Έργα και ημέρες του «Padre Calcedonio» (στην Αγία Μαύρα) | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Τε, Ιαν 20th, 2021

Έργα και ημέρες του «Padre Calcedonio» (στην Αγία Μαύρα)

ceb5ceb9cebacebfcebdceb1-1Εικόνα 1. Strada Reale in VallettaMalta [1]

Του Νικήτα Ψαθά

SIX YEARS IN THE MONASTERIES OF ITALY, AND TWO YEARS IN THE ISLANDS OF THE MEDITERRANEAN AND IN ASIA MINOR

Rev.S.I.Mahoney, New York, 1836, Σελ. 351-356

Συνεχίζουμε την περιήγησή μας ανάμεσα σε κείμενα που αφορούν το νησί της Λευκάδας, παραμένοντας στο ίδιο περίπου μοτίβο με το προηγούμενο άρθρο μας που αφορούσε τον μισιονάριο John Hartley. Ο Ιρλανδός -αυτήν την φορά- κληρικός S.I. Mahoney, πρώην καπουτσίνος μοναχός της Μονής της Αμώμου Συλλήψεως στη Ρώμη, περιγράφει στις σελίδες που παραθέτουμε σε μετάφραση, τα σκανδαλώδη περιστατικά που συνδέονται με τη ζωή του πατρός Χαλκηδονίου (Padre Calcedonio), κατά το πέρασμα του τελευταίου από το νησί της Λευκάδας, πιθανότατα γύρω στο έτος 1824, καθώς όσα περιγράφονται χρονολογούνται από τον συγγραφέα 12 περίπου χρόνια πριν την έκδοση, λίγο πριν καταστραφεί η «καθολική» εκκλησία που βρισκόταν απέναντι από τον Ι.Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Δεν θα ασχοληθούμε καθόλου με τα αληθινά, «αντι-παπικά» κίνητρα που ώθησαν τον συγγραφέα στην δημοσίευση αυτής της εργασίας (μια εικόνα μπορεί να σχηματίσει κανείς διαβάζοντας το εισαγωγικό σημείωμα), αλλά για την ορθότερη αποτίμηση του κειμένου, διευκρινίζουμε κάτι που ίσως να μην καταστεί σαφές από μια πρώτη ανάγνωση. Ο Mahoney δεν περιγράφει το περιστατικό ως αυτόπτης μάρτυρας, αλλά όπως του το μετέφερε ένας Μαλτέζος πλοιοκτήτης ονόματι Elul που έτυχε να είναι παρών στα διαδραματιζόμενα θλιβερά γεγονότα. Ανεξάρτητα από όλα τα παραπάνω, το απόσπασμα συμπεριελήφθη στην προσπάθεια σταχυολόγησης αυτών των μικρών κειμένων που αφορούν το νησί της Λευκάδας, τα οποία δεν διαθέτουν φυσικά τον πλούτο τον πληροφοριών των περιηγητικών κειμένων, πλην όμως διαφωτίζουν κάποια μικρά, μεμονωμένα και ενίοτε σκοτεινά στιγμιότυπα από εποχές που οι «αφέντες», οι «προστάτες» και οι κατακτητές άρπαζαν διαδοχικά ο ένας από το χέρι του άλλου την σκυτάλη της εξουσίας. Ας δούμε όμως τι γράφει:

«Αν κάποιος από εκείνους που θα πέσει αυτό το βιβλίο στα χέρια του, έχει βρεθεί ποτέ στο νησί της Μάλτας, δεν μπορεί να μην έχει παρατηρήσει περπατώντας κατά μήκος της Strada Reale, έναν καπουτσίνο μοναχό με την πιο ταπεινή όψη, ψηλού αναστήματος και με μια προεξέχουσα κοιλιά, με ένα ζευγάρι ματογυάλια στα μάτια, προσποιούμενος ότι είναι μύωψ.

Αν τον δει και στην συνέχεια ρωτήσει και το μικρότερο παιδί της Μάλτας «ποιος είναι αυτός ο παπάς;» το παιδί κατάπληκτο που δεν γνωρίζει αυτό που όλοι ξέρουν, θα απαντήσει: «Ω! είναι ο Padre Calcedonio, ο Καπουτσίνος άγιος και θα πρέπει να είσαι ξένος στη Μάλτα για να μην τον γνωρίζεις». Για τον Padre Calcedonio, τον Καπουτσίνο άγιο, η ιστορία μπορεί να μην είναι τελείως αδιάφορη στον αναγνώστη, για την ευαρέσκεια του οποίου θα κάνουμε εδώ μια αναφορά. Δεν είναι μυστικό στη Μάλτα, ακόμη και για εκείνους που τον θεωρούν ως άγιο. Πόσο ευκολότερο είναι να παριστάνεις τον άγιο παρά έναν τίμιο και ενάρετο άνθρωπο και πόσο πολύ έχουν την τάση οι άνθρωποι που βρίσκονται υπό την επιρροή των κληρικών να παραβλέπουν τα ελαττώματα και τα αδικήματα των πνευματικών τους διδασκάλων.

