Σαν σήμερα το 1944 ξεκινά στο Λαϊνάκι Λευκάδας μια από τις φονικότερες μάχες της Κατοχής | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Τε, Ιουν 16th, 2021

Σαν σήμερα το 1944 ξεκινά στο Λαϊνάκι Λευκάδας μια από τις φονικότερες μάχες της Κατοχής

6_lainaki

Σαν σήμερα το 1944 ξεκινά στο Λαϊνάκι της Λευκάδας μια από τις φονικότερες μάχες της Κατοχής όπου ο ΕΛΑΣ αντιμετωπίζει τις συνδυασμένες δυνάμεις Ταγματασφαλιτών, ΕΔΕΣιτών και Γερμανών.

ευσταθιος λιακας καπεταν Φουρτουνας p.liotsos__kapetan_korakas_
Αριστερά: Ο καπετάν Φουρτούνας (Ευστάθιος Λιάκας) – Δεξιά: Ο καπετάν Κόρακας (Παντελής Λιότσος)

Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Κώστας Κολυβάς (Μπερδεμπές), που είχε πάρει μέρος στη μάχη με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ Αλεξάνδρου και είχε τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι, μας είχε αφηγηθεί για τη Μάχη στο Λαϊνάκι:

Πριν από τη Μάχη της Λευκάδας βρισκόταν με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ για κάνα μήνα στον Αη Δονάτο, στην Εγκλουβή. «Σκότωναν τα στελέχη μας» λέει ο μπάρμπα Κώστας και ότι η μάχη έγινε «για να αφοπλιστούν» οι Ράλληδες. Είναι γεγονός ότι αυτό συνέβαινε και ακόμη ότι, ιδιαίτερα τα κοντινά ΕΑΜοκρατούμενα χωριά, Εγκλουβή, Βαυκερή, Αλέξανδρος, Πλατύστομα μαστίζονταν κυριολεκτικά από τις επιδρομές, το πλιάτσικο, τις απειλές και τις ενοχλήσεις των «οπλαρχηγών» της Δεξιάς με αποτέλεσμα οι ντόπιοι να μην μπορούν να καλλιεργήσουν την περιουσία τους, ούτε να μαζέψουν τη σοδειά.

«Η μάχη έλεγαν ότι θα γίνει», συνεχίζει ο μπάρμπα Κώστας, και ότι δεν θα πρέπει κανείς να προβεί σε αντίποινα στα χωριά που θα μπαίναμε. «Κοντεύουν οι μέρες… ψιθυρίζονταν. Αυτοί βρίσκονταν απέναντι από τον Αη Δονάτο και έριχναν που και που καμιά τουφεκιά. Το πρωί, στις 16 Ιούνη του ’44 έγινε η επιχείρηση. Τους βγάλαμε… Μπήκαμε στον Αη Λιο. Εγώ δεν μπήκα. Είμαστε σε άλλη ομάδα 28-30 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν Κεφαλονίτες που είχαν έρθει με τον καπετάν Φουρτούνα και ένας, από το Θιάκι, ο Γιώργος Κουτσουβέλης. (Δες πιο κάτω πως περιγράφει τη μάχη ο Γιώργος Κουτσουβέλης, ο οποίος είχε επισκεφτεί μετά από πολλά χρόνια τον Κώστα Κολυβά στη Νικιάνα που έμενε).

Στην ομάδα μου ντόπιοι Λευκαδίτες ήταν ο δάσκαλος Χρήστος Βλάχος, η Τζαβέλαινα, ο άντρας της (Τζαβέλας) και ο Σταυράκης (Σταύρος Βρεττός) -συχωριανός μου από τα Κολυβάτα- που σκότωσαν αργότερα μετά τη μάχη οι συνεργάτες των Γερμανών. Μας έδωσαν έναν ντόπιο σύνδεσμο, Αηλιώτη, για να μας πάει κοντά και να τους βγάλουμε. Μας πρόδωσε όμως, έφυγε τη νύχτα, και τους είπε που βρισκόμαστε. Δεχτήκαμε επίθεση. Άρχισαν να χτυπάνε και οι Γερμανοί, που τους κάλεσαν σε βοήθεια, με τους όλμους. Οι περισσότεροι διαλύθηκαν. Μείναμε εγώ, ο Γιώργος Κουτσουβέλης που κρατούσε το οπλοπολυβόλο, η Τζαβάλαινα με τον άντρα της και ο Χρήστος Βλάχος. Ο Γιώργος που είχε το οπλοπολυβόλο δεν μπόρεσε να το χρησιμοποιήσει, έπαθε εμπλοκή και αχρηστεύτηκε, το πέταξε. Τους κρατούσαμε με τα λιανοτούφεκα…».

