Το πανηγύρι της Ανάληψης και ο παγόσπλαχνος Φρυάς!
Τούτη η εξαίσια γωνιά της Λευκαδίτικης γης O ΦΡΥΑΣ ΤΩΝ ΣΦΑΚΙΩΤΩΝ, που ύμνησε και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στον ΦΩΤΕΙΝΟ, γνώριζε τεράστια κοσμοσυρροή στο πανηγύρι της Αναλήψεως, του ιστορικού ναού που βρίσκεται δίπλα απ’ το θρυλικό πηγάδι, σηματωρός και αποκούμπι της τραχιάς και κοπιαστικής ζωής του Σφακισάνου ξωμάχου, αφού η διασκέδαση, σ’ αυτό το μέγα πανηγύρι ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ, αποτελούσε ένα διάλειμμα στην καθημερινή σκληρή βιοπάλη, να καλλιεργήσει ο ξωμάχος το αμπέλι, να κεντρώσει την αγριλίδα, να βοσκήσει τα μαρτίνια του, να οργώσει τη γη, να θερίσει και να αλωνίσει τη σπορά… Εκατοντάδες καβαλαραίοι στα άλογα, στολισμένα με τα πολύχρωμα καβαλοσκούτια και μπλέ κομπολόγια στο λαιμό των αλόγων, από όλα τα χωριά της Ορεινής Λευκάδος συγκεντρώνονταν στον Φρυά για το πανηγύρι της Αναλήψεως! Υπήρχαν πλανόδιοι πωλητές με πάγκους, πολύχρωμα παιγνίδια της εποχής, όπου δέσποζε η φιγούρα του γνωστού πλανόδιου Μπρανέλου μικροπωλητή του Βασίλη του Μιλάνου, ο οποίος με τη βραχνή του φωνή διαλαλούσε το εμπόρευμά του με ένα τραγούδι ευτράπελο δικής του επινόησης:
Ο Βασίλης απ’ το Μιλάνο που’ ρτε με τ’ αεροπλάνο
κι αν δεν κάνει σεφτέ θα φύγει με το γάιδαρο…
Χορεύοντας στο πανηγύρι της Ανάληψης!
Κάναμε κύκλο όλα τα μικρά παιδιά γύρω απ’ το πάγκο του για να πάρομε τις λεγόμενες «Τύχες», χαρτάκια κλεισμένα που μέσα είχαν έναν αριθμό ο οποίος αντιστοιχούσε σε ένα παιγνίδι απ’ τον πάγκο του! Όλα τα αγόρια «ζαχαρώναμε» τα τόπια τα ναϋλον που είχε γιατί τα θέλαμε να παίζομε ποδόσφαιρο στα χωριά μας! Έπειτα εκείνα τα θαυμάσια αυγοκούλουρα που είχαν σε πάγκους ήταν το παιδικό μας απωθημένο… Το «γέρας» της δικής μας παιδικής συμμετοχής στο πανηγύρι της Ανάληψης, ήταν δύο – τρία απ’ αυτά τα κουλούρια, περασμένα σε χορτάρινο σπάγγο, που τα μεταφέραμε με κάθε προσοχή στο σπίτι, για να τα προσφραγίσομε, πολλαπλασιάζοντας την παιδική μας χαρά και χαρακώνοντας μνήμες στα κατοπινά μας χρόνια. Χρόνια αναμεμιγμένα με την θεία νοσταλγία, μιας άδολης και αθώας εποχής, που χάθηκε κάτω απ’ την βίαια επέλαση των υπερκαταναλωτικών συνηθειών των ημερών μας.