Αυτός ο Padre Calcedonio εστάλη περίπου πριν από 12 χρόνια, από τον επικεφαλής των Καπουτσίνων της Μάλτας στο νησί της Αγίας Μαύρας, ένα εκ των Ιονίων Νήσων, στο δυναμικό του κλήρου για τους Σικελούς και Κορσικανούς στρατιώτες που βρίσκονταν στην υπηρεσία των Άγγλων που επάνδρωναν την τοπική φρουρά.

Όταν διαλύθηκαν αυτά τα στρατεύματα, παρέμεινε στη θέση του για τους Σικελούς και Μαλτέζους πολίτες, οι οποίοι θεωρούσαν το νησί ως ένα καλό μέρος για την εγκατάσταση επιχειρήσεων και για την άσκηση των διαφόρων επαγγελμάτων τους. Η φαρισαϊκή του συμπεριφορά και η υποκριτική εξωτερική του όψη, κέρδισαν την στοργή αυτών των ανθρώπων, προσδίδοντάς του μεγάλο κύρος ανάμεσά τους.

Όντας ο μοναδικός Ρωμαιοκαθολικός ιερέας στο νησί, αφού η Ελληνική Εκκλησία είναι αυτή που ακολουθείται από τους γηγενείς κατοίκους, έχαιρε του σεβασμού, καθώς οι άνθρωποι που ακολουθούσαν την Λατινική Εκκλησία θα ένιωθαν σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη ενός λειτουργού της πίστης τους αν αποσυρόταν ή παρέβαινε τα καθήκοντά του και επέστρεφε στο μοναστήρι του στη Μάλτα. Γι αυτόν τον λόγο υποστηριζόταν πολύ από αυτούς και σχεδόν λατρευόταν.

Όντως, η συνολική του συμπεριφορά ήταν άμεμπτη, σε τέτοιο βαθμό, που όταν μια Ελληνίδα τον κατηγόρησε ότι επιχείρησε να αποπλανήσει την κόρη της, η οποία του έπλενε, λίγο έλειψε να λιντσαριστεί από τους εξοργισμένους Λατίνους, οι οποίοι θεώρησαν την κατηγορία της ως συκοφαντία που επινοήθηκε από τους Έλληνες ιερείς προκειμένου να προκαλέσουν την απέχθεια απέναντι στη Λατινική Εκκλησία, κατηγορώντας τον λειτουργό της για ασωτία. Η συνέχεια ωστόσο απέδειξε ότι οι ισχυρισμοί της γυναίκας ήταν αληθείς.

Ανάμεσα στους Λατίνους που διέμεναν στο νησί, υπήρχε και ένας Σικελός μηχανικός, που μέσω της φιλοπονίας του και της επαγγελματικής του παρουσίας είχε αποκτήσει ικανότητες. Διατηρούσε επίσης και κάποιους εμπορικούς δεσμούς με την γενέτειρά του την Σικελία, στέλνοντας εκεί κάποια από τα προϊόντα της Αγίας Μαύρας και λαμβάνοντας σε ανταπόδοση ρούχα, βαμβακερά, κάλτσες κ.ά. Με αυτόν τον άνδρα, ο Padre Calcedonio είχε μεγάλη οικειότητα. Πράγματι, υπήρχε η υποψία ότι ο πρώτος έκανε λαθρεμπόριο με τα χρήματα του παπά, κι έτσι στις υπόλοιπες δεξιότητές του, ο Padre Calcedonio προσέθεσε και αυτήν της ακόρεστης πλεονεξίας και καθώς θα ήταν απρεπές γι αυτόν όντας ιεραπόστολος να καταπιάνεται με εμπορικές δραστηριότητες στο όνομά του, προκειμένου να αποφύγει τις κακές γλώσσες, προσέλαβε τον φίλο του τον Σικελό να ενεργεί εξ ονόματός του. Εν πάση περιπτώσει, είναι βέβαιο ότι υπήρχε μια στενή σχέση ανάμεσά τους και ήταν συχνές οι επισκέψεις του ενός στο σπίτι του άλλου.

