Λαϊκή ποίηση ως το πρώτο αρχέγονο βήμα της ποίησης (του Σπ. Βρεττού)
Του Σπύρου Βρεττού
Η γλώσσα -«λόγος»- θεωρείται ότι αναπτύχθηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των 1,6 εκατομμυρίων χρόνων π.Χ. και 600.000 χρόνων π.Χ. (Οι κάθε είδους χρονολογήσεις στο χρονικό αυτό βάθος έχουν πάντα σχετική ακρίβεια, επειδή γενικώς βασίζονται στη μελέτη των κάθε είδους απολιθωμάτων – και γενικώς ως τις μέρες μας και παρά τα καινούρια συνεχώς απολιθώματα που η ανασκαφική έρευνα φέρνει σε φως, το Αρχείο Απολιθωμάτων παραμένει φτωχό).
Επομένως πότε αναπτύχθηκε ο «κοινός λόγος», (το κανονικό καθημερινό μέσον επικοινωνίας των ανθρώπων), και πότε ο «ποιητικός λόγος», ο διασυνδεόμενος με τελετουργικές ομαδικές πράξεις είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Προηγείται ο «κοινός λόγος» του «ποιητικού»; Αναπτύχθηκαν μαζί; Αυτά όλα τα συναφή ερωτήματα θα μπορούσε να τα κατανοήσουμε πληρέστερα εξετάζοντάς τα σε συνάρτηση με το φυσικό περιβάλλον και τις επιδράσεις του στα ανθρώπινα όντα. Τις κλιματικές αλλαγές, την ανάπτυξη της ανθρώπινης ευφυΐας, (ως προς την επάρκεια ή την ανεπάρκειά της), και την εν γένει ανθρώπινη δημιουργικότητα. Αλλά γεγονός είναι ότι η γλώσσα των ανθρωπίνων ειδών, τόσο η «κοινή γλώσσα» όσο και η «ποιητική», παρέμειναν για 1,6 εκατομμύρια χρόνια «προφορική γλώσσα».
Η «γραπτή γλώσσα» εμφανίζεται εντελώς πρόσφατα, δηλαδή την 4η χιλιετία π.Χ. με την ανακάλυψη, από τους Σουμέριους της Μεσοποταμίας, της γραφής (σφηνοειδής γραφή). Η προφορική παράδοση της λαϊκής ποίησης όμως δεν εξαφανίζεται, αλλ’απεναντίας εξακολουθεί να υπάρχει ως τις μέρες μας (2025 μ.Χ.), άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο ακμάζουσα. Παραμένει έτσι ο κύριος εκφραστής της λαϊκής ποίησης, που έχει όμως παράλληλα δημιουργήσει και μια μεγάλη γραπτή παράδοση λαϊκής ποίησης.
Πότε αναπτύσσεται η λόγια ποίηση που, όπως ο όρος υποδηλώνει, είναι ποίηση «πεπαιδευμένων» ανθρώπων; Είναι γεγονός ότι η λόγια ποίηση εμφανίζεται σε περιόδους αυξημένης μορφωτικής στάθμης σε αρκετά σημεία του πλανήτη. Ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρομε την Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου αιώνα π.Χ. ή το Ρωμαϊκό Κράτος. Η κατά τον Μεσαίωνα ανάπτυξη σχολείων για τη δημιουργία «μορφωμένων» ιερέων από την Καθολική Εκκλησία, έχει ως συνέχεια και την ανάπτυξη των πρώτων πανεπιστημίων στον ευρωπαϊκό χώρο. Το Βυζάντιο, σε αντίθεση με τη Δύση, είχε πάντοτε Ανώτατες Σχολές μέχρι και την περίοδο της πτώσης του. Κατά την αποτίμηση των διαφόρων κρατών ως προς το σύνολο των πεπαιδευμένων υπηκόων που δημιούργησαν, το Βυζάντιο ερχόταν πρώτο στην κατάταξη μέχρι τον 19ο αιώνα. Το Βυζάντιο είχε δημιουργήσει εκτεταμένη δημώδη (λαϊκή) ποίηση και λόγια ποίηση. (Άλλωστε το βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα θα μπορούσε να πούμε ότι αποτελεί το μόνο πολιτισμένο έπος της ανθρωπότητας, καθώς ο λαϊκός ποιητής που το συνέθεσε αποφεύγει να αναπαραστήσει στο ποίημά του την οποιαδήποτε ειδεχθή μορφή φονικού. Κάτι που είναι κοινός πυρήνας σε όλα -μάλλον- τα έπη της ανθρωπότητας).