Και ύστερα το βραδάκι σαν ξεκινούσαν «Τα βιολιά», έτσι λέγανε και λένε ακόμη οι παλιοί Λευκαδίτες τις ζυγιές τα όργανα για τον χορό, τότε όλα τα μικρά παιδιά κάναμε χάζι ποια παρέα χορεύει… Γιατί τότε ο χορός στα πανηγύρια είχε άλλη ιεροτελεστία, αφού δεν χόρευαν όπως όλοι μαζί σήμερα σε έναν μεγάλο κύκλο, αλλά κάθε οικογένεια ή παρέα έδινε το όνομά της στους οργανοπαίχτες και καλούνταν απ’ το μικρόφωνο στη σειρά της για χορό δίνοντας και το ανάλογο χρηματικό ποσό στα όργανα… Και εκεί φαίνονταν οι κουβαρντάδες που κολλούσαν τα κατοστάρικα στο μέτωπο κυρίως του κλαριτζή… Ο Βρυώνης, ο Τσιρούφλης και ο Τουρκοβασίλης απ’ την Πρέβεζα ήταν κυρίως οι κλαριτζήδες των πανηγυριών στην Ανάληψη… Θυμάμαι, μάλιστα, και ένα θλιβερό γεγονός που είχε συμβεί στον χορό, όταν «κατέρρευσε» και έφυγε απ’ τη ζωή κάποιος Βανδώρος απ’ την Εγκλουβή, περίπου το 1964, αν θυμάμαι καλά…
Η ζυγιά του Βρυώνη αριστερά στο κλαρίνο με δύο ακόμη πολύ γνωστές φιγούρες στα Λευκαδίτικα μουσικά πράγματα τον Νίκο Ζώγγο ή Μάη στο τραγούδι και τον Γιώργο Βερύκιο στο βιολί!
Πέντε ζυγιές όργανα παλιότερα υπήρχαν στο μεγάλο αυτό πανηγύρι, όπως μολογάνε οι παλιότεροι. Στα νεώτερα χρόνια θυμάμαι τρεις ζυγιές, μία στου Κτενά, μία στου Κούρτη και μία στου Παπαγιάννη και οι κυκλωτικοί χοροί καλά κρατούσαν, σπάζοντας την μονότονη και τραχειά ζωή του Σφακισάνου ξωμάχου και φέρνοντας πιο κοντά τα χωριά και τον κόσμο, αφού δεν νοούνταν πανηγύρι χωρίς έκρηξη κοινωνικότητας και συντροφικότητας στο τραπέζι και στο γλέντι. Μάλιστα όλα τούτα ήταν «δανεικά», όπως έλεγαν οι παλαιότεροι. Τουτέστιν ο ερχομός στο πανηγύρι του χωριού, σήμαινε αυτόματη δέσμευση, για ανταπόδοση, όταν, με την σειρά του, θα γιόρταζε το άλλο χωριό.
Χορεύοντας στο πανηγύρι της Αναλήψεως το 1972! Μπροστά ο Ζώης Λάζαρης ή Καγιάφας πατέρας του ιερέα Παναγιώτη Λάζαρη, και τον κρατά ο πατέρας μου Σοφοκλής Γεωργάκης ή Παποράκης.
O TAΣΟΣ Ο ΚΑΛΑΤΖΗΣ ΧΟΡΕΥΕΙ ΤΟN «ΚΑΛΑΤΖΗ»…
Μα, τις εντυπώσεις σε όλο αυτό το πανηγύρι της Ανάληψης με τις πέντε ζυγιές τα όργανα και τις εκατοντάδες κόσμου που διασκέδαζαν και γλεντούσαν τις «έκλεβε» ο αδερφός του πατέρα μου, ο Τάσος ο Καλατζής (Γεωργάκης), απ’ το Πινακοχώρι, ο οποίος εξασκούσε το επάγγελμα του καλατζή, (γανωματή), γνωστός σε όλα τα Μπροστινά χωριά του νησιού, το οποίο επάγγελμα είχε μάθει από έναν Ηπειρώτη απ’ τα Καλατζοχώρια, όταν έρχονταν περιοδικά στην Λευκάδα και καλάγλιζαν τα χαλκώματα στους Σφακιώτες… Αυτό το σκωπτικό τραγούδι πρωτοηχογράφησε το 1930 ο Πρεβεζάνος εκπληκτικός κλαριτζής Νίκος Τζάρας, σε συνεργασία με την Δέσπω Μερλιέ και το οποίο έφερε στην Λευκάδα, όταν τον καλούσαν, προπολεμικά, στο πανηγύρι στην Ανάληψη!