Εκεί τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι. Το έδεσε πρόχειρα με μια πετσέτα. Τον βοήθησε και ο Γιώργος, ο Θιακός. Οι άλλοι είχαν σκορπίσει στον πανικό που ακολούθησε. Έχανε πολύ αίμα. Βγήκε με τα χίλια ζόρια στον Αη Δονάτο. Εκεί ήταν ο γιατρός ο Γληγόρης με κάποιους άλλους τραυματίες (Σεραφείμ και έναν Κεφαλονίτη). Τους άλλους τραυματίες που ξέμειναν τους έσφαξαν όλους. Τον περάσαν στο Δρυμώνα. Πάνω σε μια σκάλα τον κατέβασαν στην παραλία στο Καλαμίτσι μήπως μπορέσουν να φύγουν για Κεφαλονιά. Οι Γερμανοί είχαν κλείσει με καΐκια το νησί. Η φυγή ήταν αδύνατη. Από κει έφυγαν για τον Άγιο Νικήτα και τους πήγαν σε ένα σχολειό που χτιζόταν την εποχή εκείνη. Οι Γερμανοί μπαίνουν στο χωριό. Τον παίρνουν και τον αφήνουν μέσα σε ένα αμπέλι… Διψούσε… μια γριούλα που περνούσε από κει του πετάει ένα κομμάτι ψωμί. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί ήρθαν από το χωριό του και τον πήραν.

Στη συνέχεια ταλαιπωρήθηκε αρκετά με τον τραυματισμό του χεριού του. Δεν στεκότανε, πήγαινε εδώ κι εκεί, από μια πέτσα κρεμότανε, είχε πάθει ζημιά το κόκαλο. Από τη Λευκάδα πηγαίνει στη Βόνιτσα όπου ήταν ένα αναρρωτήριο του μόνιμου ΕΛΑΣ. Δεν το δεχθήκανε λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του. Τον στείλανε στη Λεπενού, όπου έκατσε κάνα μήνα και μετά πήγε στο Αγρίνιο.

Αργότερα, ο τραυματισμός αυτός θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για τον καπετάν Γιαννούλη να μην τον πάρει στην ομάδα του, που είχε συγκροτήσει με τους ένοπλους καταδιωκόμενους αγωνιστές της Λευκάδας, όταν πέρασε από το χωριό του, τα Κολυβάτα. Ο μπάρμπα Κώστας του προτείνει να πάει σαν σύνδεσμος. Ο θρυλικός καπετάνιος της Λευκάδας, ο Πάνος Γιαννούλης, δεν τον δέχτηκε, ήθελε ετοιμοπόλεμους, άντρες που να μπορούν να κρατούν τουφέκι. Δύσκολοι βλέπετε οι καιροί.

Ο Θιακός Γιώργος Κουτσουβέλης (Κοντηλάτος) που ήταν στο ίδιο τμήμα με τον μπάρμπα Κώστα, βοηθώντας τον μετά τον τραυματισμό του, γράφει για τη μάχη («Αναμνήσεις από την Κατοχή και το Αντάρτικο», 1992, Εκδόσεις Σπύρος Δενδρινός, Σελ. 17-24):

«Την 11η Ιουνίου του 1944 στο χωριό μας βρισκόταν ένας καπετάνιος του ΕΛΑΣ ονόματι Φουρτούνας. Συνεννοήθη με την τοπική οργάνωση του χωριού μας και το απόγευμα βρεθήκαμε εις τον Σταυρό 18-20 Κονιώτες. Όταν φτάσαμε στο Σταυρό βρήκαμε επίσης και πενήντα δυο Κεφαλονίτες, εκ των οποίων γλύτωσαν από αυτή την επιχείρηση μόνο ένας ή δύο. Το σούρουπο ο Φουρτούνας βλέποντας ότι είχαμε μια φοβία και επειδή εις τον Σταυρό είχε έρθει και ο πατέρας του Πάνου, Αποστόλης, και παρακαλούσε για το παιδί του, ανέβηκε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας και είπε: «Θιακοί, απόψε θα κάνουμε απόβαση εις την Λευκάδα. Εκεί δεν έχει μαντολίνα και κιθάρες, αλλά όπλα και σφαίρες και όποιος από εσάς φοβάται μπορεί να φύγει». Είδα τους συγχωριανούς μου να αποχωρούν από τον χώρο συγκεντρώσεως και εμείναμε μόνον τρεις, ο Μίμης Δευτεραίος, ο Πάνος Καλλίνικος κι εγώ.

