Έντεκα χρόνια από το δημοψήφισμα του 2015: Χρεοκοπημένοι «σωτήρες» με καινούργια προβιά…
Την Κυριακή 5 Ιούλη συμπληρώνονται 11 χρόνια από το δημοψήφισμα του 2015, που εξαγγέλθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με πρωθυπουργό τον Αλ. Τσίπρα. Στον λαό τέθηκαν από την κυβέρνηση δύο επιλογές: Το «ΝΑΙ» στο προτεινόμενο σχέδιο συμφωνίας που είχε ανακοινώσει ο τότε πρόεδρος της Κομισιόν Γιούνκερ και το «ΟΧΙ» σε αυτό, που ταυτόχρονα σήμαινε «ΝΑΙ» στο γνωστό 3ο μνημόνιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.
Και τα δύο σχέδια υπηρετούσαν την ανάγκη να περάσει σε νέα φάση η αντιμετώπιση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, υπέρ των καπιταλιστών και με αρπαγή των όποιων κατακτήσεων οι λαοί είχαν αποσπάσει με αγώνες. Στην πραγματικότητα, το δημοψήφισμα ήρθε να επισφραγίσει την προδιαγεγραμμένη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς ένα 3ο μνημόνιο στις πλάτες του λαού, το οποίο μάλιστα «πούλησε» στα εργατικά – λαϊκά στρώματα ως μια «έντιμη συμφωνία», σε αντίθεση τάχα με αυτές που έκαναν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ με την τρόικα στα δυο πρώτα μνημόνια.
Να λοιπόν πώς η «εντιμότητα» που επικαλείται και σήμερα ο Τσίπρας ως διαφοροποιό τάχα στοιχείο της πολιτικής του από εκείνη της ΝΔ, έγινε και τότε το όχημα να σκεπαστεί η κοινή βάση των στρατηγικών τους επιλογών, που ήταν να σωθεί το κεφάλαιο από την καπιταλιστική κρίση και αυτή να φορτωθεί στον λαό, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ενσωμάτωση της όποιας αντίδρασης είχε εκφραστεί μέχρι τότε από τον κίνδυνο να ριζοσπαστικοποιηθεί.
Το συμπέρασμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στο σήμερα, όπου βρίσκεται ξανά σε εξέλιξη μια βαθιά αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, με βασικό στοιχείο την προσπάθεια αναδόμησης της σοσιαλδημοκρατίας με επικεφαλής τον Τσίπρα, σε συνθήκες που δεν είναι βέβαια απολύτως ίδιες με αυτές της περιόδου 2012 – 2015, αλλά χαρακτηρίζονται από μεγάλη ρευστότητα στην καπιταλιστική οικονομία και στο αστικό στρατόπεδο, με δεκάδες ενεργά μέτωπα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και το επίδικο της αμφισβήτησης από την Κίνα της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα να έχει τεθεί προ πολλού.
Αλλο στοιχείο που αναδείχτηκε τότε από την κυβέρνηση και έναν ισχυρό προπαγανδιστικό μηχανισμό του κεφαλαίου γύρω από αυτήν, ήταν ότι με την ψήφο του στο δημοψήφισμα ο λαός μπορεί να γίνει μέρος της διακυβέρνησης, να συμμετέχει άμεσα και δραστικά στη λήψη αποφάσεων προς όφελός του, από μια κυβέρνηση που ακούει τη γνώμη του.
Εκατομμύρια εργαζομένων, βιοπαλαιστών και νεολαίων, που τα προηγούμενα χρόνια είχαν συμμετάσχει μαζικά σε απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις, προκαλώντας σε πολιτικό επίπεδο την κατάρρευση του δικομματισμού, από την οποία προέκυψε η ανάγκη του συστήματος να αναζητήσει εναλλακτικές στη διακυβέρνηση, για να χειραγωγήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, απόθεσαν τις ελπίδες τους στην κάλπη του δημοψηφίσματος, με το γνωστό αποτέλεσμα.