Έκτοτε έμεινε το τραγούδι στα χωριά των Σφακιωτών, το έπαιζε ο διάδοχος και μαθητής του Τζάρα, ο Βασίλης Μπεσίρης ή Τουρκοβασίλης, και το χόρευε, μεταπολεμικά πια, ο ανωτέρω θείος μου ο Τάσος ο καλατζής! Όταν, μάλιστα, το χόρευε στην Ανάληψη, τότε άδειαζαν τα τραπέζια απ’τις πέντε ζυγιές και μαζεύονταν στο «νταραβέρι» που ακούγονταν ο καλατζής, όπου με αποθεωτικά χειροκροτήματα και φωνές συνόδευαν τον αείμνηστο μπάρμπα Τάσο, σε έναν εκπληκτικό συνδυασμό ενός παράξενου χορού και παντομίμας!!!
Παρέα απ’ το Πινακοχώρι στο πανηγύρι της Ανάληψης! Δεξιά στη φωτογραφία είναι ο θείος μου Τάσος Γεωργάκης ο Καλατζής στο επάγγελμα, που σαν σηκώνονταν και χόρευε ΤΟΝ ΚΑΛΑΤΖΗ ξεσήκωνε όλο το πανηγύρι!
Ο ΚΑΛΑΤΖΗΣ
Καλατζής… Καλατζής… Καλατζήηηηηηηηηηηης…
Χαλκώματα γανώνωωωωωωωωω…
(Αρχίζει ο τραγουδιστής, ενώ ακούγονται τα ανάλογα κλαρινίστικα σφυρίγματα, ο δε χορευτής του Καλατζή σε έναν δικό του περισσότερο εμβατηριακό ρυθμό κοιτάζει δεξιά και αριστερά με το χέρι σαν φλογέρα να διαλαλεί στις νοικοκυρές τον ερχομό του…)
Καλατζής περνά διαβαίνει την καρδούλα μου μαραίνει…
Όϊμε καλατζής…
(Ο οποίος καλατζής συνεχίζει τους αλαχτούς δρασκελισμούς στην πίστα, με την σακιέρα του στην πλάτη, μέσα στην οποία έχει τα σύνεργά του και κυρίως την «βούτα» για τα κουταλοπύρουνα, ντυμένος με φαρδιά παντελόνια και τραγιάσκα…)
Καλατζή ανέβα πάνω
Βάϊ βάϊ βάϊ
Καλατζή κατέβα κάτω
Μπιζ μπιζ μπιζ…
Έχομε δουλειά νας μας γανώσεις τ’ αγγειά
(Και ο σαλταριστός χορός του με ακανόνιστες στροφές και βλέμματα συνεχίζεται, ενώ ο κόσμος ξεσπά σε επευφημίες και χειροκροτήματα…)
Καλατζή με τόνα μάτι, πόσο πάει το κομμάτι
Όϊμε καλατζής
(Με κλεισμένο το ένα μάτι παριστάνει τον μονόφθαλμο και ενώ συνεχίζει στον σφυριχτικό ουσιαστικά ρυθμό του κλαρίνου και του τραγουδιστή δείχνει με τα δάχτυλά του το ποσόν…)
Χαλκώματα Γανώνωωωωωωωω…
Βάϊ βάϊ βάϊ
Χορεύω και τα στρώνω
Μπιζ μπιζ μπιζ
Καζάνια και ταψιά τα κάνω αστραφτερά
Όϊμε καλατζής
(Εδώ συμβαίνει η κορύφωση της χορευτικής παντομίμας και η ανάλογη αποθέωση του φιλοθεάμονος κοινού!!! Όποιος έχει δει καλατζή σε ώρα εργασίας, όταν τρίβει τα χαλκώματα μπαίνοντας μέσα σ’ αυτά και τρίβοντάς τα με σκληρό στουρναρωτό ποταμίσιο άμμο, με ένα λαγοτόμαρο πάνω απ’ την άμμο, για λόγους προφανείς, να μην αγγελώνει τα πόδια του αυτός ο άγριος άμμος, τότε θα καταλάβει αυτό το μέρος του χορού… Αρχίζει και κουνά λικνιστά την λεκάνη του υποδυόμενος ότι τρίβει τα χαλκώματα μέσα στο ταψί…)
Καλατζής περνά διαβαίνει την καρδούλα μου μαραίνει
Όϊμε καλατζής
(Η επωδός του σατυρικού χορού… Μία δύο, τρεις και περισσότερες φορές ο τραγουδιστής και το κλαρίνο το λένε, εξαντλώντας το χειροκρότημα και τις επευφημίες του κοινού…)
O καλατζής χορεύει στο ταψί τον χορό του!
ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΙΘΑΡΙΤΖΗΔΕΣ!
Με ιδιαίτερη τιμή και λαμπρότητα οι Σφακισάνοι, τιμώντας την ιστορική εκκλησία της Ανάληψης, οργάνωναν μαζί με το λαϊκό πανηγύρι και λαϊκούς αγώνες, στους οποίους είχαν συμμετοχή κάτοικοι από όλο σχεδόν το νησί. Όπως αναφέρουν οι αδελφοί Αλέξανδρος και Ευστάθιος Σάντας στα βιβλία τους: «Η οικογένεια Σάντα εν Λευκάδι» και «Το χωριό μου το Πινακοχώρι», αντίστοιχα, μετά την εκκλησία, κατά την εορτή της Αναλήψεως, αλλά και στ’ άλλα πανηγύρια των χωριών των Σφακιωτών, γίνονταν αγώνες, κυρίως στο λιθάρι και στο σάλτο χωρίς φόρα στα προπολεμικά χρόνια. Οι αγώνες στην Ανάληψη, όπως αναφέρουν, έπαιρναν υπερτοπικό χαρακτήρα αφού ερχόνταν «λιθαρατζήδες» απ’ την Καρυά, την Εγκλουβή, τον Αλέξανδρο, ακόμη και απ’ τους Τσουκαλάδες. Μάλιστα το μέτρημα της βολής του κάθε λιθαρατζή γινόταν με τα ζωνάρια, αφού αναφερόμαστε σε χρόνους που δεν υπήρχαν μέτρα! «Τόσα ζωνάρια» φώναζαν οι «κριτές».
Ο Ευστάθιος Σάντας αναφέρει συγκεκριμένη οικογένεια απ’ το Πινακοχώρι, που έβγαζε φοβερούς λιθαρατζήδες. Ειδικότερα αναφέρεται στον Ιωάννη Γεωργάκη «Της Αγγελούλας», έτσι ήτανε το παρατσούκλι του, που, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «είχε κάτι πλάτες σαν πλάντρες!». Αυτός ο Ιωάννης Γεωργάκης, ήταν πρώτος στο λιθάρι (στριφτό και αμποτό), λέει ο Σάντας, και τον έτρεμαν Καρσάνοι και υπόλοιποι Σφακισάνοι. Ο ίδιος, όταν πετούσε το λιθάρι, γυρνούσε ειρωνικά προς τους άλλους και τους έλεγε: «Μετράτε, τώρα, ζωνάρια!» Ο ανωτέρω Ιωάννης Γεωργάκης της Αγγελούλας, λέει κάποια ακραία εκδοχή, πως, σε αγώνες λιθαριού, στον Αϊ Γιάννη στο Λιβάδι, τον Αργανά για τους Σφακισάνους, πέταξε πολύ μακριά το λιθάρι και γύρισε προς τους Καρσάνους λιθαρατζήδες και τους είπε: «Μετράτε τώρα ζωνάρια!». Οι Καρσάνοι το εξέλαβαν σαν προσβολή και κάποιος με επίθετο Θεράπος, για να τον προσβάλλει, έβρισε την αδερφή του. Τότε, κατ’ αυτή την ακραία παράδοση, ο Γεωργάκης τον έπιασε και τον έκοψε στα… δύο πάνω στο γόνατο του! Αν, όντως αληθεύει ο θρύλος, ο μύθος, η εκδοχή, παραπέμπει σε μια άλλη εποχή που η οικογενειακή προσβολή σήμαινε φονικό…
Στο πανηγύρι της Ανάληψης το 1952! Ο πατέρας μου Σοφοκλής καβάλα στο άλογο και ο αδερφός του ο Τάσος που κρατά τα κουλούρια του πανηγυριού περασμένα στον χορτόσπαγγο!
ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΦΡΥΑ
Το πηγάδι του πολυτραγουδισμένου Φρυά, του Φρυά, που εξυμνεί και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στον «ΦΩΤΕΙΝΟ», στο δεύτερο άσμα, αναφερόμενος στην Θοδούλα, την κόρη του γέρο – Φωτεινού: «…Με το τραγούδι κάθεται στον αργαλειό κ’ υφαίνει, με το τραγούδι διάζεται, με το τραγούδι φέρνει τη στάμνα στο κεφάλι της, με του Φρυά το κρύο, το κρύο τ’ άβρετο νερό…». Για τους Σφακισάνους ο Φρυάς δεν είναι απλά ένα πηγάδι. Είναι ένας θρύλος, ένας μύθος, έτσι όπως οικοδομήθηκε από γενιές ολόκληρες, ένα σημείο αναφοράς ακόμη και στα νεώτερα χρόνια, όταν αποτελούσε το κέντρο των εφτά χωριών. Σαν κέντρο των Σφακιωτών, συγκέντρωνε πάρα πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις διασκέδασης, μα, κυρίως ήταν το «νυφοπάζαρο» των χωριών.
Αμέτρητα ειδύλλια και συνοικέσια είδαν οι υπεραιωνόβιοι πλάτανοι να εκτυλίσσονται στο βαθύσκιωτο χαλέπεδό τους. Το νερό, αυτό «το κρύο τ’ άβρετο νερό», ξεδίψασε για δεκαετίες όλα τα χωριά. Λυγερόκορμες κοπέλλες απ’τα Ασπρογερακάτα, το Πινακοχώρι, τον Κάββαλο, τα Λαζαράτα, το Σπανοχώρι, τον Πρεμεντινό, το Βουνό, με την βαρέλα στο κεφάλι, ανέβαιναν στον σοφά του Φρυά και με την λάτα γέμιζαν τις βαρέλες, αλλά και τις… καρδιές των νεαρών, που σύχναζαν στα γύρω στέκια. Ακόμη και απ’την μακρινή Αυστραλία, λένε οι πρεσβύτεροι, επέστρεφαν οι ξενητεμένοι Σφακισάνοι, προκειμένου, στο… αγνάντιο του Φρυά, να δούν την λυγερόκορμη Σφακισάνα, που θα διάλεγαν για σύντροφό τους στην μακρινή ήπειρο. Και πάνω απ’ το νεροδότη Φρυά, τα υπέροχα πλατάνια, αυτά τα πλατάνια που η λαϊκή μούσα εκθειάζει με τρόπο μοναδικό και απαράμιλλο.
Εχ’ ο Φρυάς ένα δεντρί των Σφακιωτών καμάρι
πλάτανε πλατοϊσκιωτε ποιος έχει τέτοια χάρη.
