ΜΠΕΡΜΠΑΝΤΙΕΣ (ή έρωτας στα χρόνια της μεγάλης φτώχιας!) | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Σα, Φεβ 26th, 2011

ΜΠΕΡΜΠΑΝΤΙΕΣ (ή έρωτας στα χρόνια της μεγάλης φτώχιας!)

Γράφει ο Αιθεροβάμων…

ΜΠΕΡΜΠΑΝΤΙΕΣ1
(ή έρωτας στα χρόνια της μεγάλης φτώχιας!)

Σήμερα λόγω αποκριάς θα διασκεδάσουμε μ’ ένα αυθεντικό στιγμιότυπο από τα χωριά μας, όπως παραστατικά το αποτύπωσε ο Φίλιππος Λάζαρης.

Ήτανε από τους τελευταίους της εποχής του ο μπάρμπα Γιάννος ο Μαλίκας, μιας εποχής τυραγνισμένης, μίζερης και με μεγάλη φτώχια, μιας εποχής που για πολλά πράγματα τελείωσε κάπου εκεί που άρχιζαν οι πόλεμοι του 1912.

Ήτανε από τους τελευταίους που φορούσανε μπουραζάνα και λουροτσάρουχα, φτιαγμένα, πολλές φορές από τον ίδιο με γουρουνοπέτσι.

Κοντός, χοντρούτσικος, άχαρος, έμοιαζε με πελώριο όρθιο φορδακλά κι είχε και ένα παράξενο κούνημα, καθώς περπατούσε μ’ εκείνα τ” άχαρα ρούχα και τα λουροτσάρουχα που θύμιζε περισσότερο μαϊμούδες σαν χορεύανε στα πλατώματα των γειτονιών, κάθε, που και που, που περνάγανε από το χωριό μας.

Κοντά στ’ άλλα του κουσούρια, δεν μπορούσε να προφέρει το «ρο» και το ‘λεγε «λο».

Χαμόγειο, ξεπάτωτο και σκοτεινό ήτανε το σπίτι του, αφού είχε μόνο δύο παράθυρα και μια στρογγυλή κατωγόπορτα, ανταβάνιαστο και χωρίς τζάμια τα παραθύρια, αρκετά μεγάλο.

Καλοκαιριάτικο μεσημέρι και ακούμπησε κουρασμένος στο σοφά να κοιμηθεί. Η θεία Μαρίνα, η γυναίκα του, σκούπιζε το σπίτι. Στην αρχή κοίταζε τα χελιδόνια που χτίζανε τη φωλιά τους στη καταρρήχωση του σπιτιού. Κάθε χρόνο τη χάλαγε τη φωλιά τους η θεία Μαρίνα, γιατί γεμίζανε το σπίτι κουτσουλιές (άσε που κάποτε γεμίσανε τον τόπο λιμοψείρι) και κάθε χρόνο αυτά γυρίζουν και την ξαναφτιάχνουνε. Ύστερα κοίταζε κάποιες χρυσές ηλιαχτίδες που περνώντας απ’ τα κεραμίδια σχηματίζανε πάνω στο έδαφος του σπιτιού σχήματα με κομμάτι απ” τον ήλιο.

Τέλος, πρόσεξε τη Μαρίνα που ξυπόλητη σκούπιζε, κι έτσι, καθώς ήτανε σκυμμένη και τα όμορφα γυμνά της πόδια (ήτανε νέοι τότε) με φόντο το γαλάζιο της φουστάνι φαντάζανε προκλητικά, τον κάνανε τον καημένο να μερακλωθεί, πετάχτηκε απάνω και της ρίχτηκε.

Αντίσταση η γυναίκα μέχρις εσχάτων … αντίσταση όμως που σιγά σιγά έπεφτε ώσπου, να μη τα πολυλογούμε, τα συμφώνησαν.

Συμφώνησαν να της δώσει ένα πενηντάρι, που είχε ο φτωχός όλο κι όλο, για να πάρει φουστάνι μεταξωτό και, χωρίς αυτή να σταματήσει το σκούπισμα, να τον αφήσει να … βγάλει τα μάτια του, καθώς λένε.

Κι έτσι επήρε εκείνη το πενηντάρι.

Με το πρώτο που κατέβηκε στη χώρα, την πήρε κι αυτή για να αγοράσει το φουστάνι το μεταξωτό – έτσι κι αλλιώς πάει το πενηντάρι!

Σαν φτάσανε στη χώρα, πήγανε ίσια στου Θοδωρή του Μαυρομάτη, που ήτανε και γνωστός τους, και ζητήσανε ένα φουστάνι μεταξωτό που να κοστίζει γύρω στις πενήντα δραχμές.

– Μα τόσο κάνουν τα πιο ακριβά που έχουμε… Δεν παίρνετε κάτι πιο φθηνό, επίσης καλό;

– Όχι λέει εκείνη, θέλω μεταξωτό, τ’ ακριβότερο με πενήντα δραχμές.

Ο μπάρμπα Γιάννος γελούσε πονηρά κάτω απ’ τα μουστάκια του.

– Μα δεν σας βλέπω και τόσο πλούσιους για ένα τέτοιο φόρεμα, ξανάπε ο κυρ Θοδωρής.

– Σάματις και δούλεψε το πενηντάλι; Δώσε μας το φόρεμα κι ύστερα θα σου πω, για να γελάσουμε, πως το κονόμησε!

Εκείνη την τρώγανε τα σημάδια της, τη ζώσανε τα φίδια, όταν τον είδε κρυφά και πονηρά να χαμογελάει, τον ήξερε καλά τι φαρφαλιάρης ήτανε: δεν το “χε για τίποτε να πει στον ξένο άνθρωπο όλη την ιστορία για κείνο το μεσημέρι στο σπίτι, για το σάρωμα, για το πενηντάρι, για όλα.

Έπεσε λίγο:

Δώσε μου κάτι πιο κατίβο, είπε πικραμένη.

Ο μπάρμπα Γιάννος ξαναλέει γελώντας:

Κυρ-Θοδωλή μ’ θα ξεκαλδιστούμε στα γέλια σαν σου πω…

Εκείνη κοκκίνισε, ξεροκοκκίνησε, φούντωσε, κοίταξε τον άνδρα της άγρια και:

– Δεν θέλω τίποτε, είπε, πέταξε το πενηντάρι στα μούτρα του άνδρα της κι έφυγε σεκλετισμένη, πικραμένη και πεζή στο χωριό.

Αυτή την ιστορία μας την έλεγε ως τα στερνά του ο μπάρμπα Γιάννης και συμπλήρωνε:

– Αμ το άλλο; Που γλυκάθηκε και της … άλεσε χωρίς πενηντάλι να σαλ(ρ)ώνει κάθε μεσημέρι και μία και δύο φορές;

– Όχι και δύο φορές, τον πειράζανε.

Τι λες, καλέ μου, και δύο και τλεις!

Τζάμπα ήτανε…

Χώ(ρ)λια που άστ(ρ)λαφτε το σπίτι απ’ την πάστ(ρ)λα !

1. ΦΙΛΙΠΠΟΥ Π. ΛΑΖΑΡΗ, «Μια φορά κι έναν καιρό….» (Απόσπασμα)

Για την αντιγραφή και την εικονογράφηση Αιθεροβάμων

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε όλες τις αναρτήσεις του Αιθεροβάμωνα



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>