Τα διαμορφωμένα και τα υπό διαμόρφωση κράτη από τον 12ο αιώνα μ.Χ. και μετά, αναπτύσσουν Ανώτερες και Ανώτατες Σχολές για την ικανοποίηση των λειτουργικών τους αναγκών και τη διασφάλιση της ύπαρξής τους. Έτσι, η παιδεία ως τις μέρες μας γίνεται διαρκώς μία γενικότερη υπόθεση των λαών. Η λόγια ποίηση αποκτάει έτσι τα δικά της μορφολογικά περιγράμματα και τα δικά της ουσιώδη -και μη-στοιχεία περιεχομένου. Η προσφορά των πανεπιστημίων είναι και παραμένει τεράστια για την ανάπτυξη όλων των επιστημονικών κλάδων και της λόγιας λογοτεχνίας, αλλά τα πανεπιστήμια δεν κατόρθωσαν να συμβάλουν αποφασιστικά στην ενοποίηση του κόσμου.
Ως πρώτα γραπτά -λαϊκά- ποιήματα μπορούμε να θεωρήσομε σουμερικά ποιήματα, που χρονολογούνται και πάνω από την 4η χιλιετία π.Χ. Ο καθηγητής Αndrew George θεωρεί ότι το Έπος του Γκιλγκαμές, (η πρώτη γραπτή ιστορία της ανθρωπότητας), έχει την αρχή του σε πέντε σουμερικά ποιήματα που ανάγονται πέραν των 3.700 χρόνων π.Χ.
Όλα τα έπη της ανθρωπότητας έχουν ως πρώτο πυρήνα ποιήματα ανώνυμων λαϊκών ποιητών, που ξεκινούν από την προφορική αποτύπωση πραγματικών γεγονότων. (Άλλωστε όροι απαράβατοι για να δημιουργηθεί σε μια περιοχή του πλανήτη έπος, και μάλιστα ηρωικό, είναι το να έχουν προϋπάρξει λαϊκή ποίηση και ηρωικά μεγάλα κατορθώματα ανθρώπων, που τα υμνεί το τραγούδι στην τριμερή του μορφή, ποίηση – μουσική – χορός). Η λαϊκή ποίηση ξεκινάει -όπως είπαμε- πάντοτε από πραγματικά γεγονότα. Για παράδειγμα: ένα από τα πρώτα σουμερικά ποιήματα της 4ης και παραπάνω χιλιετίας αποτελεί την πρώτη γραπτή περιγραφή πολιορκίας στην ιστορία του κόσμου. Ο τίτλος του είναι Γκιλγκαμές και Άγγα. Ο βασιλιάς της Κις Άγγα ζητάει από τον Γκιλγκαμές της Ουρούκ να του παραδώσει την πόλη του. Η περιγραφή -σε ποιητικό ρυθμό- αποτελεί άψογη παρουσίαση, μέσα σε 115 στίχους μόνο, ενός πολεμικού γεγονότος της 4 ης χιλιετίας π.Χ. Η πολιορκία αποτελεί καθαρά μία υπόθεση ανθρώπων (όλων του είδους Ηomo sapiens-sapiens), για τον έλεγχο του νερού της περιοχής. Θεοί δεν εμφανίζονται πουθενά κατά τη διάρκεια της πολιορκίας – είναι υπόθεση των «ηγετών», του στρατού και των αγγελιαφόρων. (Και αποτελεί, ενδεχομένως, τη μόνη περίπτωση στην ιστορία των ανά τον κόσμο πολιορκιών, που λύεται δια της πειθούς, χωρίς ειδεχθές φονικό και αιματοχυσία).
