Λευκαδίτες ληστές στη δημοτική ποίηση του 19ου αιώνα | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News

Λευκαδίτες ληστές στη δημοτική ποίηση του 19ου αιώνα

listeia

Ιδιαίτερη αξία για τη μελέτη της ληστείας στη Λευκάδα τον 19ο αιώνα έχουν τα δημοτικά τραγούδια, τα οποία λειτουργούν όχι μόνο ως λαϊκή μνήμη αλλά και ως ιστορικά τεκμήρια. Σε παλαιά έντυπη συλλογή του Λευκάδιου λόγιου Ιωάννη Ν. Σταματέλου (1822-1881), ο οποίος έζησε στη Λευκάδα, όπου υπηρέτησε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο, καθώς και ως δάσκαλος και διευθυντής στο Ελληνικό Σχολείο την περίοδο 1861–1881, καταγράφονται δύο χαρακτηριστικά τραγούδια που αναφέρονται ρητά σε Λευκάδιους ληστές από την κώμη Αγίου Πέτρου.

Το πρώτο αφορά τον Σπύρο Ντσάμη, ο οποίος, σύμφωνα με τη σημείωση του συγγραφέα, «ακμάσας περί το 1840, εφονεύθη υπό τινος Σαβίνου και Κακαβούλη». Το τραγούδι περιγράφει την ενέδρα και τη δολοφονία του, κατονομάζει τους δράστες και αποδίδει τη σκηνή με έντονα δραματικό τρόπο, στοιχείο που δείχνει ότι το γεγονός ήταν γνωστό και κοινωνικά φορτισμένο στη Λευκάδα της εποχής.

Αντίστοιχα, το δεύτερο τραγούδι αφορά τον Χαλικιόπουλο, επίσης Λευκάδιο από τον Άγιο Πέτρο, «φονευθέντα το 1870 υπό Παπαρούνη και άλλων». Εδώ η αφήγηση είναι πιο εκτενής και περιλαμβάνει προδοσία, καταδίωξη, συλλογική δράση ενόπλων και λεπτομερή περιγραφή του θανάτου του ληστή, γεγονός που υποδηλώνει οργανωμένη καταστολή και όχι τυχαίο επεισόδιο.

Τα δύο αυτά τραγούδια αποτελούν σημαντικό τεκμήριο για την ύπαρξη ληστρικής δράσης στη Λευκάδα, έστω περιορισμένης, τη σύνδεση της ληστείας με συγκεκριμένα χωριά (Άγιος Πέτρος), τον τρόπο με τον οποίο η τοπική κοινωνία κατέγραψε και μνημόνευσε τα γεγονότα καθώς και τη διαφορά της Λευκάδας από περιοχές όπου ο ληστής εξιδανικεύτηκε πλήρως ως λαϊκός ήρωας.

Η παρουσία επεξηγηματικών σημειώσεων μέσα στην ίδια την πηγή (με αναφορά σε τόπο, χρόνο και πρόσωπα) ενισχύει τον χαρακτήρα των τραγουδιών όχι μόνο ως λαογραφικού υλικού αλλά και ως ιστορικής μαρτυρίας για τη Λευκάδα του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Ντσάμης

Σημ. Άλλος ούτος Λευκάδιος ληστής, εκ της κώμης Αγίου Πέτρου, ακμάσας περί το 1840. Εφονεύθη υπό τινος Σαβίνου και Κακαβούλη.

Τον Μάη σφάζουν τα τραγιά, το θεριστή κριάρια,
και το δεκαπενταύγουστο σκοτώνουν παλληκάρια.
Τον Σπύρο Ντσάμη εσκότωσαν οι Μπακοουβριώταις,
τρία καρτέρια του ’χανε ’ς τον πλάτανο, ’ς την βρύση,
μια μπαταριά του ’δώκανε, τίποτε δεν του ’κάμαν.

Μαύρο λιθάρι ν’ άρπαξε, κ’ απάνω τους χουμάει,
μια κουμπουριά του ρίξανε, τον ’γγίζουν ’ς την καρδούλα,
συρτή φωνή παράσυρε ν’ όσο κι αν εδυνόταν.
— Πού είσαι, Μήτσο μ’ αδερφέ, ελάτε να με ’πάρτε,
τρεχάτε, και μ’ εσκότωσαν οι Μπακοουβριώταις.

Ο Χαλικιόπουλος

Σημ. Και ο ληστής ούτος ην Λευκάδιος εκ της κώμης Αγίου Πέτρου, φονευθείς το 1870, υπό Παπαρούνη και άλλων.

Τρεις περδικούλες κάθονται ’ς του Μπούλου το πρινάρι,
η μια τηράει την Καλή πηγή, κ’ η άλλη ’ς το Πανωχώρι,
η τρίτη, η καλλίτερη, μοιρολογάει και λέγει:
— Σήκω, Βαγγέλη, μίσεψε, και θα να σε σκοτώσουν.
— Πουλάκι μου, που τ’ άκουσες, πουλάκι μου, ποιος σ’ το ’πε;

— Σ’ επρόδωσε μια λιγερή, σ’ επρόδωσε μια κούρβα,
πολλά σκιαγέτια σώκαμε ’ς το Μάρκο Παπαρούνη.
Τα παλληκάρια ’σύναξε ’ς το Πανωχώρι πάει,
κ’ εκείνος τσου ’κατάλαβε κι απάνω τους χουμάει,
τρεις τουφεκιές του ’δώσανε, κι οι τρεις αράδ’-αράδα,

η μια τον παίρνει ’ξώδερμα, κ’ η άλλη ’ς το ποδάρι,
η τρίτη, η φαρμακερή, μέσα ’ς τα φυλλοκάρδια.
συρτή φωνούλα ν’ έσυρε ν’ όσο κι αν εδυνόταν:
— Κλάψτε με, φίλοι, κλάψτε με, και συ γλυκειά μου μάνα,
και συ, δόλιε πατέρα μου, να κάνης καραέτι.



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>