Με αγκίστρια για πουλιά (Του Παναγιώτη Σκληρού)
Του Παναγιώτη Σκληρού
«Απ΄ ότι θυμάμαι, ξεκινάγαμε 2-3 ώρες πριν ξημερώσει. Έπρεπε να ήταν θαμπά, να μην είχε φέξει. Ανάβαμε το κλεφτοφάναρο, τα ξυλάκια μας δεμένα στο νάιλον και πηγαίναμε να στήσουμε αγκίστρια για πουλιά. Κοτσίφια και κίκλες (τσίχλες). Είναι μικρά πουλάκια, πιο μεγάλα απ΄ τα σπουργίτια, 3-4 φορές μεγαλύτερα. Καμιά φορά πιάναμε άθελά μας και καλογιάννους. Τροφοσυλλέκτες είμαστε όλοι τότε. Τι να κάνουμε. Όλοι πήγαιναν». Έτσι εξομολογήθηκε ένας 80άρης σήμερα που άλλαξαν οι συνθήκες και δεν θα έκανε βέβαια την ίδια πράξη. «Πολύ σπάνια πιάναμε βέβαια και ατσάραντους και καρδερίνες αλλά με ξόβεργιες. Αυτά τα πουλιά τα προσέχαμε πολύ γιατί κελαηδούσαν και τα βάζαμε σε κλουβιά που είχαμε στο σπίτι, κρεμασμένα στην κληματαριά κι είχαμε όλη μέρα μουσική», λέει.
Ήταν μια κλασσική μέθοδος ψαρέματος στην στεριά με στόχο τα πουλιά που νωρίς το πρωί έσκαβαν με τα νύχια τους τα φυλλώματα στις άκρες των δρόμων για να βρουν κι αυτά κάνα σκουλήκι. Κόβανε λοιπόν μικρά παλουκάκια γύρω στους 20 πόντους στα οποία έδεναν με νάιλον ένα κοινό αγκίστρι σαν αυτά που χρησιμοποιούν οι ψαράδες στα παραγάδια μόνο που ήταν μεγέθους ψείρας όπως τα έλεγαν, πολύ μικρά. Στην άκρη, τα παλουκάκια τα έκαναν πιο μυτερά για να μπαίνουν εύκολα στο έδαφος. Αν δεν υπήρχε νάιλον, χρησιμοποιούσαν νήματα από δίχτυα που είχε πετάξει στα βράχια η θάλασσα. Πιο παλιά χρησιμοποιούσαν ακόμα και τρίχες από την ουρά του αλόγου. Για δόλωμα χρησιμοποιούσαν το μακρύ σκουλήκι που βρίσκεται άφθονο κάτω από τα φύλλα και το έδαφος. Το σκουλήκι το λένε σκουληκαντέρα και ήταν ιδανικό γι΄ αυτή τη δουλειά γιατί ήταν μακρύ και «σάλεβε» άρα ήταν ένα εξαιρετικό δόλωμα για τα πουλάκια.
Έβγαιναν για αγκίστρια όχι παρέες αλλά το πολύ δύο άτομα και είχαν μυστικές τοποθεσίες γιατί πάντα θα υπήρχε και κάποιος που θα τους παρακολουθούσε για να.. κλέψει τα πουλιά. «Άλλοι έστηναν κι άλλοι τα έπαιρναν»!! Τέτοιες μεριές που στήνονταν τα αγκίστρια ήταν σκιερά μέρη στις άκρες των αγροτικών μονοπατιών που είχε υγρασία τη νύχτα. Σηκωνόταν λοιπόν 2-3 ώρες πριν φέξει κι ο πρώτος που ήταν έτοιμος έκανε την κουκουβάγια με το στόμα του για να δώσει το σύνθημα και να μαζευτεί η παρέα. Παίρνανε τα παλουκάκια με τα αγκίστρια, άναβαν το κλεφτοφάναρο που είχε τζάμι γύρω γύρω και πήγαιναν στα στέκια. Εκεί δόλωναν τα αγκίστρια με φρέσκα σκουλίκια και στερέωναν τα παλουκάκια κάτω από τις μάζες στην άκρη του δρόμου. Μπορεί τα σκουλήκια να τα είχαν μαζέψει από το απόγευμα αλλά μερικά ψόφαγαν παρότι τα βάζανε μέσα σε κουτάκια σκεπασμένα με φύλλα για να ΄χει υγρασία. Έστηναν εκατό και πλέον αγκίστρια κι αφού τέλειωναν, με απόλυτη ησυχία έμεναν εκεί, στην πρωινή πάγρα και υγρασία του πρωινού καμιά ώρα μέχρι να «κατέβουν» οι κίκλες και τα κοτσίφια να ψάξουν για τροφή κι έτσι να βρούνε εύκολα τα σκουλήκια, μόνο που μέσα είχαν το αγκίστρι.
