Τρία «βροχερά» ποιήματα της Νόνης Σταματέλου
ΟΥΡΑΝΟΣ
Ξημέρωσε κι ακόμα βρέχει
Να δεις που λέξη δεν θα γράψω πάλι
Πάντα τον ζήλευα τον ουρανό
που βρίσκει τόσο εύκολα τρόπο να κλάψει…
ΕΒΡΕΧΕ
Έβρεχε δυνατά ως το πρωί
Κι έφερε κάτι η βροχή απ’ το παλιό μας σπίτι
Τα σύννεφα είχαν κρύψει το φεγγάρι
όπως και τότε το δάκρυ της μάνας
που ούτε μια φορά δεν άφησε να δούμε
Πάντα κρυφά έκλαιγαν οι μανάδες μας
Άλλοτε πίσω απ’ την απλωμένη μπουγάδα
άλλοτε πάλι πίσω απ’ τα λιόδεντρα.
ΖΑΛΙΝΑ
Έβρεχε όλη νύχτα στη Μονμάρτη.
Το κορίτσι που ετοιμάζει τα πρωινά
γελάει συγκρατημένα.
Η μαντήλα την ωριμάζει
αν και δεν είναι ούτε τριάντα.
Στην Τσετσενία ήταν όμορφη η βροχή.
Εργάζεσαι πολύ, της είπαμε σε σπασμένα Γαλλικά
αφού μετά τα πρωινά
τη βρήκαμε να καθαρίζει τα δωμάτια.
Ναι. Ήμουν δασκάλα μαθηματικών.
Μιλάει λίγο
Και τα μάτια της προδίδουν
μια επανάσταση που έμεινε στη μέση.
Μεθυσμένοι τουρίστες στο πεζοδρόμιο,
σκλάβοι μιας ελευθερίας δεδομένης.
Βραδιάζει στη Μονμάρτη
Στην Τσετσενία πάντα ήταν σαν μέρα
Λάμπει ακόμα στο μυαλό
Όπως λάμπουν
Όλες οι πατρίδες που αφήνεις.
«Συνάδελφοι», ψελλίσαμε
προφέροντας αδέξια τη λέξη
κι όχι γιατί μας έφταιγε η γλώσσα
μα η εκ του ασφαλούς συμπαράσταση
στους εξόριστους αδελφούς μας όπου γης.
















































