Ο Padre διέθετε ένα καθαρό μικρό σπιτάκι, χτισμένο αποκλειστικά γι αυτόν κοντά στην εκκλησία, ώστε να μην δυσκολεύεται στο να είναι πάντοτε παρών όταν κάποιος χρειαζόταν τις υπηρεσίες του. Σε αυτό το σπίτι, ο Σικελός και η οικογένειά του συνήθιζαν να κάνουν εθιμοτυπικές επισκέψεις και να περνούν τα απογεύματά τους κάνοντας παρέα στον ιδιοκτήτη του. Μια μέρα ο Σικελός έστειλε μία από τις κόρες του, ένα παιδί ηλικίας περίπου 12 ετών, στο σπίτι του παπά για να πάρει κάτι που ο τελευταίος είχε υποσχεθεί να του δώσει.

Ο καλόγερος την υποδέχθηκε με μεγάλη καλοσύνη και την κέρασε με γλυκά και κρασί, αφού ήταν γνωστός για το δέσιμό του με τα παιδιά και τη συνήθειά του να κουβαλάει κάτι γλυκό στην τσέπη του για να τα φιλεύει όταν επισκεπτόταν τα σπίτια των γονιών τους. Δεν υποψιαζόταν κανείς ότι θα μπορούσε να τρέφει για κάποια στιγμή τους διαβολικούς σχεδιασμούς που επέδειξε στην παρούσα περίπτωση.

Έχοντας αναγκάσει το παιδί να πιει κρασί στα όρια της μέθης, την πήρε στα χέρια του και την μετέφερε στην κρεβατοκάμαρά του, όπου ικανοποίησε τα κτηνώδη πάθη του. Αν είχε προβλέψει ωστόσο τις συνέπειες του εγκλήματός του είναι πιθανό να μην είχε αποτολμήσει την προσπάθειά του. Το παιδί όντας σε τρυφερή ηλικία άρχισε να αιμορραγεί ακατάσχετα και να κλαίει γοερά, την ίδια στιγμή που η πόρτα άνοιγε και ο ήρωάς μου συλλαμβανόταν να προσπαθεί να σταματήσει την αιμορραγία, μπουκώνοντας το στόμα του παιδιού με γλυκά ώστε να μην ακούγεται το κλάμα.

Κλήθηκε ένας γιατρός, ο οποίος εξετάζοντας το παιδί, ανακάλυψε αμέσως ότι είχε βιαστεί, εκφράζοντας την αμφιβολία του για το αν θα μπορούσε ποτέ να συνέλθει από τον τραυματισμό τον οποίο είχε υποστεί. Παρόλο που χρησιμοποιήθηκε κάθε δυνατό μέσο για να σταματήσει η αιμορραγία, το φτωχό παιδί λιποθύμησε, δίνοντας την εντύπωση στους παρευρισκόμενους (ένας εκ των οποίων ένας Μαλτέζος πλοιοκτήτης με το όνομα Elul που μόλις είχε φθάσει στην Αγία Μαύρα εκείνη τη μέρα και μου αφηγήθηκε τα γεγονότα) ότι είχε εκπνεύσει.

Ο αβρός παπάς μας ευτυχώς για εκείνον, συνελήφθη αμέσως, αφού αν δεν προστατευόταν από εκείνους που τον οδήγησαν στην φυλακή, δεν θα ζούσε σήμερα για να παριστάνει τον άγιο στους δρόμους της Μάλτας, αφού τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι κάτοικοι θα τον είχαν σκίσει τα δύο. Το φτωχό παιδί, το θύμα του πόθου του, αφού συνήλθε από την λιποθυμία, ανέκτησε όσες δυνάμεις ήταν αρκετές για να περιγράψει στους γονείς της τι της είχε κάνει το κάθαρμα και ύστερα βυθίστηκε ξανά σε λήθαργο. Η ζωή της ήταν απελπιστική για αρκετές εβδομάδες. Ο γιατρός μετά από περαιτέρω εξέταση ανακάλυψε ότι είχε επίσης μολυνθεί από τον βιαστή της από μια απαίσια, ακατονόμαστη ασθένεια. Ένα βέβαιο σημάδι ότι ο παπάς δεν είχε ζήσει ως τώρα με αυτήν την εγκράτεια την οποία θεωρούσαν ως προσόν του οι φίλοι του, οι οποίοι απέδιδαν σε συκοφαντίες την καταγγελία αυτών που γνώριζαν τον τρόπο που ζούσε στην πραγματικότητα και ιδιαίτερα την εις βάρος του κατηγορία από την Ελληνίδα, για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει.

