Σαν σήμερα γεννιέται ο μεγάλος μας ποιητής, Γιάννης Ρίτσος Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Πα, Μάι 1st, 2020

Σαν σήμερα γεννιέται ο μεγάλος μας ποιητής, Γιάννης Ρίτσος

ritsos-02

«(…) Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε,

εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,

είναι δικά μας, και μπορούμε να τα δώσουμε, – έτσι έλεγε (…)»

Ο Μάης, λένε, τα κάνει όλα νέα. Και του Γιάννη Ρίτσου του έλαχε να γεννηθεί την 1η Μάη του 1909 στη Μονεμβασιά. Έκτοτε η Μονεμβασιά, η Άκρα Μινώα, έγινε το καράβι του. Με αυτό διέσχισε τον κόσμο τον φανερό και τον αφανέρωτο για να τον φανερώσει στους φτωχούς, στους κατατρεγμένους, σε όσους παλεύουν για να παραδώσουν τον κόσμο καλύτερο από αυτόν που παραλάβανε.

Τα παιδικά του χρόνια είδαν πολέμους, καταστροφές, είδαν τις κόκκινες αναλαμπές του Οκτώβρη, είδαν τον κόσμο να αλλάζει, να προχωράει..

Το 1921 πήγε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια εποχή χάνει τον αδελφό του και σε σύντομο διάστημα τη μητέρα του. Ο θάνατος ωστόσο σημάδεψε την εύθραυστη νεανική ψυχή του με μια ανεξάντλητη αγάπη για τη ζωή και για τις αξίες της. Τα ιδανικά, τη μετριοφροσύνη, τη συντροφικότητα…

Στην Αθήνα ήρθε το 1925. Αντιμέτωπος ξανά με τον θάνατο όταν φεύγει από τη ζωή ο πατέρας του στο Ψυχιατρείο του Δαφνιού.

«Ό,τι αγάπησα μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλα», έλεγε. Τότε άρχισε να στέλνει ποιήματά του στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων» που διηύθυνε ο Γρηγόρης Ξενόπουλος χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Ιδανικό Όραμα.

Για να βιοποριστεί γίνεται αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα και βοηθός βιβλιοθηκάριου στον Δικηγορικό Σύλλογο.

Η κοινωνική κρίση, που έφεραν ο πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή, γέννησε στους κόλπους της Τέχνης ρεύματα μηδενισμού και σκυθρωπής απαισιοδοξίας. Η παρακμή έγινε η «πρώτη ύλη» μιας ολόκληρης γενιάς. Ήταν τα χρόνια πριν πάει ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα.

Εκφραζόταν επίσης ένα ρεύμα εθνικιστικής τέχνης βαθιά επηρεασμένο από την αντιδραστική φιλοσοφία του Νίτσε που ως κύριο χαρακτηριστικό της είχε τη λατρεία του ελληνισμού, τον οποίο είχε τάχα ξεχωρίσει η ιστορία.

Ωστόσο, ραγδαία αναπτυσσόταν ένα άλλο ρεύμα που, επηρεασμένο από την κοσμογονία της Οκτωβριανής Επανάστασης και της εργατικής αναταραχής σε μεγάλο μέρος του πλανήτη, θέλησε να δημιουργήσει έναν πολιτισμό θεμελιωμένο στη λαϊκή τέχνη και κυρίως στη ζωή της φτωχολογιάς.

Ο Ρίτσος γράφεται στη Νομική το 1926, όμως δεν του έμελλε να φοιτήσει γιατί εν τω μεταξύ προσβλήθηκε από φυματίωση. Στις αρχές του 1927 σε ηλικία 18 ετών μπήκε στο σανατόριο «Σωτηρία». Εκεί γνωρίζεται με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, η οποία του αφιερώνει το ποίημα «Θυσία» το οποίο βρίσκεται στη συλλογή της «Ο μοιραίος δρόμος». «Μαντεύω απ’ την γαλήνη σου την θλίψη», λέει ένας στίχος του ποιήματος. Η Πολυδούρη ήδη τραβούσε τον τελευταίο δρόμο της ζωής της. Εκεί γνωρίστηκε και με τον Άγγελο Σικελιανό ο οποίος επισκεπτόταν την ποιήτρια.