Ένα δεύτερο παράδειγμα πραγματικού γεγονότος που συμπεριλαμβάνεται στη λαϊκή ποίηση, αντλούμε από τους Ορφικούς Ύμνους. Και χρονικά τοποθετείται στη 2η χιλιετία π.Χ. Πρόκειται για τον Ορφικό Ύμνο (34) του Απόλλωνος και για τον στίχο «μίξας χειμώνος θέρεός τ’ ίσον αμφοτέροισιν». Ο αστρονόμος Κωνσταντίνος Χασάπης απέδειξε με αστρονομικούς υπολογισμούς πως η «ισότης» των εποχών έγινε το 1366 π.Χ. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Ύμνος στον Απόλλωνα συμπεριέλαβε τότε το παραπάνω γεγονός.
Από την προομηρική ηρωική ποίηση, όπως σημειώνει ο Albin Lesky, δεν μας σώθηκε τίποτα. Ενδεχομένως από την ποίηση αυτή θα πληροφορούμαστε πολλά πραγματικά γεγονότα που μπορούμε, κατά κάποιο τρόπο, να τα μάθουμε κι από την ίδια την ομηρική ποίηση.
Η λαϊκή ποίηση -και γενικότερα η ποίηση- φαίνεται να επηρεάζεται διαχρονικά τόσο από το φυσικό περιβάλλον όσο και από την κοινωνική πραγματικότητα της κάθε περιοχής του πλανήτη. Ενδιαφέρουσες συλλογές λαϊκών ποιημάτων έχουν πραγματοποιηθεί από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα και έχουν τύχει διεξοδικής μελέτης. Μνημονεύω απλώς εδώ την περίπτωση του σπουδαίου -και άτυχου- καθηγητή Milman Parry, που πραγματοποίησε τεράστια ερευνητική εργασία στα νότια Βαλκάνια. Οι συλλογές του είναι κατατεθειμένες στο Πανεπιστήμιο Harvard. Το ερευνητικό του έργο συνέχισε ο συνεργάτης του-φοιτητής τότε και μετέπειτα καθηγητής- Albert Lord.
Ερευνώντας για χρόνια το φαινόμενο της λαϊκής ποίησης στο νησί της Λευκάδας, ως ένα «κυτταρικό» σημείο έρευνας (επειδή κατά περιοχές το νησί έχει εμφανίσει πολλούς λαϊκούς ποιητές -και λόγιους μεγάλους ποιητές-, ενώ σε ορισμένες περιοχές δεν εμφανίζει καθόλου λαϊκούς ποιητές και λαϊκή ποίηση), παρατηρούσα ότι: κατεξοχήν θετικοί παράγοντες για την ύπαρξη λαϊκών ποιητών είναι το μεγάλο σχετικά υψόμετρο, ο ανοιχτός ορίζοντας και το φυσικό κάλλος ορισμένων περιοχών. Επίσης, η απουσία, ως ένα βαθμό, οικονομικής εξάρτησης από ισχυρές οικογένειες μεγαλοϊδιοκτητών γης ή εμπόρων και η, κατά κάποιον τρόπο, ισομερής κατανομή της ιδιοκτησίας. Κατεξοχήν αρνητικοί παράγοντες εμφανίζονται: το χαμηλό υψόμετρο, η έλλειψη ανοιχτού ορίζοντα και φυσικού κάλλους, οι ελώδεις περιοχές, η οικονομική εξάρτηση. Ο αστικός εν γένει χώρος δεν ευνοεί την εμφάνιση λαϊκών ποιητών, παρόλο που ταλαντούχοι λαϊκοί ποιητές, όταν για λόγους οικονομικής επιβίωσης, εγκαθίστανται μόνιμα σε πόλεις, εξακολουθούν να γράφουν τα ποιήματά τους μέχρι το τέλος της ζωής τους και να τα τυπώνουν. Η αποτίμηση έγινε με βάση μετρήσιμα καθαρά στοιχεία και τα συμπεράσματα ισχύουν για πολλές άλλες περιοχές
πέραν της Λευκάδας, ενδεχομένως και εκτός του Ελλαδικού χώρου.