Το βράδυ, περίπου ώρα 8.30, κατεβήκαμε στις Φρίκες και με δυο καΐκια το «Τσαρούχι» και τον «Αγ. Δημήτρη» έγινε απόβασις εις την Πλάκα της Νηράς εις την Λευκάδα. Το πρωί και μετά από δύο ώρες πορεία σε άγρια μέρη, βρεθήκαμε στο μοναστήρι Άγιος Νικόλαος Νηράς, εκεί μας περιμένανε και άλλοι ντόπιοι αντάρτες με καπεταναίους Κόρακα – Κατσιγιάννη – Κατσίμπα και κάποιον Φατούρο, διοργανωτή της επιχειρήσεως Λευκάδος. Μας είχαν ψητές γίδες και αφού φάγαμε αναχωρήσαμε για το Αθάνι. Εμείναμε τρεις ώρες και μαζί μας ακολούθησαν μια δεκαπενταριά ντόπιοι Αθανιώτες, μετά περάσαμε το Δράγανο και από εκεί καταλήξαμε εις την Εγκλουβήν.

Το βράδυ άλλοι εμείναμε στο σχολείο και άλλοι απέναντι σε κάτι χωράφια, μας μοίρασαν ψωμί, τυρί, εληές και καπνό… ήταν το πρώτο τσιγάρο που έβαλα στο στόμα μου, 18 ετών. Την επομένη 17 Ιουνίου επήγαμε εις την Καρυά και ο Κόρακας με τον Φορτούνα έβγαλαν λόγο και είπαν το σκοπό της επιχειρήσεως αυτής, την οποία μετά από τόσα χρόνια εγώ ο ίδιος δεν εμπόρεσα να καταλάβω.

Επιστρέφοντας πάλι προς την Εγκλουβή ήρθαν μαζί μας πολλοί ντόπιοι του εφεδρικού ΕΛΑΣ καθώς και δύο διμοιρίες του μονίμου από το Ξηρόμερο. Όπως μάθαμε δικοί μας σύνδεσμοι είχαν έρθει σε συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς των Καλατζαίων οι οποίοι ανήκαν εις την δεξιάν οργάνωσιν να μας παραδώσουν 400 ή 450 όπλα διότι όπως είπαν συνεργάζοντο με τους Γερμανούς. Η παράδοσις των όπλων καθυστερούσε και όταν οι δικοί μας κατάλαβαν ότι η καθυστέρησις γινόταν σκόπιμα ώστε να ειδοποιηθούν οι Γερμανοί ήταν λίγο αργά.

Συγκεντρωθήκαμε στα αλώνια της Εγκλουβής και αφού χωριστήκαμε σε 14-15 διμοιρίες των 32 ανδρών, ο Φουρτούνας μας έβγαλε ένα πύρινο λόγο «αύριο και μετά την μάχη θέλω να σφίξω σε έναν έναν το χέρι από εσάς». Μαζί μας ήταν και δύο διμοιρίες του μόνιμου ΕΛΑΣ, παιδιά που είχαν λάβει μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών, εμπειροπόλεμοι και αποφασισμένοι. Η διμοιρία μου αποτελείτο από 32 άνδρες και μαζί μας ήταν η Τζαβέλαινα. Τη νύχτα αναχωρήσαμε με κατεύθυνση προς Άγιο Ηλία, μέρη άγνωστα σ΄ εμάς, βράχια που αλλού πάταγες και αλλού βρισκόσουν, εμέ μου είχαν δώσει ένα οπλοπολυβόλο.

Κάποτε χάραξε και όπως μάθαμε η διμοιρία μας απείχε 150 μέτρα από τα φυλάκια των Γερμανοράλληδων, όταν κατάλαβαν ότι είμαστε κοντά τους και έτοιμοι να επιτεθούμε εγκατέλειψαν τα φυλάκια και θυμάμαι ένας μας φώναζε «άντε ρε κερατάδες σας αφήνουμε και έτοιμο φαγητό». Πράγματι, μες το φυλάκιο που είχαν εγκαταλείψει βρήκαμε χοιρινό ψητό.