Αρχές φθινοπώρου περίμεναν όλοι να έρθουν οι κίκλες και τα κοτσίφια από τα βόρεια προς τα δικά μας μέρη, για απάγγιο. Μαζί ερχόταν και μπεκάτσες, φάσες και άλλα μεγαλύτερα πουλιά αλλά αυτά τα κυνηγούσαν τα απογεύματα που πήγαιναν να κουρνιάσουν, με τα τουφέκια οι κυνηγοί. Πολύ σπάνια πηγαίναμε κι εμείς τα μικρότερα παιδιά στ΄ αγκίστρια αν ο μπάρμπας μας που συμμετείχε, μας δεχόταν. Άσε που έπρεπε να ξυπνήσουμε άγρια χαράματα. Σε καμιά ώρα αφότου είχαν στήσει τα αγκίστρια, άρχιζε το μάζεμα από εκεί που είχαν ξεκινήσει. Όσα αγκίστρια είχαν πουλιά, τα έριχναν σ΄ ένα σακούλι μαζί με το παλουκάκι αλλά έπρεπε να βιαστούνε γιατί αυτό το κυνήγι δεν επιτρεπόταν κι οι αγροφύλακες, οι δραγάτες ήξεραν τις μεριές που θα πήγαιναν οι ..ψαροκυνηγοί. Ήταν ένας συνηθισμένος αλλά παράνομος τρόπος κυνηγιού για να γεμίσει το τσουκάλι της φαμελιάς.
Άλλους τρόπους που έφτιαχναν κυρίως τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι ήταν οι παγίδες με πλάκες αλλά και οι παγίδες με σύρματα, τα τενέλια όπως τα έλεγαν, κάτι σαν τις φάκες. Στην πρώτη περίπτωση πέρνανε μια ίσια πλάκα τετράγωνη γύρω στους 30 πόντους και την μια της πλευρά την ακουμπούσαν στο έδαφος που είχαν ισιώσει και καθαρίσει. Την άλλη πλευρά την στερέωναν μόνε μόνε με ένα ξύλο και έριχναν διάφορους σπόρους όπως σιτάρι, κριθάρι ακόμα και ψίχουλα από ψωμί. Πήγαιναν τα πουλάκια να φάνε τους σπόρους, έσπρωχναν το ξυλάκι κι η πλάκα έπεφτε και τα καπάκωνε. Το ίδιο γινόταν και με το κόσκινο που κοσκίνιζαν το αλεύρι. Το στήναμε όρθιο και δέναμε μια κλωστή στην κορφή του μέχρι την κουζίνα όπου παραφυλάγαμε. Ρίχναμε λίγο στάρι μπροστά του κι εμείς παραμονεύαμε πότε θα πάνε τα πουλάκια να τσιμήσουν τους σπόρους. Τότε τραβάγαμε την κλωστή και παγιδεύαμε τα πουλιά κάτω απ΄ το κόσκινο. Στήναμε επίσης τις παγίδες με σύρματα, στα τενέλια όπως τα λέγαμε, έφτιαχναν τα μεγαλύτερα παιδιά κάτι ιδιοκατασκευές σαν τις ποντικοπαγίδες και με τον ίδιο τρόπο έπιαναν τα πουλάκια.
