην θάλασσα να πέσουν
κι εγώ να τους πίνω τον καημό
μα ποιοι θα συγχωρήσουν;

Όλος ο κόσμος θα χαρεί
και θα πανηγυρίσει
αφού πεθάνουν οι μωροί
ελεύθερα να ζήσει.

Θα σας κουράσω βρε παιδιά
με ένα ποιηματάκι
που αφιερώνω με καρδιά
εις τον Παναγιωτάκη.

Μου ΄δωσε αιτία κι αφορμή
μα τονε σατιρίσω
εάν μπορέσω ειδεμή
θα πάω ν΄ αυτοκτονήσω.

Εβγήκε νέος ποιητής
εις τα Ροντογιαννάτα
του Μυλωνά ο Παναγής
και του μιλάω σταράτα.

Άφε Πάνο τις χαμάρες
και να λες καμιά σωστή
μη σε βάλουν στις κατάρες
προπαντός οι προεστοί.

Με το ρίνα – ρίνα νάϊνα
με γαϊδούρια και με άτι
σου ζητώ να κάνεις μάϊνα
μη σου βγάλουνε την πλάτη.

Να λοιπόνου σαχλαμάρες
δεν αρμόζουνε για σένα
να ασχολείσαι με φοράδες
και γαϊδούρια αγγαστρωμένα.

Μην εξάπτεσαι τελείως
Παναγή συνάδελφέ μου
διότι έγινες γελοίος
δεν παντύχαινα ποτέ μου.

Μας τσαμπουνάς για διαθήκες
σατιρίζεις πεθαμένο
αφήκε σ΄ όλους προίκες
τον Πατρίδα τον καημένο.

Εσύ που ξέρεις τα πολλά
κι ο νους σου κατεβάζει
βλέπω δεν στέκεσαι καλά
και κάτι σε πειράζει.

Είσαι κουτός πολύ κουτός
και τάβαλες με μένα
γι΄ αυτό λαλάς σαν κοκοτός
με λόγια αφηρημένα.

Τι σε νοιάζει αν δεν πάνε
οι φοράδες στο χωράφι
αν και λέω σε κατράνε
και αυτοί οι δημοσιογράφοι.

Δεν έχεις γνώση αρκετή
του Ποιητού βρε Πάνο
και όσα γράφεις στο χαρτί
όλα άχρηστα τα βγάνω.

Νομίζεις είναι εύκολο
να βγάνει όποιος όποιος
βρε έγινες ρεντίκολο
και σα σκορπιέλος ψόφιος.

Γεια σου φίλε Παναγιώτη
όπου μοιάζεις σαν τον Μπόλα
έχεις μούρη σαν τον μπότη
και το σώμα σου καριόλα.

Έχεις φωνή του γαϊδουριού
και δεν απαραλάζεις
με ρούσες τρίχες του
σαν πίθηκος ομοιάζεις.

Ο κόσμος το ΄χει τούμπανο
και συ κρυφό καμάρι
πως θέλεις
στρομποκούδουνο
κι ένα πλατύ σαμάρι.

Τι είναι αυτά παλιόβλαχε
καψαλισμένη μούρη
σταμάτα γιατί σόλαχε
αγχώνη εκεί στ΄ αχούρι.

Θέλω να βγάνεις ποίημα
κι ας φέρνεσαι κατά μου
όχι να λες διήγημα
τα βλέπεις τα δικά μου;

Κάθε δίστιχο που φκιάνεις
εσύ νομίζεις είν΄ καλό
την αξία σου την χάνεις
και σε παίρνουν για τρελό.

Μα τώρα που ξανάσανα
θα γράψω άλλα τόσα
κι ας έχω ο δόλιος βάσανα
δεν με πονεί η γλώσσα.

Επήρες θάρρος φίλε μου
και βγαίνεις λεν στην πιάτσα
καθώς και με ο σκύλος μου
είστε την ίδια φάτσα.

Το πιο πάνω ποίημα είναι φωτοτυπημένο. Ο Πάνος Ν. Σταματέλος ήταν κατ΄ εξοχή σατιρικός ποιητής. Είναι επίσης γνωστός ο ανταγωνισμός και η «ποιητική αλληλογραφία» μεταξύ λαϊκών ποιητών του ίδιου χωριού ή γειτονικών χωριών. Στην εισαγωγή του ποιήματος αναφέρεται: «Ο πρόλογος αυτός αναφέρει την πραγματικότητα και την έμπνευση του ποιητού Πάνου Διαμαντούλη (σ.σ. είναι ένα άλλο από τα παρατσούκλια, μάλλον το οικογενειακό, του Πάνου. Ν. Σταματέλου) με πολλές στροφές ποιημάτων όπου τις αφιερώνει ή μάλλον τις εκτοξεύει εις τον Παναγιώτη Ροντογιάννη προς συμμόρφωσή του με το τίτλο «είσαι ποιητής εκ του προχείρου και έχεις την μορφή του χώρου. Εν Τσουκαλάδες 17-11-1960».