Η επίθεσις είχε αρχίσει με «αέρα». Τρέχαμε χωρίς να μας φοβίζει τίποτε σε ένα κατηφορικό κάμπο. Είδα και το Φουρτούνα στο άλογό του και σε άλλο άλογο το σαλπιγκτή, ο οποίος σάλπιζε «προχωρείτε προχωρείτε», από τις σπάνιες στιγμές της ζωής μου. Η επίθεση κράτησε έως το χωριό Άη Λιος, το οποίο καταλάβαμε. Το απόγευμα ανεβήκαμε αριστερά του χωριού σε ένα βουνό που νομίζω ότι το έλεγαν Κομπλιό, μας φέρανε νερό σε ασκοπούλια από λάδι και φαγητό. Το βράδυ και μετά από κλήρο νομίζω, η δική μου διμοιρία διετάχθη να προχωρήσει αρκετά κατά βάθος ώστε το πρωί να γίνει βοηθούμενη από το βαρύ οπλισμό του Τάγματος, τρεις όλμοι και τρία βαριά πολυβόλα, το ένα θυμάμαι για βάση είχε έναν κορμό δένδρου, η γενική επίθεσις. Το ίδιο βράδυ όμως κατέφθασαν γερμανικές ενισχύσεις.

Προχωρήσαμε 3-4 ώρες μες τη νύχτα στα απάτητα χώματα της Λευκάδος και βρεθήκαμε σε ένα βουναλάκι που το έλεγαν Λαϊνάκι. Τι έγινε δεν μπορώ να καταλάβω, ή ο σύνδεσμος μας πρόδωσε ή μας αντιλήφθηκαν οι αντίπαλοι. Η ουσία είναι ότι δεν μου έμπαινε ύπνος όλη την υπόλοιπη νύχτα, με είχε πιάσει ένα συχνοκατούρημα και μου φαίνεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, σαν να άκουγα βήματα να μας πλησιάζουν. Ξύπνησα τον Πάνο που στην επίθεση αυτή ήταν γεμιστής οπλοπολυβόλου και μίλησα με τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Λιβιτσάνη που είχαμε μαζί μας.

Πριν καλά καλά ξημερώσει μας έβαλλαν κυκλικά, είμαστε περικυκλωμένοι. Φωνάζοντας μας έριχναν χειροβομβίδες, μία έπεσε κοντά μου και μου αχρήστευσε το οπλοπολυβόλο. Είχε πλέον ξημερώσει, πλησιάζω τον ανθυπολοχαγό και του λέω «είναι ώρα για υποχώρηση», αυτός όμως τίποτε, επέμενε ενώ έβλεπε ότι δεν είχαμε ελπίδα καμιά. 3-4 αντάρτες είχαν χτυπηθεί, η Τζαβέλαινα είχε φάει μια χειροβομβίδα ιταλική στο πρόσωπο και καταματωμένη μου έλεγε να της πάρω το όπλο και να την αποτελειώσω. Σε κάποια στιγμή κι ενώ τα γερμανικά μυδράλια χτυπούσαν προς το τάγμα, 4-5 αντίθετοι Λευκάδιοι με τα μαχαίρια στα χέρια τους έσφαξαν σαν αρνιά, τότε μόνον ο ανθυπολοχαγός διέταξε να υποχωρήσουμε… Το τι έγινε δεν μπορεί νους ανθρώπου να το σκεφθεί. Υποχώρησις άτακτος, φορούσα ένα ζευγάρι άρβυλα Αλπινιστού ιταλικά με πρόκες γύρω γύρω και το δεξί μου πόδι μπερδεύτηκε σε ένα βράχο, εάν υπήρχε τρόπος… και το πόδι μου θα έκοβα για να γλυτώσω.

Μετά από προσπάθεια ξεκόλλησαν οι πρόκες και πάλι με την ψυχή στο στόμα άρχισα να τρέχω, στο δρόμο βρίσκω έναν τραυματία αντάρτη με το αριστερό χέρι χτυπημένο από σφαίρα ταμ-τουμ (ήταν ο Κώστας Κολυβάς-Μπερδεμπές), νομίζω ότι εάν δεν ήταν το σακάκι, το χέρι θα του είχε πέσει στο χώμα. Ήταν καταματωμένος, τον πήρα εις την αριστερά πλευρά μου και άρχισα να βαδίζω δύσκολα προς τον Άη Λια….

