Το Μέλλον του ΝΑΤΟ και οι Ελληνικές Επιλογές (Του Ηλία Θερμού) Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Πα, Μαρ 27th, 2020

Το Μέλλον του ΝΑΤΟ και οι Ελληνικές Επιλογές (Του Ηλία Θερμού)

USA_China_focusΠηγή φωτογραφίας: focus.de

Του Ηλία Θερμού*

Από το 1948, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας των Η.Π.Α. κατέληξε στην αποδοχή της εισήγησης του Τζόρτζ Κέναν για μια εμπεριστατωμένη θεώρηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Σοβιετική Ένωση όπως περιγράφεται στις αποφάσεις NSC-20/1 και NCS-20/4.

Με βάση αυτές τις αποφάσεις προωθούνταν η ίδρυση του κράτους της Δυτικής Γερμανίας και η ίδρυση του ΝΑΤΟ ώστε να παγώσουν οι διαχωριστικές γραμμές στην Ευρώπη.

Η συνολική πολιτική των Η.Π.Α. στην αντιπαράθεσή της με τη Σοβιετική Ένωση αποτυπώνεται στην απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας NSC-68 στις 14 Απριλίου 1950.

Αναλυτικότερα, το ντοκουμέντο στηρίζεται στις κυριότερες παρακάτω υποθέσεις εργασίας:

1. Τα αμερικανικά συμφέροντα είναι παγκόσμια και κάθε περιοχή στον κόσμο είναι κρίσιμη για τα αμερικανικά συμφέροντα.

2. Η Σοβιετική Ένωση είναι μια επεκτατική δύναμη και συνεπώς αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα.

3. Μια ήττα των ελευθέρων θεσμών οπουδήποτε είναι μια ήττα παντού.

4. Όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων να υπερισχύουν πάντα τα στρατηγικά συμφέροντα, που σημαίνει ακόμη ότι ακόμα και δημοκρατικά καθεστώτα μπορούν να παραγκωνιστούν, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα στρατηγικά της συμφέροντα, όπως έγινε στην Ελλάδα της 21 Απριλίου 1967 με την κατάργηση της δημοκρατίας από τη χούντα των συνταγματαρχών.

Έτσι, το ντοκουμέντο NCS-68 μετακινεί τις επιλογές από τη σφαίρα της οικονομίας και της εξωτερικής πολιτικής προς την στρατιωτική ισχύ. Απώτερος στόχος αυτής της πολιτικής ανάσχεσης είναι η καταστροφή του κομμουνιστικού συστήματος στη Σοβιετική Ένωση και η κατάρρευσή της.

Μετά το 1989 το ΝΑΤΟ, ως το εργαλείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, συνέχισε να εξυπηρετεί τα αμερικανικά γεωπολιτικά συμφέροντα μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Όμως, τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι οι Η.Π.Α. αρχίζουν να επεξεργάζονται μια αναθεωρητική εκδοχή του ΝΑΤΟ που να αντανακλά την νέα παγκόσμια πραγματικότητα.

Σήμερα για τις Η.Π.Α. οι μεγάλοι αντίπαλοι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό είναι η Κίνα και η Ρωσία, ενώ η Ευρώπη διέρχεται μια κρίση παρακμής. Η Γερμανία είναι μια δύναμη με ψευδαισθήσεις ηγεμονίας στην Ευρώπη και ο γαλλο-γερμανικός άξονας μετά το Brexit κινδυνεύει να μετεξελιχτεί σε ανταγωνισμό μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας.

Έτσι η Αμερική δεν μπορεί να στηρίζεται στην ψυχροπολεμική Ατλαντική Συμμαχία αφού βλέπει ότι δεν εξυπηρετεί πλέον τα στρατηγικά της συμφέροντα. Επομένως οι Η.Π.Α. ενδεχομένως να αναζητήσουν μια νέα στρατηγική συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία ως τη βασική σύμμαχό της στην Ευρώπη.

Οι Η.Π.Α. ενδεχομένως να προγραμματίσουν την ασφάλειά τους στον εικοστό πρώτο αιώνα μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία και τον Καναδά στον Ατλαντικό, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία στην Ασία.

Στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, οι Η.Π.Α. θα επιλέξουν την Ιταλία, την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ ως το υποσύστημα ασφάλειας στην περιοχή, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα στρατηγικά τους συμφέροντα, ενώ η Τουρκία δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε αυτό το εγχείρημα. Η Τουρκία έχει πλέον αποκλίνει από τη δυτική συμμαχία και ακολουθεί τη δική της πορεία στον ανταγωνισμό μεταξύ του Ατλαντικού Βορειοαμερικανικού συστήματος, του Ευρωασιατικού συστήματος με τη Ρωσία και την Κίνα, και την προβληματική Ευρωπαϊκή Ένωση να βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση μετά το Brexit.

Η Ελλάδα λοιπόν θα κληθεί στο μέλλον να επιλέξει τα εθνικά της συμφέροντα μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των νέων αμερικανικών επιλογών και το νέο σύστημα ασφάλειας που θα εξασφαλίζει τα συμφέροντα των Η.Π.Α.

Η Τουρκία ως βασικός ανταγωνιστής της Ελλάδας θα αναζητά το δρόμο της μεταξύ αυτών των αμυντικών συστημάτων, των Η.Π.Α., της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωασίας (Ρωσία-Κίνα), θέτοντας την ασφάλεια της Ελλάδας σε σκληρή δοκιμασία, αφού η επεκτατική της πολιτική θα αναζητά κέρδη σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας, εκμεταλλευόμενη τη στρατηγική της αξία στον διεθνή ανταγωνισμό.

Στις σημερινές συνθήκες που επικρατούν στις παγκόσμιες διεθνείς σχέσεις και ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, μπορούμε να αναμένουμε ένα νέο τριπολικό σύστημα ανταγωνισμού με βασικούς πυλώνες τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τη Ρωσία-Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι εδώ τελειώνει το πάλαι ποτέ ψυχροπολεμικό ΝΑΤΟ και αρχίζει ένα νέο σύστημα παγκόσμιας ασφάλειας που θα εκφράζει την πραγματικότητα του 21ου αιώνα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θεωρούν ως τον πλέον ζωτικό τους χώρο τα εθνικά τους συμφέροντα στον Ειρηνικό Ωκεανό. Εδώ κυριαρχεί η σινο-αμερικανικός ανταγωνισμός, αφού οι Η.Π.Α. και η Κίνα, ως οι πιο ισχυρές οικονομικές δυνάμεις στον πλανήτη, αναμένεται να έχουν στις επόμενες δεκαετίες μεγάλο ανταγωνισμό για οικονομική και στρατηγική κυριαρχία στον Ειρηνικό. Συνεπώς η απάντηση των Η.Π.Α. στη δυναμική παρουσία της Κίνας στις θάλασσες της ανατολικής και νότιας Κίνας θα είναι μια στενή αμυντική συμμαχία με την Ιαπωνία, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τη Νότιο Κορέα. Σε αυτή τη συμμαχία μπορούμε να δούμε στο πλευρό των Η.Π.Α. τον Καναδά και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ χώρες όπως αυτές της Ινδοκίνας, της Ινδονησίας και των Φιλιππίνων θα ισορροπούν μεταξύ Κίνας και Η.Π.Α.

Η Ρωσία ως Ευρωασιατική δύναμη μαζί με την Κίνα ενδεχομένως να δημιουργήσουν έναν ξεχωριστό Ευρωασιατικό άξονα με δύο ψήφους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. και με δορυφόρους τη Βόρεια Κορέα, το Ιράν, τη Συρία και τις ασιατικές πρώην χώρες της Σοβιετικής Ένωσης.

Έτσι στον δεύτερο πυλώνα ισχύος Ρωσίας-Κίνας θα υπάρχουν τρεις πυρηνικές δυνάμεις με πληθυσμό άνω των 1.7 δισεκατομμυρίων και με έκταση περίπου το 1/3 της γης.

Στον τρίτο πυλώνα θα βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, με πληθυσμό περίπου 500 εκατομμυρίων, με μια μόνο πυρηνική δύναμη και μια εκπρόσωπο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, τη Γαλλία, και μια απαισιόδοξη και νοσταλγική Γερμανία που αισθάνεται ανασφάλεια για την οικονομική της κυριαρχία στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παραμένει εγκλωβισμένη στην έλλειψη ενέργειας που θα υπονομεύει το μέλλον της και θα αναζητά ισορροπίες μεταξύ της Ρωσίας και της Μέσης Ανατολής.

