Οικίσκος, Χωροφυλακή και Εμφύλιος: Μια άγνωστη σελίδα από τη Λευκάδα του 1947
Ένα λιγότερο γνωστό αλλά αποκαλυπτικό έγγραφο της Νομαρχίας Λευκάδας, με ημερομηνία 13 Μαρτίου 1947, φωτίζει με ενάργεια το κλίμα φόβου, επιτήρησης και κρατικού ελέγχου που επικρατούσε στη Λευκάδα την πιο σκοτεινή χρονιά του Εμφυλίου Πολέμου.
Στο έγγραφο αυτό, η Νομαρχία επικαλείται λόγους «εκτέλεσης εμπιστευτικών διαταγών της Χωροφυλακής και ασφάλειας του Νομού» και απευθύνεται στον πρόεδρο του Σωματείου Φορτοεκφορτωτών Λιμένος Λευκάδος, ζητώντας -στην πραγματικότητα απαιτώντας- την παράδοση ενός οικίσκου που διατηρούσε το Σωματείο στην παραλία της πόλης, στο ύψος του Πόντε. Ο οικίσκος, που διακρίνεται και σε παλιές φωτογραφίες της παραλίας, προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί από τη Χωροφυλακή ως Φυλάκιο ελέγχου, για την παρακολούθηση των εισερχομένων και εξερχομένων πολιτών, αλλά και των «εν γένει ειδών».
Όταν ο φόβος υπαγόρευε τις αποφάσεις
Η επίκληση της «ασφάλειας του Νομού» δεν ήταν τυχαία. Την περίοδο εκείνη, στη Λευκάδα είχε ήδη συγκροτηθεί σε τμήμα η ομάδα καταδιωκόμενων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης υπό τον Πάνο Γιαννούλη. Είχαν προηγηθεί μικροσυμπλοκές της ομάδας με αποσπάσματα της Χωροφυλακής και «εθελοντών πολιτών», με νεκρούς και τραυματίες, ενώ παράλληλα προετοιμαζόταν το πέρασμα στο Ξηρόμερο και η συγκρότηση του Αρχηγείου Λευκάδας–Ξηρομέρου του ΔΣΕ, σε συνεργασία με την ομάδα του Λάκη Κατσαρού, που δρούσε στην απέναντι περιοχή.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Μάρτη του 1947 είχαν ήδη περάσει από το Ξηρόμερο στη Λευκάδα οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές Λάκης Κατσαρός, Τάκης Καρούσος και Βασίλης Κόνιαρης. Στη συνάντησή τους με τον Αντώνη Πολύζο -κομματικό καθοδηγητή- και τον Γιαννούλη, αποφασίστηκε η επίσπευση των προετοιμασιών για τη μεταφορά αγωνιστών και πολεμοφοδίων στο Ξηρόμερο. Στην πρώτη αποστολή πέρασαν, εκτός από την τριάδα που είχε έρθει από εκεί, ακόμη επτά άντρες μαζί με τον Πολύζο. Κινήσεις που δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν μείνει απαρατήρητες από τον τοπικό μηχανισμό ασφαλείας.
Το λιμάνι υπό επιτήρηση
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση για την παράδοση του οικίσκου των λιμενεργατών αποκτά βαρύνουσα σημασία. Το λιμάνι μετατρέπεται σε χώρο διαρκούς ελέγχου, όχι μόνο για λόγους τάξης αλλά και ως κόμβος παρακολούθησης ανθρώπων, εμπορευμάτων και πιθανών διαύλων επικοινωνίας με τους αντάρτες. Η Χωροφυλακή δεν λειτουργεί απλώς ως δύναμη καταστολής, αλλά ως καθημερινός διαχειριστής της κοινωνικής ζωής, με την εργασία, τη μετακίνηση και το εμπόριο να περνούν από το μικροσκόπιό της.
Το έγγραφο κοινοποιείται μάλιστα στη Διοίκηση της Χωροφυλακής, η οποία καλείται να αναφέρει αν παρέλαβε τον οικίσκο που θα λειτουργούσε ως Φυλάκιο, υπογραμμίζοντας τον αυστηρά ιεραρχικό και ελεγκτικό χαρακτήρα της διαδικασίας.
Απόδοση του οικίσκου και αιματοβαμμένη συνέχεια
Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβρη του 1947, ο οικίσκος θα επιστραφεί στο Σωματείο Λιμενεργατών Λευκάδας, ύστερα από παρέμβαση του νέου Νομάρχη Αθανάσιου Μανουσόπουλου (Νομάρχης Λευκάδας από 27-4-1947 έως 14-3-1949), γυναικάδελφου του τοπικού πολιτευτή Κ. Καλκάνη, καθώς ο κίνδυνος είχε πλέον απέλθει.
Τον Ιούνιο του 1947 είχε προηγηθεί η Μάχη της Πούντας, ανάμεσα στην ομάδα του Πάνου Γιαννούλη -που είχε πλέον χωρίσει από την ομάδα του Κατσαρού- και τις δυνάμεις του κράτους. Οι αντάρτες, επιχειρώντας να περάσουν στη Λευκάδα, εγκλωβίστηκαν στο βάλτο της Βουλκαριάς, βίωσαν μια φρικιαστική μέρα μέσα σε βδέλλες και κουνούπια, και τελικά κατέφυγαν στην παραλία της Πούντας. Εκεί, ενώ περίμεναν τη νύχτα για να αποφασίσουν το επόμενο βήμα, εντοπίστηκαν και αιφνιδιάστηκαν. Το τμήμα αποδεκατίστηκε από υπέρτερες δυνάμεις της Χωροφυλακής και των ΜΑΫδων. Για να τρομοκρατήσει τον λευκαδίτικο λαό, το κράτος κρέμασε τα κεφάλια επτά ανταρτών στο Πεντοφάναρο της κεντρικής πλατείας της πόλης.
Ένα έγγραφο – ένας ολόκληρος κόσμος
Το έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1947 δεν είναι μια απλή διοικητική πράξη. Είναι τεκμήριο μιας εποχής, όπου ο φόβος, η επιτήρηση και η βία καθόριζαν την καθημερινότητα. Μέσα από την απαίτηση παράδοσης ενός μικρού οικίσκου, αποκαλύπτεται ολόκληρος ο μηχανισμός ενός κράτους που έβλεπε παντού απειλές και μετέτρεπε τον δημόσιο χώρο σε πεδίο ελέγχου και καταστολής.









































