Άλλος επίσης τρόπος που έστηναν για να πιάσουν πουλιά ήταν κατά το τέλος Αυγούστου που μετά το πάτημα των σταφυλιών τα τσίπουρα από το τρόκολο ήταν σωρός εκεί γύρω από το ΤΑΟΛ στο κάστρο, στου Πρεμεντινού, στην Εξάνθεια ή στη Βασιλική. Τα κάπως μεγαλύτερα παιδιά έφτιαχναν τελάρα με ξύλο γύρω γύρω και δίχτυα στην άλλη μεριά, τα έστηναν όρθια, έδεναν ένα σπάγκο στην κορυφή στο τελάρο, έριχναν τσίπουρα που είχαν όλο γλυκά κουκούτσια και περίμεναν πότε θα πάνε πολλά πουλιά να τα φάνε. Όταν ήταν πολλά πουλιά μαζεμένα, τραβούσαν το σπάγκο, έπεφτε το τελάρο και μαζεύανε ένα σωρό πουλάκια και κατ΄ ευθείαν μάδημα και πιλάφι κοκκινιστό.!
Μη ξεχνάμε και τις λαστιχέρες που τις έφτιαχναν κυρίως τα παιδιά με κλαρί λιγαριάς σε σχήμα V. Στις δύο άκρες της λυγαριάς έδεναν λάστιχα χοντρά κυρίως από σαμπρέλα και στο στρογγύλεμα έβαναν ένα χοντρό χαλίκι. Τέντωναν τα λάστιχα σημαδεύοντας τα πουλιά με το ένα μάτι κλειστό κι άφηναν ελεύθερο το χαλίκι να φύγει. Σημάδευαν δηλαδή το στόχο. Από την πολύ εξάσκηση μιας και ήταν και σαν παιγνίδι όλο αυτό, πετύχαιναν το πουλάκι που έπεφτε και το μάζευαν. Υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα λαστιχέρες που τις πουλάνε σε τουριστικά μαγαζιά αλλά με λάστιχα τετράγωνα, ειδικά. Τότε, τα περασμένα χρόνια τέτοια λάστιχα και λαστιχέρες έτοιμες πούλαγε ο μπάρμπα Σπύρος Κατωπόδης-Κορομηλαίος, ο Δελαπόρτας και αρκετοί άλλοι γιατί το σπορ ήταν διαδεδομένο παρόλο που μερικές φορές, έτσι για πλάκα στοχεύανε και τα οπίσθια ή κάνα κεφάλι συμμαθητή αλλά με μικρότερο χαλίκι..
Μου είπαν ότι στα απρόσιτα βράχια και τις σπηλιές, πηγαίνανε τσοπαναραίοι, πολύ πρωί και παίρνανε από τις φωλιές τους πιτσούνια από αγριοπερίστερα. Λέγανε ότι πίνανε το αίμα τους κι ότι το κρέας τους ήταν σωστό φάρμακο για τα παιδιά. Γι΄ αυτό και οι Φράγκοι δημιούργησαν κυρίως στις Κυκλάδες ολόκληρα σπίτια, τους περιστερώνες, όπου έτρεφαν περιστέρια για το κρέας τους, δίνοντας σαν αμοιβή στις οικογένειες που τα φρόντιζαν, την κοπριά δηλαδή τις κουτσουλιές που ήταν πολύ γόνιμο λίπασμα για τους μπαξέδες τους.
Εφευρέσεις που σήμερα είναι ανατριχιαστικές και μακάβριες αλλά η ανάγκη έφερνε λύσεις για τον επιούσιο. «Εξ άλλου με δόλωμα και αγκίστρια δεν πιάνουν και τα ψάρια», λέει ο 80άρης..









































