Έτσι και τα τρία ανταγωνιστικά κέντρα θα εστιάσουν στην αναζήτηση των στρατηγικών και ενεργειακών τους συμφερόντων στην ενέργεια της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Εδώ οι Η.Π.Α. θα ορίσουν τα νέα σύνορα της ασφάλειάς τους με χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία ώστε να ταυτίζονται με τα στρατηγικά τους συμφέροντα.

Η Τουρκία ως επιτήδεια ουδέτερη χώρα κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και ως στρατηγικός εταίρος των Η.Π.Α. στον Ψυχρό Πόλεμο, έχει ήδη επιλέξει να κινηθεί μακριά από τη Δύση (Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ) και να προσεγγίσει τη Ρωσία και τον Ευρωασιατικό άξονα που ελπίζει να της εξασφαλίσει τα επεκτατικά της σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο. Έτσι η Τουρκία εγκαταλείπει πλέον την πολιτική του Κεμάλ Ατατούρκ, ειρήνη με τους γείτονές της και στροφή προς τη Δύση, και θα εκμεταλλευτεί τη φοβισμένη Ευρώπη και τη δοκιμαζόμενη αμερικανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή. Μια τέτοια επιλογή θα αφήσει την Τουρκία το δίλημμα μιας ανεξάρτητης πορείας ιδεολογικού νέο-οθωμανισμού ή την επιστροφή της στο αμερικανικό σύστημα ισχύος, με αναθεώρηση της πολιτικής της για το διεθνές δίκαιο με κάποια ανταλλάγματα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα λοιπόν με την ΑΟΖ της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, θα βρίσκεται αντιμέτωπη με την Τουρκία και η ασφάλειά της θα ισορροπεί μεταξύ των αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων, ενώ η στρατιωτική συμμαχία με Κύπρο και Ισραήλ φαίνεται πλέον αναπόφευκτη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα δοκιμαστούν και οι βαλκανικές σχέσεις, αφού χώρες όπως η Βουλγαρία και η Σερβία, μπορεί να αναζητήσουν μια ισορροπία μεταξύ Ε.Ε. και Ρωσίας.

Έτσι το μέλλον της Ε.Ε. μετά το Brexit φαίνεται να εισέρχεται σε μια διαρκή κρίση και θα πρέπει να αναζητήσει την πολιτική και αμυντική της ολοκλήρωση, αλλιώς θα αναζητά προστασία με μεγάλο κόστος μεταξύ των Η.Π.Α. και του ρωσικό-κινεζικού άξονα.

Εφόσον η Ε.Ε. δεν θέλει να βυθιστεί σε μια κρίση ασφάλειας και αποσύνθεσης στα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να προχωρήσει στη συνολική ολοκλήρωση της ως μια ενιαία οντότητα με αμυντικές ικανότητες στην ΑΟΖ της στην Ανατολική Μεσόγειο και σε μια ξεκάθαρη αντι-τουρκική στρατηγική που θα σταματήσει πλέον τον νέο-οθωμανικό επεκτατισμό της Τουρκίας. Αν δεν πράξει αυτό, θα επαναλάβει τον κατευνασμό που επιχείρησε η Μεγάλη Βρετανία με τον Χίτλερ το 1938 και θα θυμηθεί το συμπέρασμα του Τσόρτσιλ στην πολιτική του Τσάμπερλεν στη διάσκεψη του Μονάχου:

Η διάσκεψη του Μονάχου, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, έγινε προκειμένου οι ηγέτες της Γαλλίας Νταλαντιέ, της Μεγάλης Βρετανίας Τσάμπερλεν, της Γερμανίας Χίτλερ και της Ιταλίας Μουσολίνι να διευθετήσουν την κρίση που είχε ξεσπάσει στην Κεντρική Ευρώπη και η οποία οφειλόταν στις προσπάθειες της Γερμανίας να θέσει την Τσεχοσλοβακία υπό την κυριαρχία της. Οι πρωθυπουργοί της Γαλλίας και της Βρετανίας υποχώρησαν στις απαιτήσεις του Χίτλερ για να αποφύγουν έναν πόλεμο. Η συμπεριφορά των Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ τους προηγούμενους μήνες δεν τους άφησε καμία πραγματική επιλογή παρά να δεχθούν την εισήγηση του Μουσολίνι. Οι αντιπρόσωποι της Τσεχοσλοβακίας έμειναν αποσβολωμένοι στους προθαλάμους, τη στιγμή που η χώρα τους διαμελιζόταν.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν επέστρεψε στο Λονδίνο διακηρύττοντας ότι η συμφωνία, η οποία παρέδωσε στη Γερμανία τις γερμανόφωνες περιοχές της Τσεχοσλοβακίας όπως είχε απαιτήσει ο Χίτλερ, εξυπηρετούσε την ειρήνη. Όταν ο Χίτλερ επέστρεψε στο Βερολίνο, είπε κυνικά σε έναν αξιωματικό των SS: «Αυτός ο τύπος, ο Τσάμπερλεν, μου χάλασε την είσοδό μου στην Πράγα».

