Μια απίστευτη κι όμως αληθινή ιστορία με πρωταγωνιστή τον Σπ. Βονιτσάνο (Ζαχαρή)
Τρίτος από αριστερά ο Σπύρος Βονιτσάνος (Ζαχαρής) – Δεύτερος από αριστερά ο Λάκης Σάντας
Το παρακάτω περιστατικό έλαβε χώρα το διάστημα μεταξύ τέλους Ιουλίου και μέσων του Οχτώβρη του 1947. Δηλαδή μετά την Μάχη της Πούντας, όπου διαλύθηκε το Αρχηγείο Λευκάδας-Ξηρομέρου του ΔΣΕ και σκορπίστηκαν όσοι από τους μαχητές του δεν σκοτώθηκαν, μεταξύ των οποίων και ο πρωταγωνιστής της υπόθεσης, ο αείμνηστος Σπύρος Βονιτσάνος (Ζαχαρής) από τα Πλατύστομα, και πριν την λήξη του ψηφίσματος της κυβέρνησης Σοφούλη «Περί αμνηστίας παραδιδομένων στασιαστών» στις 14 Οχτώβρη του 1947. Είναι λίγο πολύ γνωστό στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής Πλατυστόμων-Αλεξάνδρου.
Προσωπικά μου το είχε διηγηθεί ο μπάρμπα Κώστας Κολυβάς (Μπερδεμπές) και η περιοχή που αναφέρεται ότι ήταν, δήθεν, κρυμμένα όπλα του ΔΣΕ, βρίσκεται στο δάσος των Σκάρων, στη θέση «Γράβαλα», πάνω από τα Κολονελέικα σπίτια, όπου υπάρχουν σπηλιές με δύο εισόδους – όλο να την επισκεφτούμε και πάντα το αναβάλουμε λόγω του ότι έχουν κλείσει πλέον τα μονοπάτια.
Να πως περιγράφει το συμβάν ο Αθανάσιος Μιχ. Μανουσόπουλος, ο οποίος είχε διατελέσει Νομάρχης Λευκάδας την περίοδο 27 Απρίλη 1947-12 Μαρτίου 1949, στο βιβλίο του «Μαρτυρίες, Γεγονότα και Μνήμες (1946-1965)», σελ. 111 (Εκδόσεις Κονιδάρη, 2002):
«ΒΟΝΙΣΙΑΝΟΣ. Παράνομος αριστερός, υπόδικος στις φυλακές Λευκάδας. Έπεισε δεν ξέρω πως την Χωροφυλακή ότι γνώριζε την θέση στην ύπαιθρο μεγάλης αποθήκης με οπλισμόν. Χωρίς καμιά διαδικασία, με άγνοια του εισαγγελέα πήραν τον υπόδικον και επήγαν εις περιοχήν 20 χιλιόμετρα μακριά, για να υποδείξει. Αποτέλεσμα ήταν ο υπόδικος, γνώστης της περιοχής, γιομάτης από σπηλιές και διόδους να αφήσει άναυδους τους φρουρούς και να δραπετεύσει. Ακολούθησε θόρυβος, ετιμωρήθη πειθαρχικά ο διευθυντής των φυλακών και ησκήθη ποινική δίωξις εναντίον οργάνων της Χωροφυλακής. Ο ανακριτής πρωτοδίκης Γεώργιος Ψαρράς επελήφθη του έργου του.
Εις το σημείον αυτό, με πρόθεση να προστατεύσω τα ανεύθυνα όργανα -κύριος ηθικός αυτουργός της πρωτοβουλίας ήταν ο γνωστός ανθυπομοίραρχος-, προσπάθησα να βοηθήσω. Φιλοξενούσα τότε την κόρη του Κώστα Καλκάνη, ανιψιά μου Ίριδα (τώρα δικηγόρον και λογοτέχνιδα, σύζυγον του Λεωνίδα Αυδή, δικηγόρου). Έφυγα με την γυναίκα, τον γιο μου και την Ίριδα για περίπατο, όπως της είπα, μέχρι την θέση Πασά, πλησίον στο Νυδρί. Εκεί στην παραλία τους άφησα με τη δικαιολογία ότι δεν θα αργήσω. Είχα προσυνεννοηθεί με συνεργάτη μου της περιοχής που με περίμενε και μαζί, μετά μικράν πορείαν, έγινε συνάντηση με τον Βονισιάνον (σ.σ. Βονιτσάνον). Τον έπεισα – είχε γίνει γνωστό πλέον σ΄ ολόκληρο το νησί ότι κρατώ τον λόγο μου πάντοτε και τηρώ τις υποσχέσεις που δίνω. Και μαζί, ύστερα από λίγη ώρα, με την οικογένεια επιστρέψαμε στη Λευκάδα και έληξε αίσια το συμβάν. Ο Βονισιάνος επέστρεψε στη φυλακή και έτυχε της προστασίας που εδικαιούτο».
