Ο Παναγούλης ζει – ένας Άνθρωπος-φως σε μια σκοτεινή εποχή! | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Κυ, Μάι 10th, 2026

Ο Παναγούλης ζει – ένας Άνθρωπος-φως σε μια σκοτεινή εποχή!

panagoulos_syvros

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σύβρου Αντελικός, στο πλαίσιο των πενθήμερων εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παναγούλη, διοργάνωσε κεντρική εκδήλωση στις 30 Απριλίου 2026 στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού.

Την εκδήλωση πλαισίωσε η έκθεση φωτογραφικών ντοκουμέντων από τη ζωή, τους αγώνες, τα βασανιστήρια, τη δίκη και τον θάνατό του.

Τις ενθυμήσεις από τα παιδικά του χρόνια στο Σύβρο διηγήθηκαν δύο από τους γηραιότερους κατοίκους του χωριού, οι Θεμιστοκλής Δευτεραίος (Μούστας) και ο συμμαθητής του, Μαρίνος Μπελεγρίνος.

Η ανιψιά του Αλέξανδρου Παναγούλη, Αγγελική Μπελεγρίνου, εμφανώς συγκινημένη, μίλησε για την τρυφερή επαφή που είχαν όταν αυτή ως μικρό κορίτσι τον πρωτοσυνάντησε στο σπίτι του στη Γλυφάδα. Αλλά και για τη θεία της, εξαδέλφη του Παναγούλη, Τασία Μελά, που του συμπαραστάθηκε όσο μπορούσε πριν, κατά τη διάρκεια της δίκης του αλλά και μετά.

Η ποιήτρια Νόνη Σταματέλου, με τη μεστή και πυκνή ομιλία της αναφέρθηκε τόσο στον Άνθρωπο, όσο και στον αγωνιστή αλλά και στον ποιητή Αλέξανδρο Παναγούλη, στην ιστορική διαδρομή του, τη φυλάκισή του, τις αποδράσεις του, και τη μετέπειτα πορεία του στα πολιτικά πράγματα ως την τραγική κατάληξη του αδιευκρίνιστου θανάτου του.

Την ομιλία της άνοιξε με ένα απόσπασμα από το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε Λα Φουέντε»:

«…μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως από καιρό τώρα –και προπαντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα– είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς».

Και συνεχίζει: «Αν ανοίξουμε κάποια μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο, διαβάζουμε ότι ο Αλέκος Παναγούλης ήταν Έλληνας πολιτικός και ποιητής, κορυφαία μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα. Τα νέα παιδιά σήμερα σπάνια θα πέσουν πάνω στη συγκεκριμένη σελίδα της Ιστορίας.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στη Γλυφάδα στις 2 Ιουλίου 1939 και ήταν το δεύτερο παιδί του αξιωματικού του στρατού Βασιλείου Παναγούλη απ’ τη Δίβρη του νομού Ηλείας και της Συβριώτισσας Αθηνάς Κακαβούλη.

Ως φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων-Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου αναδείχθηκε ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και ήταν μέλος του κεντρικού συμβουλίου της ΟΝΕΚ (νεολαίας της Ένωσης Κέντρου).

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου πέρασε αμέσως στην παράνομη δράση κατά της χούντας των συνταγματαρχών αφού λιποτάκτησε απ’ το στρατό.

Ήταν ο ηγέτης της οργάνωσης “Εθνική Αντίσταση”. Μετά τη λιποταξία του κατέφυγε για μικρό διάστημα στην Κύπρο και μετά την επιστροφή του στην Αθήνα οργάνωσε την περίφημη απόπειρα δολοφονίας τού αρχηγού της δικτατορίας Γεωργίου Παπαδόπουλου, την οποία επιχείρησε στις 13 Αυγούστου 1968 στη λεωφόρο Αθηνών-Σουνίου, κοντά στο Λαγονήσι όπου βρισκόταν η πολυτελής βίλα του δικτάτορα. Η απόπειρα απέτυχε, η έκρηξη έγινε λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Παναγούλης συνελήφθη κρυμμένος στα βράχια της παραλίας και οδηγήθηκε στο κρατητήριο της ΕΣΑ, όπου βασανίστηκε με απάνθρωπη σκληρότητα για να καταδώσει τους συνεργάτες του αλλά δεν ομολόγησε τίποτα.