Στις 5 Οκτωβρίου 1938 ο βουλευτής Ουίνστον Τσόρτσιλ, σε ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων, σχολίασε ως εξής τα αποτελέσματα της διάσκεψης του Μονάχου: «Μας ζήτησαν 1 λίρα με το πιστόλι στον κρόταφο. Όταν τη δώσαμε, μας ζήτησαν 2 λίρες με το πιστόλι στον κρόταφο. Τελικά ο δικτάτορας συμβιβάστηκε να πάρει 1 λίρα και 17 σεντς, και το υπόλοιπο με υποσχέσεις καλής θέλησης στο μέλλον […] Βρισκόμαστε καταμεσής μιας καταστροφής πρώτου μεγέθους».1

Ο Τούρκος πρόεδρος σήμερα εφαρμόζει ανάλογες πολιτικές απέναντι στην Ελλάδα όπως ο Χίτλερ στη διάρκεια του μεσοπολέμου στην Ευρώπη. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται σήμερα η Ευρώπη απέναντι στην επεκτατική Τουρκία που επιχειρεί να κατακτήσει με την βία την ΑΟΖ της Ελλάδας και της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν δεν αναλάβει τις ευθύνες της η Ε.Ε. και εφόσον συνεχίζει διατηρεί την αυταπάτη του Τσάμπερλεν, τότε θα έρθουν οι Η.Π.Α. να το κάνουν και συνεπώς να θέσουν την Τουρκία εκτός ΝΑΤΟ, με τη θρασύτατη τουρκική ηγεσία να αναζητά μεγάλα ανταλλάγματα στο ρωσο-κινεζικό σύστημα ισχύος.

Εν τω μεταξύ η Γερμανία, νοσταλγική για την παραδοσιακή της ηγεμονία πριν από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχίζει μια νέα φιλόδοξη πολιτική επιρροών στη Λιβύη όπως είχε κάνει στο Μαρόκο στις παραμονές του Α Παγκοσμίου Πολέμου με πρωταγωνιστή τον Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β με τη σύναψη στρατηγικών συμφωνιών με το Μαρόκο το 1904. Αυτό το γεγονός έφερε τη Γερμανία απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία και οδήγησε σε έναν επιπλέον λόγο για την επερχόμενη σύγκρουση της Μεγάλης Βρετανίας με τη Γερμανία. Σε αυτή τη διαμάχη η Γαλλία και η Βρετανία βρέθηκαν μαζί με κοινά συμφέροντα στη Βόρεια Αφρική και εκεί ήταν η απαρχή της εγκάρδιας συνεννόησης, δηλ. αυτή της δυτικής συμμαχίας εναντίον της ανερχόμενης γερμανικής φιλοδοξίας να εξασφαλίσει στρατηγικές θέσεις στο Μαρόκο και τη Μέση Ανατολή. Ως απάντηση σε αυτή τη όξυνση της κρίσης, στις 28 Ιουνίου 1905 η Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε την πλήρη διπλωματική της στήριξη προς τη Γαλλία με συγκεκριμένη δέσμευση του ναυτικού επιτελείου και του Υπουργείου Άμυνας σχετικά με «τις στρατηγικές συνέπειες ενός πιθανού γαλλο-βρετανικού πολέμου με τη Γερμανία.»2

Η καγκελάριος Μέρκελ σήμερα προσπαθεί να αναβιώσει την παραδοσιακή γαλλο-γερμανική και αγγλο-αμερικανική ανησυχία στη στρατηγική για το μέλλον της Λιβύης όπου οι ενεργειακοί της πόροι βρίσκονται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του παραδοσιακού γερμανο-τουρκικού άξονα.