Στο σανατόριο, που τρόμαζαν οι άνθρωποι μόνο με το όνομά του, νοσηλευόταν η φτωχολογιά, οι εργάτες που δούλευαν σε απάνθρωπες φάμπρικες και έμεναν στις ανήλιαγες και υγρές τρύπες των εργατικών συνοικιών.

Ανάμεσά τους και κομμουνιστές οι οποίοι εκείνα τα χρόνια μετρούσαν τη ζωή τους με τις αποστάσεις από τις φυλακές στα σανατόριο και το αντίθετο.

Έτσι εκείνος ο χώρος, που είχε σχεδιαστεί για τον θάνατο, είχε μετατραπεί σε μια μήτρα ζωής αφού ήταν ένα από τα κύτταρα της διάδοσης των μαρξιστικών ιδεών.

Εκεί ο 18χρονος Ρίτσος γνωρίστηκε με αυτές τις ιδέες που σφράγισαν για πάντα τη ζωή του και το έργο του. Ποτέ δεν ξέχασε τον άνθρωπο που του έδειξε τον «δρόμο με τα χιλιάδες χιλιόμετρα» που έπρεπε να περπατήσει «χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια» για να φέρει στο λαό «ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα» και να υψώσει έτσι την ποίηση από τον μικρόκοσμο της ασήμαντης ύπαρξης στα απέραντα σύμπαντα της πανανθρώπινης ιστορίας.

Ο άνθρωπος που τον μύησε στις κομμουνιστικές αρχές και επιδιώξεις ήταν ο Βασίλης Γεράγγελος, ο οποίος εκτελέστηκε στην Κατοχή από τους Γερμανούς. Πάντα ο Ρίτσος θυμόταν με συγκίνηση αυτόν τον άνθρωπο. Στο «Σωτηρία» άρχισε να μελετά συστηματικά και γνωρίζεται με την ποίηση του Κώστα Βάρναλη.

Μαζί με τις κομμουνιστικές ιδέες γεννιέται μέσα του η ποίηση.

Μέχρι το 1930 η ζωή του ήταν ένα συνεχές γύμνασμα πάνω στον νέο κόσμο που είχε γνωρίσει ενώ έχει μεταφερθεί σε σανατόριο στα Χανιά. Μάλιστα, διαμαρτυρήθηκε δημόσια για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν στο σανατόριο.

«Εμείς μπορούσαμε να πεθάνουμε μόνο για τη ζωή…»

giannhs-ritsos

Το 1931 επέστρεψε στην Αθήνα και συνδέθηκε με την ΟΚΝΕ και με την Εργατική Λέσχη αναλαμβάνοντας το καλλιτεχνικό τους τμήμα.

Επίσης συνεργάστηκε και με το περιοδικό «Πρωτοπόροι» που εξέφραζε το πολιτιστικό κίνημα που ήταν συνδεδεμένο με το κομμουνιστικό κίνημα. Για να συνεχίσει να ζει στράφηκε στο εμπορικό θέατρο και συμμετείχε σε παραστάσεις ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, αλλά και χορευτής αφού είχε σπουδάσει χορό όταν ήρθε στην Αθήνα στις αρχές τις δεκαετίας του ΄20, στη Σχολή Μοριάνοφ.

Λίγο αργότερα, προσλήφθηκε σαν διορθωτής κειμένων στις εκδόσεις Γκοβόστη.

Το 1934 εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ».

Τα ποιήματα της συλλογής φανερώνουν το μέγεθος της εσωτερικής φωταγωγίας από τις ιδέες της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ποιήματα από τη συλλογή είναι αφιερωμένα στον Μαρξ, στον Λένιν και στη Σοβιετική Ένωση την οποία προσφωνούσε σαν «Συντρόφισσα Ρωσία».