Στις 17 Νοεμβρίου 1968 καταδικάσθηκε δις εις θάνατον από το Στρατοδικείο Αθηνών και σε ποινές φυλάκισης 11 συγκατηγορούμενοί του, μέλη της οργάνωσης “Εθνική Αντίσταση”. Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε, χάρη στην κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης (διαμαρτυρίες κομμάτων και οργανώσεων, λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε όλο τον κόσμο, διαβήματα κυβερνήσεων, εκκλήσεις προσωπικοτήτων όπως του Πάπα Παύλου του 6ου και του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Ου Θαντ).

Παρέμεινε, ωστόσο, για πέντε χρόνια έγκλειστος στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου. Στις 5 Ιουνίου 1969 δραπέτευσε μαζί με τον δεσμοφύλακά του δεκανέα Γιώργο Μωράκη, αλλά συνελήφθη μετά από τρεις ημέρες, προδομένος από έναν εξάδελφό του, ο οποίος εισέπραξε την αμοιβή της επικήρυξής του. Κλείστηκε στην απομόνωση στις φυλακές Μπογιατίου, απ’ όπου επιχείρησε ακόμη δύο φορές να δραπετεύσει, δείχνοντας έτσι τις ακατάλυτες δυνάμεις που έκρυβε μέσα του.

Η περήφανη και ασυμβίβαστη στάση του έναντι στους στρατοδίκες της χούντας και τους βασανιστές του τον ανέδειξαν σε ηρωική μορφή τού αντιδικτατορικού αγώνα. Ο ηρωισμός του και η ανδρεία του αναγνωρίστηκαν και από τους ίδιους τους βασανιστές του.

Τελικά, τον Αύγουστο του 1973, ο Παναγούλης αφέθηκε ελεύθερος, λόγω της γενικής αμνηστείας που δόθηκε στους πολιτικούς κρατούμενους από τη χούντα, σε μια προσπάθεια εικονικής φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος. Λίγο μετά, είχε μια συνάντηση στην Αθήνα, η οποία σημάδεψε την υπόλοιπη ζωή του. Η Ιταλίδα δημοσιογράφος πολεμική ανταποκρίτρια Οριάνα Φαλάτσι, είχε κάνει τα αδύνατα δυνατά για να εξασφαλίσει μια συνέντευξη μαζί του και τελικά τα κατάφερε. Εκείνη η πρώτη τους επαφή ήταν καθοριστική και για τους δυο τους, ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα ο ένας τον άλλο και ξεκίνησαν μια σχέση που τη σταμάτησε μόνο ο θάνατος.

Τη συνάντησή τους περιέγραψε με υπέροχο τρόπο, η ίδια η Φαλάτσι, στο πολύκροτο βιβλίο της “Ένας άνδρας” (Un uomo), που κυκλοφόρησε το 1979 και μεταφράστηκε σε πάνω από 20 γλώσσες.:

Ήταν σε εκείνη τη συνέντευξη που ο Παναγούλης είπε στην Φαλάτσι την περίφημη φράση του: “Δεν επεδίωξα να σκοτώσω. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω άνθρωπο. Επεδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο”.
………………………….

Λίγο μετά, αναχώρησαν μαζί από την Ελλάδα και κατέληξαν στην πατρίδα της Φαλάτσι, τη Φλωρεντία, όπου ο Παναγούλης, πιστός στον σκοπό του, άρχισε να οργανώνει ομάδες αντίστασης κατά των συνταγματαρχών. Το Πολυτεχνείο είχε ήδη διαλύσει τα θεμέλια της χούντας και η οριστική πτώση της το καλοκαίρι του 1974, βρήκε τον Παναγούλη να επιστρέφει στην Ελλάδα.

Αμέσως ανασύστησε την ΕΔΗΝ (Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία), την οποίας υπήρξε αρχηγός μέχρι τον θάνατό του. Στις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης, στις 17 Νοεμβρίου του 1974, ο Παναγούλης εξελέγη βουλευτής στη Β’ Αθηνών, με την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (ΕΚ-ΝΔ), θέτοντας ως πρωταρχικό του στόχο την αποκάλυψη όσων πολιτικών είχαν συνεργαστεί με τη χούντα και την απομόνωσή τους από το πολιτικό σκηνικό. Οι έρευνές του και οι δημόσιες καταγγελίες του, τον έφεραν σε ρήξη με το κόμμα του, αφού υποστήριζε πως είχε αδιάσειστες αποδείξεις για τη συνεργασία βουλευτών και υπουργών με το καθεστώς των συνταγματαρχών.