Ενώπιον του Δικαστηρίου στη Ζάκυνθο, όπου μεταφέρθηκε για την δίκη, δεν υπερασπίσθηκε τον εαυτό του, αλλά απλώς είπε ότι ήταν αθώος και θύμα συνωμοσίας των χαλαρών ηθών ανθρώπων της Αγίας Μαύρας προκειμένου να τον καταστρέψουν.

Η ενοχή του αποδείχθηκε από την αυτοπρόσωπη παρουσία του παιδιού και του ιατρού που την είχε εξετάσει και επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία μερικών από εκείνους που ακούγοντας τα παιδικά ουρλιαχτά έσπασαν την πόρτα του σπιτιού του και τον βρήκαν να προσπαθεί να σταματήσει την αιμορραγία όπως έχουμε ήδη εξιστορήσει. Καταδικάστηκε από το Δικαστήριο σε 4 χρόνια σκληρής εργασίας ανάμεσα στους εγκληματίες της Αγίας Μαύρας, με μια αλυσίδα στο πόδι του, όπως συνηθίζεται σε εκείνους που αποκαλούνται κατεργάρηδες, καταδικασμένοι στις γαλέρες – μια πολύ επιεικής ποινή, αν λάβουμε υπόψη το έγκλημά του, αφού αν είχε διαπράξει το ίδιο έγκλημα στην Αγγλία, θα είχε τιμωρηθεί σίγουρα με θανατική ποινή.

Πέρασε τέσσερις μήνες της ποινής του αντιμετωπιζόμενος από τους συγκρατούμενούς του με τον πιο αισχρό και σκληρό τρόπο αυτή την περίοδο. Τον έβλεπες δίχως τα ράσα, ενδεδυμένο με τα ρούχα του κατάδικου να σκουπίζει τους δρόμους της Αγίας Μαύρας, μέχρις ότου ο Κορσικανός υπό αγγλική υπηρεσία στρατηγός Rivarola, χρησιμοποιώντας την επιρροή του στην κυβέρνηση, κατόρθωσε να επιτύχει απαλλαγή της ποινής του, όχι τόσο ως χάρη προς αυτόν τον αχρείο αλλά για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της οποίας ήταν λειτουργός και στην οποία ο στρατηγός ήταν και είναι πολύ προσκολλημένος.

Μέσω των δικών του ενεργειών, απαλλάχθηκε και στάλθηκε στη Μάλτα, όπου σύντομα έγινε πάλι ευσεβής και αρνητής της ενοχής του. Τα ψεύτικα λόγια του και η αληθοφανής του ιστορία, έκαναν πολλούς να πιστεύουν ότι ήταν όντως το θύμα μιας αδικίας, και ακόμη και ο προϊστάμενός του ήταν ο πρώτος που έγραψε στον επικεφαλής των Καπουτσίνων στη Ρώμη, να τον αποκαταστήσει στην προ-υφιστάμενη αξιοπρέπεια και να επαναφέρει όλες τις τιμές της ιεροσύνης του.

Τώρα βρίσκεται στη Μάλτα, όπου ασκεί τα καθιερωμένα του καθήκοντα και θεωρείται ως άγιος από το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Το αν και κατά πόσο τα πεπραγμένα του στην Αγία Μαύρα τον έχουν θεραπεύσει από την τάση του προς συγκεκριμένα παραπτώματα, δεν είμαι σε θέση να το κρίνω, αν και είναι πολύ πιθανό μιας και δεν είναι πολύ μεγάλος σε ηλικία, πως αυτή η αποκάλυψη και προσβολή να τον έχουν κάνει πιο συνετό και εγκρατή και πως όταν επιλέγει να υποκύπτει στην αρρωστημένη του στιγμιαία ευχαρίστηση, πρέπει να φροντίζει να μην γίνεται αυτό εις βάρος δωδεκάχρονων παιδιών».

[1] Derivative work (colorised postcard) from a photograph by Salvatore Lorenzo Cassar, Public domain, via Wikimedia Commons.

(Πηγή: nikitaspsathas.wordpress.com – ο σύνδεσμος μας στάλθηκε από τον συντάκτη του άρθρου)



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        









Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.