Παράλληλα ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον «Ριζοσπάστη» με το ψευδώνυμο Σοστίρ, Ρίτσος δηλαδή γραμμένο ανάποδα, και το 1934 έγινε μέλος του ΚΚΕ.

Αυτή την ιδιότητα διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του πλεγμένη αξεδιάλυτα με την ιδιότητα του ποιητή.

Μόλις που είχε κλείσει τα 27 όταν στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε η μεγάλη απεργία των καπνεργατών, τον Μάη του 1936. Ο Ρίτσος είναι αναπόσπαστος από εκείνη την ηρωική εργατική εξέγερση.

Το Σάββατο 9 Μάη μια μεγάλη διαδήλωση πλημμύρισε την Εγνατίας με κατεύθυνση το Διοικητήριο. Πάνοπλοι χωροφύλακες, πεζοί και έφιπποι, έφραξαν τον δρόμο. Το πλήθος προσπάθησε να περάσει και άρχισαν τα τουφέκια «να σαρώνουν τους δρόμους». Όταν ο κόσμος και ο καπνός από τους πυροβολισμούς διαλύθηκαν, κάποιος έμεινε πεσμένος και ασάλευτος Ήταν ο 25χρονος κομμουνιστής Τάσος Τούσης, οδηγός, από το Ασβεστοχώρι.

Και τότε ο φωτορεπόρτερ του «Ριζοσπάστη» την είδε γονατισμένη πάνω από το ακίνητο σώμα, αναμαλλιασμένη από τον πόνο να θρηνεί μέσα στο δρόμο, με τα ίχνη της σκληρής οδομαχίας παντού γύρω της και την ερήμωση παντού μέσα της. Ήταν η μάνα του.

Η σκηνή συγκλονίζει τον Ρίτσο. Γράφει τον «Επιτάφιο» που η περιφορά του στους κοινωνικούς αγώνες και στην παγκόσμια ποίηση συνεχίζεται.

Το ξημέρωμα τον βρήκε αιμόφυρτο πάνω στο τραπέζι. Τα τελευταία χειρόγραφα του «Επιτάφιου» είχαν κοκκινίσει από το αίμα. Είχε πάθει αιμόπτυση. Έμενε τότε στα Εξάρχεια, στην οδό Μεθώνης.

Στις 12 Μάη ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε τρία μέρη με τίτλο «Μοιρολόι» ενώ μέσα σε λίγες μέρες εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα τα οποία πουλιούντουσαν όπως το ψωμί στους πεινασμένους. Η δικτατορία το Μεταξά κατάσχεσε λίγους μήνες αργότερα όσα αντίτυπα είχαν απομείνει και τα έριξε στην πυρά μαζί με άλλα βιβλία στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Την ίδια περίοδο και η αδελφή του Λούλα μπήκε στο ψυχιατρείο του Δαφνιού. Της αφιερώνει τότε το σπαρακτικότερο ίσως ποίημά του που είναι «Το τραγούδι της Αδελφής μου».

«Το λιγνό σώμα σου περιτυλίγεται τον τεφρό μανδύα της αλλοφροσύνης. Τα μάτια σου απομείνανε δύο πύργοι γυάλινοι, ακατοίκητοι και μέσα τους γυρνούν αδέσποτες οι σκιές του παρελθόντος. Αδελφή μου, θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ κατάντικρυ στον ήλιο και των στίχων τους κίονες να υψώσω προς το κυανό διάστημα για να περπατείς τα βράδια».

Ο Κωστής Παλαμάς, συγκλονισμένος από το ποίημα, έγραψε στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» στις 26 Ιούνη 1938: «Σε μια φρικίαση τραγική χαμογελάει μιας πλάσης ρυθμός, παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις».

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία».

Το 1940 εκδίδεται η συλλογή «Το Εμβατήριο του Ωκεανού», τα πρώτα ποιήματά του με ελεύθερο στίχο, όπου απαλλάχτηκε ακόμα και από τα θραύσματα της καθαρεύουσας.

«Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι, μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια. Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες κάτω απ΄ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα, κάτω απ΄ τα σπίτια με τους κόκκινους γλόμπους, κάτω απ΄ τα μέγαρα που καπνίζουν αίμα, νύχτα κι αρπαγή».

Στα 1940 ξεκίνησε ο ιταλοελληνικός πόλεμος, ανοίγοντας την αυλαία μιας δεκαετίας γεμάτης αντάρα και θύελλες και πολλές ελπίδες. Τότε έγραψε την «Τελευταία προ ανθρώπου εκατονταετία». Όλο το ποίημα είναι σπαρμένο με τα δεκανίκια από την Αλβανία, με ξύλινα πόδια, με το πύον των κρυοπαγημάτων, τη μυρωδιά του χλωροφόρμιου, τα ακρωτηριασμένα χέρια. «Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ’ άγνωστες πέτρες, πάνου στο χιόνι, άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι, ένα χέρι, άλλος ένα κομμάτι απ’ την ψυχή του». Μετά ήρθαν οι Γερμανοί. «Όμως δεν έκλαψε κανένας», έγραφε, «Δεν υπήρχε καιρός».

Το 1942 έγινε μέλος του ΕΑΜ, στον Μορφωτικό Τομέα. Στο σπίτι του συνεδρίαζε η Κομματική Οργάνωση των Διαφωτιστών με καθοδήγηση την Ηλέκτρα Αποστόλου. Ο ίδιος αρθρογραφούσε σε παράνομα έντυπα. Η υγεία του επιδεινώθηκε. «Εμείς δε θέλαμε ποτέ να πεθάνουμε» έγραφε. «Εμείς μπορούσαμε να πεθάνουμε μόνο για τη ζωή». Ακόμα και κατάκοιτος συνέχισε να αναλαμβάνει αποστολές που του ανέθεταν το Κόμμα και το ΕΑΜ.

Και στα μικρά διαλείμματα του θανάτου έλαμπε η ποίησή του. Στην Κατοχή εξέδωσε μέσα από αφάνταστες δυσκολίες τις συλλογές «Παραμονές του Ήλιου» που απαγορεύτηκε από τη γερμανική λογοκρισία και την «Παλιά Μαζούρκα σε Ρυθμό Βροχής».

«Κάτω από το αχόρταγο μάτι του αλφαμίτη…»

ritsos-08

Τον Οκτώβρη του 1944 οι Γερμανοί φεύγουν. Μετά αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα οι Άγγλοι. «Κι είδαμε τους προδότες να φτύνουν τους ήρωες. Κι είδαμε πολύ χακί έξω απ’ τις πόρτες μας. Όπως στον καιρό της κατοχής».

Ακολουθεί ο Κόκκινος Δεκέμβρης. Ο Ρίτσος αναλαμβάνει αποστολές του ΚΚΕ, ενώ μέσα στη φωτιά των ημερών χάθηκε όλο το αρχείο του στο οποίο βρίσκονταν τα πρώτα του ποιήματα και μερικά θεατρικά γραμμένα για το θέατρο του ΕΑΜ.

Με την υποχώρηση του ΕΛΑΣ τον Γενάρη του ΄45 πήγε στη Λαμία και μετά στον Βόλο. Εκεί συναντήθηκε με τον Βελουχιώτη. Στη συνέχεια πήγε στα Τρίκαλα και συνέβαλε με όλη του την ψυχή στη δημιουργία του Θεάτρου του Λαού. Μετά στάλθηκε στην Κοζάνη στο Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας του ΕΑΜ. Καθ΄ οδόν έγραψε το μονόπρακτο «Η Αθήνα στα Άρματα» που ανέβηκε στη σκηνή του Λαϊκού Θεάτρου και αποτέλεσε τη βάση του τρίπρακτου έργου «Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών». Μετά τη Βάρκιζα επέστρεψε στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με το περιοδικό τέχνης «Ελεύθερα Γράμματα» και συμμετείχε στο καλλιτεχνικό τμήμα της ΕΠΟΝ επιφορτισμένος να παρακολουθεί την ομάδα των νέων καλλιτεχνών.