Εκατό μέτρα μπρος μου βλέπω έναν άλλον αντάρτη, ο οποίος υποχωρούσε σαν μεθυσμένος, παραπατούσε (σ.σ. ήταν ο Λευκαδίτης αντάρτης του ΕΛΑΣ Σεραφείμ). Του φωνάζω να σταματήσει για να με βοηθήσει, μα αυτός μου φώναζε ότι δεν μπορούσε. Αναγκάστηκα να πάρω το όπλο του αντάρτη τραυματία και έριξα μια τουφεκιά, αναγκάστηκε ο αντάρτης να σταματήσει. Πήγα κοντά του και έτρεμε. Τι έχεις του λέγω και μου λέγει «δεν ξέρω, είμαι τραυματίας», τον κοιτώ, αλλά δεν φαινόταν αίμα πουθενά αυτός όμως επέμενε ότι ήταν τραυματισμένος, τον κοιτώ καλά και βλέπω στο δεξιό πόδι στον μηρό μία μικρή κηλίδα αίμα, στο αριστερό πόδι μια μικρή τρύπα πράσινη… φορούσε παντελόνι χακί. Τον ρωτώ αλλά δεν το ήξερε και κατεβάζοντας το παντελόνι του, τι να δω. Η σφαίρα είχε περάσει το πόδι, την φύση η οποία ήταν έξι φορές μεγαλύτερη του φυσικού μεγέθους και είχε βγει από το άλλο πόδι, χωρίς να του πειράξει καθόλου το κόκκαλο. Νομίζω ότι εις ολόκληρο τον Παγκόσμιο Πόλεμο δεν θα υπήρχε τέτοιος τραυματίας.

Προχωρήσαμε και οι τρεις μαζί από ένα μονοπάτι κάτω από τον Άη Λιά, ήμουν κατακουρασμένος και περνώντας από ένα σπίτι, μία γριά γυναίκα μου έδωσε ένα ποτήρι τσίπουρο. Υποχωρούσαμε μαζί και οι τρεις αντάρτες προς την ανηφόρα απέναντι από τον Άη Λια, ένα τσοπανόπουλο μου έδωσε λίγο γάλα σε μία ξύλινη κούπα … δεν μπορούσα άλλο, τα πόδια μου δεν μπορούσαν να μεταφέρουν εμέ, πως είναι δυνατό να μεταφέρω και δύο τραυματίες μαζί μου; Τους έβαλα σε ένα μέρος ήσυχο, με τη φόδρα της χλαίνης μου έδεσα τον έναν τραυματία και με τη χλαίνη τους σκέπασα και τους δύο, μετά άρχισα να ανεβαίνω προς το βουνό. Σε μία στιγμή βλέπω τον Πάνο (σ.σ. Πάνος Καλλίνικος από το Κιόνι Ιθάκης), τον παρακαλώ να φύγει για να γλυτώσει αυτός και εάν καμιά φορά δει τον αδελφό μου να του πει ότι εκεί σκοτώθηκα.

Έχουν περάσει 37 χρόνια και δεν μπορώ όσο και να σκέφτομαι να καταλάβω τι έγινε. Λιποθύμισα ή αποκοιμήθηκα Μετά από αρκετή ώρα συνήλθα κάπως, σηκώθηκα στα πόδια μου, παντού ησυχία. Επήρα την απόφαση να παραδοθώ, άλλη λύση δεν υπήρχε. Ακολούθησα ένα μονοπάτι του βουνού, και εκατέβαινα όταν σε ένα μύλο δεξιά του Άη Λιά είδα να έχουν δέσει δύο Κεφαλονίτες για εκτέλεση. Αυτό ήταν! Έπρεπε με κάθε τρόπο να φύγω να γλυτώσω.