Πλάτανε τα κλωνάρια σου είδαν γαμπρούς και νύφες
ζευγάρωσαν, παντρεύτηκαν κ’ είχαν χρυσές τις τύχες
Των Σφακισάνων τα παιδιά ας είν’ ευτυχισμένα
πίκρα και πόνο στην καρδιά μη νοιώσουνε κανένα
γερά ωσάν τον πλάτανο να είναι τα κορμιά τους
και του Φρυά μας τη δροσιά να κλείνουν στην καρδιά τους.
Τους Σφακισάνους σαν θωρώ πως ζω και ξανανοιώνω
σα μάννα που τους γέννησε και γώ τους καμαρώνω.
Στο Σπανοχώρι επιστρέφοντας απ’ τον Φρυά με την βαρέλα!
Το λαϊκό τραγούδι, διέσωσε η σύζυγός μου φιλόλογος Ουρανία Λάζαρη – Γεωργάκη σε πανεπιστημιακή της εργασία, το 1976, στη φιλοσοφική σχολή Ιωαννίνων. Το τραγούδι, της το μετέφερε ο αείμνηστος Φίλιππος Λάζαρης απ’ την προσωπική του συλλογή, μαζί με δεκαοκτώ Σφακισάνικα μοιρολόγια. Ένα ακόμη τραγούδι, που τραγουδούσαν και χόρευαν, στους Σφακιώτες, μου διέσωσε, το 2012, η Βγενούλα Λάζαρη, απ’τα Λαζαράτα και η μητέρα μου Πολυξένη.
Nάχα νερό απ’ το Φρυά, κι αγέρα απ’ τη Μπαράκα
νάβγαινα να σεργιάνιζα, μες στη καινούργια στράτα
τη στράτα τη πανέμορφη, εφτά χωριών φτιασίδι.
Να δω τους νιούς, να δω τις νιές, λεβέντικες κορμοστασιές
πόχουν μαντήλι στο λαιμό και την αυγή στα χείλη
που σεργιανίζουν στα χωριά κι αναγαλιάζετ’ η καρδιά.
Να πάρω φως του πλάτανου, πράσιν’ απ’ τα κλαριά του
να στεφανώσω τα παιδιά, των Σφακιωτών την αρχοντιά.
Λαγκάδα ο μαϊστρος σου, δρόσισε τα χωριά μας
ξανθά και ροδοκόκκινα, σα μήλα τα παιδιά μας.
Εκτός, όμως, απ’ την λαϊκή μούσα, τον Φρυά εξύμνησε με λόγιο ποίημα και ο Δημήτρης Σταμπόγλης, το οποίο μελοποιημένο απ’ τον Παναγιώτη Φίλιππα, βρίσκεται στην νεοδημιουργηθείσα συλλογή των τραγουδιών με τον τίτλο: «ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗΝ ΛΕΥΚΑΔΑ»! Αυτό το τραγούδι είναι η ταυτότητα των Σφακισάνων, αφού το χορευτικό τμήμα του Συλλόγου «ΦΩΤΕΙΝΟΣ», ανοίγει παντού, κάθε παρουσίασή του, με το τραγούδι του Φρυά, το οποίο, σε ρυθμό μπάλου, χορεύουν τα κορίτσια με τις βαρέλες στο κεφάλι.
Φρυά μου αστείρευτη πηγή, πηγάδι ξακουσμένο
από θεούς κι’ από θεό θέ νάσαι ευλογημένο.
Ζυγώνει ο ήλιος στο Βουνό, τραβά για τη Λαγκάδα
τώρα θα δείτε ομορφιές, αθάνατη Λευκάδα.
Έρχοντ’ απ’ τα εφτά χωριά με σίσκλους και βαρέλες
να πάρουν του Φρυά νερό των Σφακιωτών κοπέλλες.
Ά, τι ωραίες ζωγραφιές από το Σπανοχώρι,
λεβέντικες περπατησιές απ’το Πινακοχώρι.