Στη χώρα απλωνόταν ο τρόμος. Οι αλαλαγμοί εκείνων που νίκησαν αντηχούσαν τις νύχτες με τις οιμωγές των άοπλων που δολοφονούνταν ή βασανίζονταν. Τότε έγραψε δύο σπουδαία ποιήματα που εκδόθηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Την «Κυρά των Αμπελιών» και τη «Ρωμιοσύνη» που διαπνέεται από ολόκληρο το μεγαλείο εκείνου του αγώνα.

Τον Ιούλη του 1948 συνελήφθη και εκτοπίστηκε στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Τον Μάη του 1949 μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο. Εκεί «περπάτησε τον θάνατο δίχως να σκοντάψει» αφού αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση. Η Μακρόνησος έγινε για τον Ρίτσο ένας πεντακάθαρος ουρανός έμπνευσης μέσα από τον οποίο απέσπασε μερικά από τα μεγαλύτερα έργα στην ιστορία της ποίησης, γραμμένα σε πακέτα τσιγάρων, τσιγαρόχαρτα, «κάτω από το φαναράκι της Σελήνης», «κάτω από το αχόρταγο μάτι του αλφαμίτη». Συνεξόριστοί του, κυρίως ο Μάνος Κατράκης, έκρυβαν τα ποιήματά του μέσα σε μπουκάλια και τα έθαβαν. Από αυτά τα μπουκάλια που κρύφτηκαν στη ζεστή μήτρα του χώματος γεννήθηκαν το «Ημερολόγιο Εξορίας», το «Καπνισμένο Τσουκάλι», ο «Πέτρινος Χρόνος».

Ένα κίνημα διαμαρτυρίας είχε ξεσηκωθεί στην Ευρώπη για την απελευθέρωσή του, κάτω από το βάρος του οποίου απολύθηκε από τη Μακρόνησο για να συλληφθεί ξανά και να εκτοπιστεί στον Άη Στράτη.

Εκεί έγραψε το ποίημα «Γράμμα στον Ζολιό Κιουρί», «Αγαπημένε μου Ζολιό, σου γράφω απ’ τον Αη Στράτη. Βρισκόμαστε εδώ πέρα κάπου τρεις χιλιάδες άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι. Άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο. Άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως κι εσύ τη λευτεριά και την ειρήνη».

Το ποίημα μέσω του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ έφυγε έξω από τη χώρα και η καρδιά του Ρίτσου αντήχησε στην Ευρώπη κάνοντάς την να ανατριχιάσει.

Στον Άη Στράτη έμαθε ο Ρίτσος την εκτέλεση του Μπελογιάννη. «Εσύ απόδειξες πόσο μικρή είναι η λευτεριά να φιλάς ένα στόμα, να κάθεσαι βουβός στο πεζούλι της βραδιάς. Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρίφαλο απ’ τον κόρφο σου για να μοσχοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη», γράφει στο ποίημα «Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο». Στον Άη Στράτη ζωγραφίζει πάνω σε πέτρες δίνοντας στιγμές καλλιτεχνικής απόλαυσης στους συντρόφους του.

Η διεθνής κατακραυγή για ένα καθεστώς που φυλακίζει τους ποιητές οδήγησε, το 1952, στην απόλυσή του από τον Άη Στράτη.

Εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της νεοσύστατης ΕΔΑ και ξεκίνησε να συνεργάζεται με την «Αυγή».

Το 1953 γνωρίστηκε με την γιατρό Γαρυφαλιά Γεωργιάδου. «Με τα τέσσερα παράθυρά μου ολάνοιχτα στον κόσμο που τον συγύρισε με το γλυκό της βλέμμα η Φαλίτσα», έγραφε. Το 1954 παντρεύτηκαν και το 1955 γεννήθηκε η κόρη τους Ελευθερία (Έρη). «Μαζί της γεννήθηκε και ένα καινούργιο φως στην ζωή μου», γράφει στο ποίημα «Πρωινό Άστρο», σφραγίζοντας με την πιο υψηλή έκφραση δημιουργίας σχεδόν τριάντα χρόνια ποίησης και κοινωνικής δράσης.