Μια τσοργιά να τόρχεται

Εμάθατε ποιοι μπήκανε
εφέτος επιτρόποι
και νέο κόλπο βρήκανε
πίνοντας το σουρόπι.

Ο Νιόνιος θα ΄ναι ο φρουρός
στη θύρα με μουστάκες
κι ο Μποτσονέλες ο Βρεττός
θα σκουπίζει αδιάκοπα τις πλάκες.

Ο Βασίλης με τον Στάθη
θα γυρίζουν με τον δίσκο
κι ας τα κάνουν όλα στάχτη
πιο καλύτερους δεν βρίσκω.

Είπε ο δόλιος ο παπάς
και φώναξε με πάθος
θα είμαι λέγει κερατάς
θα τους τιμωρήσω όταν κάνουν λάθος.

Εσύ βρε Νιόνιο θα κρατείς
τη ράβδο εις το χέρι
θα κτυπάς όσο μπορείς
σε όποιον αντίσταση θα φέρει.

Θανάφτεις τα κεριά
θα είσαι καντηλανάφτης
και αν δεις καμιά γριά
ζύγωσε κοντάτης.

Θα της μιλήσεις, ε γριά,
εδώ είναι η μονιά σου
και μη πηγαίνεις μακρυά
να ζήσουν τα παιδιά σου.

Εάν κανείς θα στέκεται
σιμά εις το μανάλι
μια τσοργιά να τόρχεται
επάνω στο κεφάλι.

Εκείνοι που θα τράζουνε
επάνω στα καφάσια
και τις ματιές αλλάζουνε
με έμορφα κοράσια.

Να τους βουτάς απ΄ το γιακά
και θα τους πεις τραβάτε,
παλιάσκερα και ξωτικά
στο διάβολο να πάτε.

Εδώ θα μείνουν ταπεινοί
φευγάτε οργισμένοι
ν΄ ακούσουμε γλυκιά φωνή
ψαλτάδες είναι μορφωμένοι.

Ψέλνουν με ήχο μουσικής
αγάλλεται η εκκλησία
κι ο κόσμος θάρχεται ταχύς
εις την Δευτέρα Παρουσία.

Μετά θα βγει και ο παπάς
την τελευταία ώρα
όπου θα πέφτει ο παράς
και θα μοιράζει δώρα.

Αντίδωρο και λειτουργιές
κανένα δεν θ΄ αφήσει
με αγιασμό και μυρουδιές
και τότε θα μιλήσει.

Και θα μας πει χρόνια πολλά
για τον καινούργιο χρόνο
να είστε όλοι σας καλά
και εγώ να μην πεισμώνω.

Αυτά συμφώνησαν που λες
παπάς και επιτρόποι
Αλλά τους ήρθαν διαταγές
και παν χαμένοι οι κόποι.

Τους δύο τους απέλυσαν
τον Νιόνιο και τον Τσίλια
το πως αυτοί δεν ένοιωθαν
να ανάψουν τα καντήλια.

Έγινε μεγάλος σαματάς
και η νευρική τον πιάνει
φεύγει αμέσως ο παπάς
να πάει να σημάνει.

Πάνος Ν. Σταματέλος 1982

Πρώτα θα πιάσεις τον λεβγέ (Του Γιάννου το τρακτέρι)

Για δέστε την εξέλιξη
μαζί και προκομάδα
που έπεσε στα τέκνα μας
εν γένει στην Ελλάδα.

Να οδηγούν τσομπάνηδες
μπολτόζες κάτι άνανδρα
ακόμη και μπακάληδες
αυτά τα βεντσινάροτρα.

Μαντάτα έμαθα πολλά
Θανάση μου για σένα
όπου δεν πότισες καλά
τα έρημα τα φρένα.

Έμαθα πως επήγατε
να κάνετε χωράφι
και συντροφιά επήρατε
συγγενικό ταράφι.

Σαν εφτάσατε στην Πούντα
στου καημένου Φασαρία
στο τιμόνι βάζεις φούντα
λες και νάτανε κυρία.