Σημειώνεται ότι στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 είχε σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας Λαϊκού Κόμματος – Φιλελευθέρων, πρωθυπουργός της οποίας ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1947 δημοσιεύτηκε το ψήφισμα «Περί αμνηστίας παραδιδομένων στασιαστών». Με βάση αυτό το ψήφισμα, όσοι συμμετέχοντες σε στασιαστικές πράξεις παραδίδονταν και αφοπλίζονταν αυτοβούλως κατά τη διάρκεια του επόμενου μήνα, θα αμνηστεύονταν αυτοδικαίως και θα απολύονταν άμεσα.
Ο μπάρμπα Κώστας Κολυβάς (Μπερδεμπές) μου είχε διηγηθεί ως εξής το συμβάν: «Μετά τη Μάχη της Πούντας ο Ζαχαρής (σ.σ. ήταν το παρωνύμιο του Σπ. Βονιτσάνου) διεκπεραιώθηκε στο νησί της Λευκάδας και αργότερα συνελήφθη. Όντας κρατούμενος έμαθε ότι συζητιόνταν να δοθεί αμνηστία σε όσους καταδιωκόμενους αντάρτες του ΔΣΕ παρουσιάζονταν αυτόβουλα. Ζήτησε λοιπόν από τους χωροφύλακες να τον πάνε στα «Γράβαλα», μια τοποθεσία γεμάτη τρύπες που βρίσκεται πάνω από τα Κολονελέϊκα σπίτια στους Σκάρους, προκειμένου να τους υποδείξει που είχαν κρύψει κάποια όπλα οι αντάρτες. Αυτοί δέχτηκαν. Μπαίνει σε μια τρύπα, δήθεν για τα όπλα, και βγήκε από άλλη τρύπα. Τον έχασαν οι χωροφύλακες. Που να τολμήσουν να μπούνε στις τρύπες… Αργότερα παραδόθηκε στην Καρυά».
Ο ίδιος ο Σπ. Βονιτσάνος είχε πει σε μια μαρτυρία του για το Αρχηγείο του ΔΣΕ και τη Μάχη της Πούντας: «Από το Περιγιάλι η ομάδα μας πέρασε στα μέρη της Βόνιτσας και ενώθηκε με την ομάδα Κατσαρού. Ματαιώθηκε το χτύπημα του σταθμού χωροφυλακής Βόνιτσας. Μπήκανε στα Παλιάμπελα, αφοπλίσαμε τους οπλισμένους του χωριού, κάναμε στρατολογία, αφού έγινε σχετική ομιλία. Ύστερα προχωρήσαμε για το Περγαντί, καθίσαμε το απόγευμα κάτω απ΄ την κορυφή για ξεκούραση και βρεθήκαμε περικυκλωμένοι. Κάνομε επίθεση φωνάζοντας αέρα, οι χωροφύλακες μας νόμισαν πολλούς φύγανε.
Οι Λευκάδιοι αποφάσισαν να φύγομε για το νησί μας. Ακολουθώντας χαράδρα πέσαμε σ΄ ενέδρες… κατευθυνθήκαμε στον Άγιο Νικόλαο, πέσαμε Μπούντα, όπου ο καπετάνιος μας είπε να κάνομε καταφύγια στην ακροθαλασσιά. Από κει θα μας έπαιρναν για τη Λευκάδα πλοιάρια. Ακούστηκαν όπλα, βγήκαμε απ΄ τα καταφύγια ένας ένας για τον κάμπο από φτέρες, προσπαθούσαμε με άλματα να ξεφύγομε απ΄ τα πυρά. Σκοτώθηκαν 7 οι άλλοι ξέφυγαν, όταν άνοιξε κάπως ο κλοιός γιατί είχε σκοτωθεί χωροφύλακας και οι χωροφύλακες φοβήθηκαν να πλησιάσουν».









































