«Να δω την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της…»

ritsos-05

Το 1956 ο Ρίτσος έγραψε τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», το ποίημα που σύμφωνα με τον Γάλλο κομμουνιστή συγγραφέα Λουί Αραγκόν ήταν το σπουδαιότερο του 20ού αιώνα.

«Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου (…) Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι, την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της, την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματά σου, μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα».

Η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες, κάνοντάς τον γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, βραβεύτηκε με το Α΄ Βραβείο Κρατικό Ποίησης, ενώ την ίδια χρονιά ταξίδεψε με άλλους διανοούμενους και δημοσιογράφους στη Σοβιετική Ένωση.

Τις εντυπώσεις του από εκείνο το ταξίδι δημοσίευσε στην «Αυγή». Και όταν το 1957 συμμετείχε σε ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» για τα 40 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης διώχτηκε ποινικά μαζί με τον Νικηφόρο Βρεττάκο και τον Μάρκο Αυγέρη. Στη Γαλλία ξεσηκώθηκε τότε θύελλα αντιδράσεων.

Εκείνη την εποχή συνεχίζει τα ταξίδια του για να γνωρίσει τον σοσιαλισμό. Επισκέφθηκε τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ανατολική Γερμανία την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία. Στη Ρουμανία συναντήθηκε με τον Tούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ με τον οποίο συνδέθηκε με δυνατή φιλία.

Το 1963 έκανε τη σημαντικότερη μετάφραση του ποιητικού έργου του Χικμέτ στα ελληνικά. Η λογοκρισία είχε αρχίσει ξανά να απαγορεύει τα ποιήματά του, ξεκινώντας από τις μεταφράσεις του Ναζίμ Χικμέτ, του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και του Ούγγρου ποιητή Αττίλα Γιόζεφ. Ο «Επιτάφιος» είχε ήδη μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο επισκέφθηκε στο νοσοκομείο τον Γρ. Λαμπράκη, τότε που χαροπάλευε χτυπημένος θανάσιμα από παρακρατικούς στη Θεσσαλονίκη. «Έπεσε το μεγάλο δέντρο», γράφει συγκλονισμένος από το αποτρόπαιο έγκλημα.

Στις εκλογές του 1964 ο Ρίτσος ήταν υποψήφιος της ΕΔΑ. Τα βιβλία με τα ποιήματά του βρίσκονταν στη «μαύρη λίστα» του αστικού κράτους.

Το 1966 ταξίδεψε στην Κούβα του Φιντέλ Κάστρο, ενώ στην Ελλάδα κυκλοφορούσε ήδη η «Ρωμιοσύνη», μελοποιημένη από τον Μ. Θεοδωράκη. Την ποίησή του, αλλά και η αγέρωχη στάση του δεν ξέχασε η χούντα της 21ης Απριλίου 1967. Τα ποιήματά του απαγορεύτηκαν και ο ίδιος, σε ηλικία 58 ετών, τραβά ξανά τον δρόμο προς την εξορία.

Από την εξορία κατάφερε να φυγαδεύσει στο εξωτερικό, σαν μηνύματα μέσα σε μπουκάλια, τις συλλογές «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» και τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», που μελοποίησε ο Μ. Θεοδωράκης όταν βρισκόταν στη Γαλλία. Στην Ευρώπη ξεσπά νέα θύελλα διαμαρτυριών με αίτημα την απόλυσή του από την εξορία.