Σάλιο βάζεις εις το χέρι
και φωνάζεις Γιάννο έλα
ανεβαίνεις στο τρακτέρι
και του λες μωρέ πάει η σαμπρέλα.

Χαλάλι σου τα λόγια μου

Τρεις γιατρούς εγνώρισα,
καθηγητές μεγάλοι,
και φίλους μου τους έκανα
πάνω στη βιοπάλη.

Πρώτος ο αείμνηστος
που τον φωνάζαν Βέτσα
ο Ξενοφώντας ο γιατρός
και όλοι του είχαν μπέσα.

Χρυσάφι είχε στην καρδιά,
τόλμη και εξυπνάδα,
απ΄ τα καλύτερα παιδιά
σε απ΄ όλη την Ελλάδα.

Τους έδινε και χρήματα
εις τον φτωχό να πάρει
τα φάρμακά του
με όλη την καρδιά του.

Ο δεύτερος είναι ορθοπεδικός,
Παπαδόπουλος το όνομά του.
Είναι περήφανος γιατρός
και μέγας στο επάγγελμά του.

Έχει κι αυτός καλή καρδιά,
μας αγαπάει όλους,
τους γέρους και μικρά παιδιά,
και περπατά πεζά στους δρόμους.

Γελαστά μας χαιρετά
και μας πιάνει από τα χέρια
με το γέλιο και χαρά
και μας λέγει τι χαμπέρια.

Ελάτε φίλοι στο γιατρείο
να μου πείτε που πονάτε.
Ένας – ένας κι όχι δύο
και εις το καλό να πάτε.

Ο τρίτος είναι μια κοπελιά,
χαρά στον που την έχει.
Έχει στο μάγουλο ελιά
και το μυαλό της τρέχει.

Εννέα χρόνια πέρασαν
που χτύπησα τα πλευρά μου.
Κανένας γιατρός δεν με γιάτρεψε
μόνον η Νίκη, ο αϊτός.

Χαίρε Νίκη νευρολόγε
επιστήμονα μεγάλε
κοπελιά του Μαυρογιώργου
τα διπλώματά σου βγάλε.

Χαλάλι σου τα λόγια μου
την τόση εξυπνάδα.
Ευχαριστώ πάρα πολύ
που είδα την υγειά μου
και κάνω τη δουλειά μου.

Πάνος Νικολάου Σταματέλος – 18 Οκτωβρίου 2005

Αγρότης είμαι και εγώ

Ξύπνα λαέ φτωχόκοσμε
γυμνέ και πειναλέον,
να ζεις και συ σαν άνθρωπος
και όχι δούλος πλέον.

Εσύ παράγεις τ΄ αγαθά
και ζει η ανθρωπότης
εσύ περνάς τον Γολγοθά
που λέγεται Αγρότης.

Μία ζωή ξυπόλητος
στις λάσπες και στα κρύα
και κάθε μέρα σου ροφάν
το αίμα τα θηρία.

Που δρούνε ανενόχλητα
με δόντια σαν καμάκι
μας τρώνε τα προϊόντα μας
και τσάμπα το λαδάκι.

Ξυπνήστε λέγω Χωριανοί
και μην αργοπορούμε
νομίμως μες τα πλαίσια
το δίκιο μας να βρούμε.

Την τελευταία μας πνοή
στην πάλη να την δώσουμε
γιατί θα έρθει ένα πρωί
ελιές να ξεκολώσουμε.

Όπως τα χρόνια τα παλιά
που ξεκολώναν την ελιά
και βάζανε αμπέλι,
να πάρουν το καρβέλι.

Αγρότης είμαι και εγώ
και πρέπει να φωνάξω,
νομίμως μες τα πλαίσια
του Νόμου και να γράψω.

Υπογραφή: 31.12.1979, ο Πρόεδρος Κοινότητας. Πάνος Σταματέλος. (Το ποίημα είναι δακτυλογραφημένο. Ιδιόχειρη σημείωση γράφει: «Χθες ανέφερα ξεκόλωμα ελιών και σήμερα το έκανε ο Άγιος Βασίλειος. Ξεκόλωσε ελιές». Κάποια θεομηνία, μάλλον, την Πρωτοχρονιά του 1980 θα είχε ως αποτέλεσμα να ξεριζωθούν ελιές.)