Τον Απρίλιο του 1976 διαφώνησε με την πολιτική τού κόμματός του κι
έγινε ανεξάρτητος.

Την Πρωτομαγιά του 1976 βρήκε τραγικό θάνατο κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος του Αγίου Δημητρίου, όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε, το αγαπημένο του φίατ μιραφιόρι, η Άνοιξή του όπως το έλεγε, εξετράπη της πορείας του κι έπεσε σ’ ένα υπόγειο κατάστημα. Ο Τύπος της εποχής έγραψε ότι κάποιοι ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση, επειδή είχε στην κατοχή του απόρρητα έγγραφα της δικτατορίας που έδειχναν τις σχέσεις γνωστών πολιτικών προσώπων της μεταπολιτευτικής περιόδου με τη δικτατορία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε και τα δημοσιεύματα παρέμειναν στο επίπεδο της εικασίας.

Η κηδεία του έγινε στις 5 Μαΐου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας .

Ήταν η πρώτη κηδεία ενός αγωνιστή κατά της χούντας στη Μεταπολίτευση, γι΄αυτό μετατρέπεται σε αντιχουντικό, αντιφασιστικό συλλαλητήριο, με χιλιάδες κόσμου να έχουν κατακλύσει τους δρόμους της πρωτεύουσας.
……………………………………

Ο Αλέκος Παναγούλης δεν ήταν εξαρχής ένας “ήρωας της Ιστορίας”. Ήταν ένας πολύ νέος άνθρωπος με σπουδές, με προοπτική, με ένα μέλλον σχεδόν εξασφαλισμένο. Θα μπορούσε να ζήσει ήσυχα, να ακολουθήσει μια προσωπική διαδρομή επιτυχίας και ασφάλειας. Κι όμως, διάλεξε το αντίθετο: συνειδητά μπήκε στον δρόμο του κινδύνου, της φυλακής και των βασανιστηρίων.

Αυτό που συγκλονίζει δεν είναι μόνο η πράξη αντίστασης· είναι η επιλογή να μη λυγίσει όταν όλα γύρω του ήταν φτιαγμένα για να τον κάνουν να λυγίσει.

Η υπεράνθρωπη αντοχή του στα βασανιστήρια μαζί με την αγέρωχη στάση του στο Στρατοδικείο του προσδίδουν λεβεντιά. Και μεγαλείο. Κυρίως η απολογία του που τον καθιστά έναν σύγχρονο Προμηθέα. Θέλω να νικήσω αφού δεν μπορώ να νικηθώ!!!

Ο Παναγούλης είχε το θράσος, την τρυφερότητα και το εκτόπισμα ενός αγριολούλουδου που ανθίζει στην πέτρα…

…. Με συγκίνηση και ευθύνη στεκόμαστε σήμερα εδώ, στη Λευκάδα, για να τιμήσουμε τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο ενός ανθρώπου που έζησε και έφυγε με το όνομα της ελευθερίας γραμμένο βαθιά στην ύπαρξή του.

Η σημερινή μνήμη αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε αυτόν τον τόπο. Σαν να επιστρέφει ένας δικός μας άνθρωπος για να μας υπενθυμίσει τι σημαίνει να στέκεσαι όρθιος όταν γύρω σου όλα γονατίζουν…

… Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν έφυγε από τη ζωή. Ζούσα εδώ, στη Λευκάδα. Σε εκείνη την ηλικία που ο κόσμος ανοίγει απότομα μπροστά σου και αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως η ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό· είναι κάτι που μπορεί να συμβεί δίπλα σου, μέσα στη ζωή σου. Θυμάμαι τη συγκίνηση, τη σιωπή, τον θαυμασμό. Θυμάμαι το αίσθημα πως ένας νέος άνθρωπος είχε γίνει σύμβολο πριν προλάβει να γεράσει. Και ίσως αυτό να είναι το πιο συγκλονιστικό: ο Αλέκος Παναγούλης δεν πρόλαβε να γίνει μύθος με τον χρόνο· έγινε μύθος με το θάρρος του. Η πράξη της αντίστασής του απέναντι στη δικτατορία δεν ήταν μόνο πολιτική πράξη. Ήταν μια βαθιά ανθρώπινη πράξη αξιοπρέπειας.