Το 1968 η υγεία του είχε καταπονηθεί με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της Αθήνας «Άγιος Σάββας», με υποψία καρκίνου. Χειρουργήθηκε και μετά 40 μέρες επέστρεψε στο στρατόπεδο της Γυάρου. Λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στο Καρλόβασι Σάμου, όπου η γυναίκα του ασκούσε την ιατρική, και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Το 1970 άρθηκε ο κατ’ οίκον περιορισμός, αφού ο ποιητής προσκλήθηκε σε διεθνές συνέδριο ποίησης στο Λονδίνο. Η χούντα για να του δώσει διαβατήριο, απαίτησε τη σιωπή του. Εκείνος αρνήθηκε και τότε συνελήφθη και υποχρεώθηκε να επιστρέψει στη Σάμο και να συνεχίσει τον κατ΄ οίκον περιορισμό. Έργα όπως ο «Ορέστης», ο «Αγαμέμνων», ο «Αίας», η «Χρυσόθεμις», η «Ισμήνη», το «Διάδρομος και Σκάλα», η «Γκραγκάντα» κ.ά. γράφτηκαν εκείνα τα χρόνια.

Το 1973 έζησε από κοντά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και συμμετείχε στις διαδηλώσεις των εργαζομένων και των φοιτητών.

Το 1974 η Βουλγαρία του απένειμε το Βραβείο Δημητρώφ.

Το 1975 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η κομμουνιστική ιδιότητά του του στερεί το Νόμπελ.

Το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

Το 1983 έγινε μέλος της Επιτροπής Απονομής του Βραβείου «Λένιν» και το 1984 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου «Καρλ Μαρξ» στη Λειψία της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (ΓΛΔ). Το 1989 του απονεμήθηκε ο Μεγάλος Αστέρας της «Φιλίας των Λαών» της ΓΛΔ.

Διατήρησε την ιδιότητα του μέλους του ΚΚΕ μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 11 Νοέμβρη 1990. Η ταφή του έγινε στη Μονεμβασιά.

Επιμύθιο

2o-festival-kne

Αξέχαστη μένει η άκρα σιωπή των δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών του Φεστιβάλ της ΚΝΕ όταν ο Γ. Ρίτσος διάβαζε από την Κεντρική Σκηνή ποιήματά του. Κάθε χρόνο.

Και κάθε χρόνο στον αχανή χώρο του Φεστιβάλ στο Άλσος Περιστερίου δεν ακουγόταν τίποτα. Δεν κουνιόταν τίποτα.

Με έναν αυθόρμητο σεβασμό το ανθρωπολόι τιμούσε τον ποιητή του και δεν εμπόδιζε, ούτε και με μια ανάσα, να αναβλύσει το μεγαλείο της ποίησης με εκείνη τη βαθιά, στοχαστική, γεμάτη επιβλητική ευαισθησία φωνή του μεγάλου ποιητή.

Αυτό συμβαίνει όταν ο λαός αναγνωρίζει τη μεγάλη τέχνη που η ίδια του δείχνει τον δρόμο για να συναντηθούν.

Ο Γ. Ρίτσος δεν χάρισε τις λέξεις του, αυτά τα σπάνια άνθη που είναι σκορπισμένα στον δρόμο της Ιστορίας στις κυρίαρχες τάξεις. Δεν αποζητούσε μεταφυσικά νοήματα και συμβολισμούς, δεν αποζητούσε μέσα από την ποίηση την προσωπική του λύτρωση.

Έδειχνε πάντα τον δρόμο της συλλογικής απελευθέρωσης, τον δρόμο για τη συλλογική ευτυχία και για να το κάνει αυτό, μοίρασε απλόχερα την καρδιά του στους ακτήμονες και στους κατατρεγμένους, τους ανέβασε στα ψηλότερα βάθρα της Τέχνης του.

Κατόρθωσε να «φτιάχνει» ποιήματα κοιτάζοντας ακόμα και το τσιγάρο «που γυρνούσε από στόμα σε στόμα» των εξόριστων, από τον «Ντικ», τον σκύλο στο Μούδρο που «τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι γιατί αγάπαγε πολύ εξόριστους», από τη γυναίκα στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» που επιλέγει «την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της» από το να χαθεί στις ονειροφαντασίες του φεγγαρόφωτου και του μυστηριώδους νέου.

Ο Γιάννης Ρίτσος θα βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή του αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο γιατί κυλάει, με την ποίησή του, στο αίμα αυτών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.

(902.gr)



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        
 

 







Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.