Για τον Βαλκανιονίκη Ηλία Βεργίνη

Τιμή μεγάλη και χαρά
εμπρός μας φτερουγίζει
με χρυσαφένια τα φτερά
σαν τι να συμβολίζει;

Γιατί να έχουμε χαρά;
Γιατί αγάλλεται η καρδιά μας;
Είναι τα κόκκαλα τα ιερά
που βλέπουμε μπροστά μας.

Ω! να το, στέκει ολάλαμπρο
τ΄ Ανδρειωμένο σώμα
που δόξασε το Λάβαρο
το γαλανόλευκο χρώμα.

Σήμερα τιμάει το χωριό
τον Λία τον Βεργίνη
στον χώρο εδώ τον Ιερό
που δύναμη μας δίνει.

Και παίρνει σάρκα και οστά
το κάθε παλικάρι
να μελετήσει πιο σωστά
την σφαίρα, το λιθάρι.

Χαίρε Ελλήνων γέννημα
σπορά ευλογημένη
που έγινες υπόδειγμα
σ΄ όλη την Οικουμένη.

Ήτανε πλάτανος σωστός
ψηλός σαν κυπαρίσσι
πανέμορφος καμαρωτός
σ΄ ανατολή και δύση.

Χαλάλι η ομορφάδα του
τα στήθη τα μεγάλα
χαλάλι και η μάνα του
που τούδινε το γάλα.

Δόξα να ΄χει τ΄ όνομά σου
ως τα πέρατα της γης
όρθωσες τ΄ ανάστημά σου
δοξαστήκαμε και μεις.

Πρώτος στη σφαίρα νικητής
εύγε βαλκανιονίκη
φορέας ήσουν και ιδρυτής
γ΄ αυτό και σου ανήκει.

Εδώ που σου στήσαμε
Ηλία Ανδριάντα
στον τόπο που γεννήθηκες
να σε τιμάμε πάντα.

Όπως τίμησες και συ
ήρωα το χωριό σου
με την καρδιά σου την χρυσή
και με παλμό δικό σου.

Μας έφερες το κύπελλο
χρυσό σαν την καρδιά σου
και δόξασες το σύμβολο
και την γενέτειρά σου.

Για τον Βεργίνη τον Ηλία
έχουμε πολλά να πούμε
δεν χωρά αμφιβολία
τα χαρίσματα της φύσης
στην συνέχεια θα δούμε.

Χαίρε της φύσης χάρισμα
της Ολυμπίας κολώνα
που ήσουν για μας το καύχημα
στον εικοστό αιώνα.

Εκεί που στύλωσες γερά
το πόδι σου Βεργίνη
μας πλημμυρίζει η χαρά
θεριεύει και δεν σβήνει.

Πιθανώς το ποίημα να γράφτηκε για τα αποκαλυπτήρια της προτομής του «κόκκινου» πρωταθλητή Ελλάδας και Βαλκανιονίκη στη σφαιροβολία Ηλία Βεργίνη στην ιδιαιτέρα πατρίδα του τους Τσουκαλάδες. Υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του ποιήματος ενώ στο αρχείο του Πάνου Σταματέλου υπάρχει σε φωτοτυπία το σχέδιο της προτομής.

sxedio_protomi_vergini_ilia

Κλείνοντας το αφιέρωμα να συμπληρώσουμε ότι από γράμματα που υπάρχουν στο αρχείο ο λαϊκός ποιητής Πάνος Σταματέλος αλληλογραφούσε με τον ιδρυτή της Χαραμόγλειου Ειδικής Βιβλιοθήκης Τέλη Χαραμόγλη, που ήταν συχωριανός του.

Σε ένα από τα γράμματα ο Τέλης Χαραμόγλης ευχαριστεί τον λαϊκό ποιητή «για την ποιητική συλλογή που είχες την ευγένεια και καλοσύνη να μου στείλεις με τον ευγενή συγχωριανό μας Δάσκαλο Τάσο Τυπάλδο». Προσθέτει επίσης ότι όλα τα ποιήματα τα τοποθέτησε σε σχήμα βιβλίου στην ΕΙΔΙΚΗ ΛΕΥΚΑΔΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ «που με το πλήρωμα του χρόνου θα παραδοθεί στην Λευκάδα», ενώ ζητά από τον λαϊκό ποιητή να του αντιγράψει σε κόλλες χαρτί όλα τα ποιήματά του («θα ήταν ασυγκρίτως πιο καλά»). Ζητά επίσης από τον Πάνο Σταματέλο να του στείλει, αν τυχόν έχει στα χέρια του, «κανένα παλαιό βιβλίο ή εφημερίδα».



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

      











Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.