Έτσι όμως δημιουργούνται οι πόλοι συμφερόντων Τουρκίας και Γερμανίας από τη μια μεριά και της Γαλλίας και Αμερικής από την άλλη, με τη Ρωσία να προσπαθεί να εξισορροπήσει στη διαμάχη για τα δικά της γεωστρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όμως η στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας στη Λιβύη στην αγωνία της να εξασφαλίσει θαλάσσιο χώρο σε βάρος της Ελλάδας, θα την οδηγήσει σε ένα νέο Βιετνάμ και την αναβίωση του αραβικού εθνικισμού, γεγονός που θα συντρίψει τις φιλοδοξίες της τουρκικής ηγεσίας.

Σήμερα, το κοινό συμφέρον της υποτιθέμενης ενωμένης Ευρώπης παραμένει μια ουτοπία, με την Ελλάδα και την Κύπρο να αποτελούν τα θύματα των κοντόφθαλμων γερμανικών συμφερόντων και την Τουρκία ως πολιορκητικό κριό.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται η φιλοτουρκική γερμανική πολιτική που αποκλείει την Ελλάδα και την Κύπρο από την όποια παρουσία τους στη συνδιάσκεψή της για τη Λιβύη, αφού η Γερμανία βρίσκεται εγκλωβισμένη στις τουρκικές αυθαίρετες διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας.

Έτσι, οποιοδήποτε δυσάρεστο συμβεί στο μέλλον μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, θα έχει ως βασικό υπεύθυνο τη γερμανική ηγεμονική εμμονή και τη στρατηγική σχέση μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας ώστε η Τουρκία να λειτουργεί όπως και στο παρελθόν ως ο μακρινός βραχίονας των γερμανικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Τι θα πρέπει να κάνει η Ελλάδα:

Μέχρι να συγκροτηθεί το νέο σύστημα ασφαλείας της Αμερικής που θα συμπεριλάβει την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, η Ελλάδα θα πρέπει να ανακτήσει την προβολή της στρατιωτικής της ισχύος έναντι της Τουρκίας και μόνο τότε να διαπραγματευθεί, με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης και τα προβλεπόμενα από το διεθνές δίκαιο, για τα κυρίαρχα δικαιώματα των νησιών του Αιγαίου και τη συνολική ελληνική ΑΟΖ.

Ο ρεαλισμός του Θουκυδίδη στη συνύπαρξη και συμβίωση κρατών στηρίζεται στην ισχύ και όχι στο δίκαιο. Έτσι επιβίωσε η ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η ισορροπία του τρόμου διέπει και σήμερα την αποφυγή του πολέμου όπως και στην πυρηνική εποχή μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Προτεραιότητα της Ελλάδας απέναντι στην επεκτατική Τουρκία είναι η ανάκτηση αμυντικής υπεροχής και η επέκταση της κυριαρχίας των χωρικών της υδάτων στα 12 μίλια στην Κρήτη και στα Ιόνια νησιά και στα νησιά Κάσο, Κάρπαθο και Ρόδο και όπου αλλού θεωρεί σκόπιμο στην επικράτειά της, όπως και η ανακήρυξη της συνολικής ελληνικής ΑΟΖ.

Η εθνική στρατηγική για την επιβίωση της χώρας θα πρέπει να καθοριστεί με την αναθεώρηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Ρωσίας ώστε να απομακρυνθεί από την όποια πολιτική στρατηγικής απομόνωσης της Ρωσίας όπως έκανε λανθασμένα στο παρελθόν, και να προσδιορίσει τις ρωσο-ελληνικές σχέσεις αυστηρά με βάση το εθνικό της συμφέρον.

Η Ελλάδα πλέον δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη από την ευρωπαϊκή αμυντική και εξωτερική πολιτική και την αμερικανο-βρετανική αμυντική συμμαχία ώστε να εξασφαλίζει πάντα προκαταβολικά τα εθνικά της συμφέροντα πριν αναλάβει το όποιο ρίσκο στους μελλοντικούς ανταγωνισμούς των συστημάτων ισχύος.

1 Ηλίας Θερμός, Η Γερμανική Ηγεμονία, Ψευδαισθήσεις και Πραγματικότητα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013, σελ. 121.
2 Ηλίας Θερμός, Η Γερμανική Ηγεμονία, Ψευδαισθήσεις και Πραγματικότητα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2013, σελ. 41.

* Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Καθηγητής της έδρας Jean Monnet στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση και Εξωτερική Πολιτική. Email: thermos@uom.gr



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        







Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.