Από τα στοιχεία που συνθέτουν την πολιτιστική ζωή, η ύπαρξη δευτεροβάθμιας ή ακόμη και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ορισμένες περιοχές, δεν φαίνεται να επηρεάζουν τη λαϊκή ποίηση, που εν πολλοίς εξακολουθεί τον δικό της ανεξάρτητο δρόμο μέχρι σήμερα. Αν και αλληλεπιδράσεις μεταξύ λόγιας και λαϊκής ποίησης είναι φυσικό να υπάρχουν.
Κατεξοχήν γνώρισμα της λαϊκής ποίησης είναι η αυθεντικότητα της συγκίνησης και η αυθόρμητη συμμετοχή -και- στον «ξένο πόνο». Όταν ο λαϊκός ποιητής μιλάει για «καλύτερες μέρες» εννοεί καλύτερες μέρες για όλους τους ανθρώπους.
Άξια λόγου παρατήρηση είναι ότι η λαϊκή ποίηση, καθώς και η λόγια, και η εν γένει καλλιτεχνική δημιουργία πραγματοποιείται από «ζωντανά, ανθρώπινα όντα». Αυτό είναι που δημιουργεί και την αυθεντικότητα των ανθρώπινων έργων τέχνης, τη βαθιά συγκίνηση, «τη δική τους εσωτερική ζωή», είτε αυτό είναι επίτευγμα ενός μεγάλου είτε και ενός μικρότερου ταλέντου. Άλλωστε τα μεγάλα και τα μικρότερα «ταλέντα» και η γένεση πολλών από τις μεγάλες και μικρότερες αξιοθαύμαστες δημιουργικές δυνατότητες παραμένουν και θέμα της βιολογίας και όλως ιδιαίτερα της γενετικής να μας αποκαλύψουν κάποτε πώς οι αξιοθαύμαστες αυτές δυνατότητες του ζωντανού ανθρώπου δημιουργούνται. Κάτι που αφορά και την τεχνητή νοημοσύνη: καθώς στις μέρες μας είναι έκδηλος ο θαυμασμός -και ο φόβος- για τις τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, (που η εξέλιξή της βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα).
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πράγματι να προσφέρει ανεκτίμητες ερευνητικές και πρακτικές δυνατότητες στη ζωή των ανθρώπων. Ακόμα και να τους οδηγήσει κάποτε στην επίτευξη παγκόσμιας συνεργασίας για τη διάσωση του ανθρωπίνου όντος και της ζωής γενικότερα, πράγμα που ως τις μέρες μας η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν το έχει καταφέρει. Ως προς την ποίηση και την τέχνη γενικότερα, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ανασυνθέτει και να δημιουργεί ποιήματα και γενικώς έργα τέχνης, απομιμούμενη το ύφος και τις τεχνικές μεγάλων ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών… Ακόμα και να τους ξεπερνάει κατά πολύ όλους σε τεχνητές επινοήσεις. Εκείνο όμως που ξεχωρίζει τα ανθρώπινα αυθεντικά έργα τέχνης, το να έχουν δηλαδή καθ’όλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους μία «δική τους εσωτερική ζωή», αυτό μόνο ένα ζωντανό ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να το πετύχει. Η τεχνητή νοημοσύνη -ακόμα και το υπερτέλειο και υπερ-ευφυές ρομπότ του μέλλοντος-, μπορεί μόνο να αντιγράφει και να μιμείται, παράγοντας εκατοντάδες έργα με αξιοθαύμαστη δυνατότητα απομιμήσεων. Αυτό μπορεί να ικανοποιεί τους ανθρώπους που δεν αισθάνονται την ανάγκη της αυθεντικότητας στο έργο τέχνης, ή και που δεν μπορούν να διαγνώσουν αυτή την αυθεντικότητα. Για να πετύχει η τεχνητή νοημοσύνη να «εμφυσήσει πνοή ζωής» στα δημιουργήματά της, θα πρέπει να πετύχει πρώτα να δημιουργήσει ζωντανά όντα από μέταλλο. Αλλά μια παρόμοια προοπτική δεν έχει αρχίσει ακόμα να συζητείται.
(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό ΔΙΑΣΤΙΧΟ…)















































