Από αυτήν τη σκοπιά, το δημοψήφισμα αποτέλεσε σημείο καμπής για την αστική τάξη και την εμπιστοσύνη της στη σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι μπορεί να κάνει αυτό που δεν μπόρεσαν – αντίθετα όξυναν – οι προηγούμενοι:
Να εγκλωβίσει τον λαό στην παγίδα της κυβερνησιμότητας και στην αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση από μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού. Οτι τα συμφέροντα εργαζομένων και κεφαλαίου μπορούν να συγκεραστούν – σε συνθήκες μάλιστα κλιμάκωσης των ανταγωνισμών μέσα κι έξω από τη χώρα, όπως και τώρα – κι ότι μπορούν πολιτικές αποφάσεις να υπερυψωθούν πάνω από την οικονομία και τους σιδερένιους νόμους του καπιταλισμού, που ζει και αναπνέει με στόχο την εξασφάλιση του μέγιστου κέρδους για τους καπιταλιστές.
Αλλο ένα συμπέρασμα λοιπόν χρήσιμο για τις μέρες μας: Οτι μόνο ένα κίνημα χειραφετημένο από την αστική πολιτική, σε όλες τις διαφορετικές εκδοχές της, μπορεί να υπερασπιστεί τα λαϊκά συμφέροντα, και σε σύγκρουση με το κεφάλαιο και οποιαδήποτε κυβέρνηση να ανοίξει δρόμο για την πραγματική ευημερία του λαού, η οποία προϋποθέτει ριζικές αλλαγές στην εξουσία και την οικονομία, γκρέμισμα από τα θεμέλια της αστικής εξουσίας και του κράτους της. Παρακαταθήκη για το σήμερα αποτέλεσε η στάση του ΚΚΕ στο δημοψήφισμα. Θυμίζουμε ότι το ΚΚΕ πρότεινε στο ερώτημα του δημοψηφίσματος να μπουν δύο σκέλη, από τη μια ΟΧΙ στην πρόταση της ΕΕ και ΟΧΙ και στο κυβερνητικό σχέδιο. Και από την άλλη ΝΑΙ στην αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΕ με τον λαό στην εξουσία. Να διατυπώσει, δηλαδή, ο λαός συνολική γνώμη, ζήτημα που απορρίφθηκε. Αυτή ήταν ουσιαστικά η μοναδική διαφοροποιός «γραμμή» που μπήκε τότε, αφού όλα τα υπόλοιπα αστικά κόμματα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στήριζαν το ένα ή το άλλο μνημόνιο.
Η στάση του ΚΚΕ ήταν κρίσιμη, γιατί δεν έδωσε περίοδο χάριτος στη νέα αντιλαϊκή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Οργάνωσε τις διεκδικήσεις, πρωτοστάτησε ώστε να αναπτυχθούν εστίες αντίστασης και αγώνα απέναντι στην κυβέρνηση που προώθησε παραπέρα χτύπημα συντάξεων και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, έγινε το πρωτοπαλίκαρο των ιμπεριαλιστικών οργανισμών με τις συμφωνίες επέκτασης της στρατιωτικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ, με τη ΝΑΤΟική Συμφωνία των Πρεσπών.
Ιδιαίτερα μετά το καλοκαίρι του 2015, κάτω από το βάρος της διάψευσης των ψεύτικων προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά βέβαια και κάτω από την παρέμβαση του ΚΚΕ, διευρύνθηκε εκείνο το κομμάτι που άρχιζε να βγάζει συμπεράσματα, να απαγκιστρώνεται από ψευδαισθήσεις.
Η στάση του Κόμματος απέναντι στην αστική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά, όπως και στο δημοψήφισμα, αποτέλεσε καταλύτη που βοήθησε αρκετούς να βγάλουν συμπεράσματα, να ξεπεράσουν αυταπάτες και αναστολές, να συμπορευτούν στη συνέχεια με το ΚΚΕ.
Τα διδάγματα εκείνης της περιόδου διατηρούν αναλλοίωτη την αξία τους και έχουν συμβάλει καθοριστικά, ώστε να μπορεί το ΚΚΕ να δίνει σήμερα από πολύ καλύτερες θέσεις τη μάχη για τα λαϊκά συμφέροντα, φωτίζοντας τον δρόμο της ανατροπής της βάρβαρης καπιταλιστικής κανονικότητας, απέναντι σε δοκιμασμένους σωτήρες, που εμφανίζονται ξανά σήμερα με νέα προβιά.
(Αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 4-5 Ιουλίου 2026)










































