Φορούσα ένα κόκκινο πουλόβερ. Το βγάζω. Ένα πουκάμισο από τραπεζομάνδηλο καροτί, βγάζω και τα άρβυλα και το παντελόνι μου και μένω μ΄ ένα μαγιό μαύρο του Μπίτολα, μου το είχε δώσει ακριβώς την ημέρα που φύγαμε από το Κιόνι και το φόρεσα να κάνω μπάνιο. Μέσα στην τσέπη από το πουκάμισο βρήκα μια προκήρυξη που έγραφε «Γιατί Αγωνιζόμαστε». Για τη δικαιοσύνη, για τη λαοκρατία κ.λπ. Βρίσκω δυο τρία αγκάθια και τα καρφώνω επάνω στο πουλόβερ μου, δεν μπορώ να καταλάβω πως έβρισκα το θάρρος αυτό, μετά σιγά σιγά και συρόμενος μες τις μάζες κατόρθωσα μετά από διόμιση ώρες να φτάσω στην κορυφή του βουνού, κατόπιν με όση δύναμη μου είχε απομείνει παίρνω δρόμο. Οι πατούσες μου σχιζότανε απάνω στα σκληρά βράχια αλλά εγώ έτρεχα, έτρεχα και μετά από αρκετή ώρα βρήκα το επιτελείον Φουρτούνα-Κόρακα. Με ρώτησαν και μου είπαν ότι τους είπε ο Πάνος ότι είχα σκοτωθεί.

Μου είπε ο Φουρτούνας ότι αρκετό αίμα χύθηκε και βγάζοντας την τσάντα του μου σφράγισε ένα χαρτί για τον Άγιο Δημήτρη το καΐκι που κάναμε την απόβαση, έπρεπε να μας περιμένει στο ίδιο μέρος. Μου είπε όσους βρω Κεφαλονίτες και Θιακούς να τους πάω στη Νηρά που θα μας περίμενε το καΐκι. Από εκεί τράβηξα για τα αλώνια της Εγκλουβής, βρήκα μαζεμένους τους Κιονιώτες και τους 28 Κεφαλονίτες, τους διεβίβασα τη διαταγή του Φουρτούνα και μαζί πάνοπλοι πηγαίναμε προς τη Νηρά. Μου είχαν δώσει και ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο, ήμουν ντυμένος! Αρχηγό μας βάλαμε ένα λοχία του Αλβανικού Μετώπου, Δομένικο τον έλεγαν. Προχωρούσαμε προς τη Νηρά, περνώντας από το Αθάνι κάτω στη θάλασσα είδαμε 2-3 πριάρια. Σαν κάτι να με έσπρωχνε και τους λέω «ρε παιδιά δεν παίρνουμε ένα πριάρι γιατί εκεί που πάμε ίσως δεν βρούμε καΐκι». Δεν δέχθηκαν την πρότασή μου και πάλι κινήσαμε. Μετά 2-3 ώρες βρισκόμαστε στο φανάρι της Νηράς. Δυστυχώς όμως ούτε καΐκι ούτε βάρκα βρήκαμε, κοιτούσαμε στο πέλαγος μήπως κανένα πανάκι βάρκας μα και πάλι τίποτε. Απελπισία μας πλάκωσε όλους.

Νηστικοί, κατάκοποι στην κούραση, επάνω σ΄ ένα ακρωτήρι, που λέγεται Νηρά, με καμιά ελπίδα. Το απόγευμα παίρνοντας τον Πάνο κατεβήκαμε βράχο βράχο σε κάτι αμμουδιές κι εκεί βρήκαμε δύο κατάρτια από κάποιο καΐκι, τα δέσαμε μ΄ ένα σύρμα και με μία αμυδρή ελπίδα ανεβήκαμε ο ένας μπροστά και ο άλλος πίσω. Θα είχαμε απομακρυνθεί περίπου 500-600 μέτρα αλλά αφ΄ ενός μεν νύχτωνε, αφ΄ ετέρου το αεράκι μας πήγαινε για τη Βασιλική που ήταν Γερμανοί και φίλοι αυτών. Αναγκαστήκαμε να το εγκαταλείψουμε και κολυμπώντας να γυρίσουμε πίσω…».

Να σημειώσουμε ότι ο Θειακός Μίμης Δευτεραίος εκτελέστηκε μαζί με τους περισσότερους Κεφαλονίτες, ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν έχει ακόμη μέχρι σήμερα εξακριβωθεί, πάνω στο ακρωτήρι της Νηράς, στις νότιες ακτές του νησιού της Λευκάδας, στις 18 Ιουνίου 1944. Ο Γιώργος Κουτσουβέλης και ο Πάνος Καλλίνικος, Θιακοί και οι δύο, διασώθηκαν και επέστρεψαν, με περιπετειώδη τρόπο, πάνω σε μια σχεδία, στην Ιθάκη.



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        
  









Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.