Αργότερα, μεγαλώνοντας, τον συνέδεσα μέσα μου με έναν άλλο αγαπημένο ποιητή της ελευθερίας, τον Federico García Lorca. Όχι γιατί οι ζωές τους ήταν ίδιες, αλλά γιατί και οι δύο στα 37 τους χρόνια έγιναν σύμβολα μιας εποχής που φοβήθηκε τη φωνή τους. Και γιατί και οι δύο απέδειξαν πως η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια — είναι πράξη αντίστασης…..

… Ο Αλέκος Παναγούλης δεν είναι μόνον ο μεγαλύτερος ήρωας της μεταπολεμικής Ελλάδας. Είναι κάποιος που επαναπροσδιορίζει, για λογαριασμό όλων μας, την έννοια της ανθρώπινης αξίας. Οι μηχανές τεχνητής νοημοσύνης δεν θα τον καταλάβουν ποτέ».

Στη συνέχεια διαβάσαμε ποιήματα που έγραψε κατά τη διάρκεια της απομόνωσής του στις Στρατιωτικές Φυλακές στο Μπογιάτι. Τα περισσότερα γραμμένα με το αίμα του πάνω σε χαρτάκια από τσιγάρα ή σε σπιρτόκουτα κυκλοφόρησαν σε πρώτη έκδοση το 1970 από τις εκδόσεις Παπαζήση με τον γενικό τίτλο «Τα ποιήματα».

Η προβολή του ντοκυμαντέρ από το ιστορικό αρχείο της ΕΡΤ με το κείμενο του δημοσιογράφου Γιάννη Φάτση, καθώς και το ντοκουμέντο του Ιταλού συγγραφέα Σιλβάνο Αγκόστι ήταν άκρως διαφωτιστική.

Στο μουσικό μέρος της εκδήλωσης οι καταξιωμένοι μουσικοί Γιώργος Ρούγκας και Σταύρος Κύρλας τραγούδησαν μελοποιημένους στίχους του Παναγούλη από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους συνθέτες.

Στον Σύλλογο αξίζουν συγχαρητήρια για αυτή την πρωτοβουλία. Απέδειξε στην πράξη ότι δεν υιοθετεί την παράδοση σαν μια στείρα καλλιτεχνική απομίμηση, που είναι πλέον και το πιο εύκολο, αλλά συμβάλλει με τις δράσεις του στην ανέλιξη του χωριού ως τόπο παραγωγής πολιτισμού.

Όταν ακόμη κι αυτή η παράδοση επιστρατεύεται προς χάριν του τουρισμού, ένας μικρός μα δυναμικός σύλλογος αναδεικνύει άλλα πρότυπα, ενισχύοντας τη συλλογική μνήμη, μη ξεχνώντας ότι η ιστορική μνήμη και ο πολιτισμός διαμορφώνουν τη συλλογική ταυτότητα.

Μην ξεχνάμε ότι η απαξίωση στις μικρές κοινότητες και στα χωριά, που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια με περιστολή των δαπανών ακόμα και για τις βασικές υποδομές των κατοίκων, τα έχει οδηγήσει σε μαρασμό. Ωστόσο, ο σεβασμός στο φυσικό περιβάλλον του χωριού, η συλλογικότητα και ο εθελοντισμός των κατοίκων για την ανάδειξή του αποτελούν πράξεις καθημερινής πολιτιστικής στάσης και απαραίτητου παραδειγματισμού για την υπόλοιπη Λευκάδα.

Οι αγώνες ορεινού τρεξίματος που φέρουν τιμητικά το όνομα του Παναγούλη εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια του συλλόγου να δημιουργήσει δεσμούς όχι μόνο με φορείς και την κοινωνία αλλά με το ίδιο το φυσικό περιβάλλον που στις μέρες μας μένει απροστάτευτο και καταπατείται συνεχώς.

Ευχόμαστε στον Αντελικό να δημιουργεί πάντα αξιόλογες εκδηλώσεις, θέτοντας ψηλά τον πήχυ, μακριά από την εμπορευματοποίηση θεσμών και αξιών.

Η σεμνή εκδήλωση άλλωστε για τον ήρωα το αποδεικνύει περίτρανα!

Ευαγγελία Κούρτη



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>