Κορίτσια αριοστάλαχτα απ’ του Πρεμεντινού μου
Καβαλισάνες λυγερές που παίρνουνε το νου μου.
Κορίτσια σαν κρύα νερά απ’ τ’ Ασπρογερακάτα
κορμοστασιές απ’ το Βουνί κι’ από τα Λαζαράτα.
Κοπέλλες περδικόστηθες νιόνυφες, παντρεμένες
όλες πεντάμορφες, γλυκές, καλές και προκομένες.
Πλημμύρισε με ομορφιά όλ’ η καινούργια στράτα
δώθε περνάει η λεβεντιά κείθε διαβαίνουν νιάτα.
Γνέθοντας ακουμπισμένη στον τοίχο του πηγαδιού του Φρυά!
Ακολουθεί ένα δικό μου ποίημα για να εξυμνήσω τον Παγόσπλαχνο και θρυλικό Φρυά. Είναι απ΄την ποιητική μου συλλογή με τίτλο ΟΔΟΣ ΑΛΙΣΑΝΗΣ.
ΠΑΓΟΣΠΛΑΧΝΟΣ ΦΡΥΑΣ*
Φύτρωσες στ’ απλόκλωνου πλάτανου τη ρίζα τόσο πολύδακρα τον ναματίζεις για ζωή, στα σωθικά της γης φωλιάζεις το νερό σου κρυστάλλινο αγίασμα ψυχών, ανάμα θείο άγια κοινωνία στον μόχθο όλους κοινωνάς, αγιόβρυτη κρήνη ξεδιψάστρα εφτά ιστορικών των Σφακιωτών χωριών…
Τόπος ανάτασης αινέσεως λατρείας κει δίπλα στην Ανάληψη σεπτός, γιορτάσιμες καμπάνες αντηχούνε κάλεσμα γιομάτες και δοξολογίες σαν το Μεγάλο Πανηγύρι ξεκινά… Του Κόντρου η πέτρα σειέται στα χέρια του ξωμάχου γητευτή, στη γη του χάδια ατίμητα σμιλεύει την καρδιά του βράχου πυρπολεί, το βαρτζαμί το σύφλογο αμπέλι στο πανηγύρι λιγοθυμιά μεθυστική…
Φρυά ατίμητε παγόσπλαχνε δροσάρη, λιμώνας θάλλεις των νιόφαντων καρδιών, σαν της αγάπης το μελίσσι φτερουγίζει για τ’ άσπιλο του λυτρωμού νερό… Λάμψες και αρμαθοί τα μάτια των δανδήδων Σφακισάνων μπελονιασμένα στης αγάπης τον ρυθμό, θηρευτές του ωραίου και του κάλλους στο νυφοστάσι των αμόλευτων καρδιών! Όλες λαμπάδες αναμμένες φωτόσκορπες αγνές, αγγελικά αέρινα κορμιά οι λυγερόκορμες Μαινάδες πρωτοχορεύτριες της μάνας γης, σαν τις βαρέλες φτάνουν να γιομίσουν στο δάκρυ σου αμόλευτη πηγή!
Ακούραστα τα χείλη, τόσα τα χαμογέλια τόσα τα χτυποκάρδια τόσες οι κρυφές ανασεμιές τα μάτια πεταρίζουνε στου Έρωτα το άρμα Παναγιές!
Ένα πηγάδι όμοιο Καιάδας νεροβρύτης! Μια ιστορία μια κοινωνία καρπερή! Ένας ανθώνας π’ ευωδιάζουνε οι χάρες, άρρηκτα δεμένος στη μυρώτρα γη των Σφακιωτών! Μια χώρα μια θρησκεία μια φούχτα γρανιτένιου ουρανού, μοσχοθυμίαμα που καίει κι ευωδία στα πόδια σου χρυσόφτερη γενιά, στις πλάτες σου σήκωσες της γης μας τις σταλίδες γροθάδες στα χέρια σου Σφακιώτικε Λαέ απ’ του παγόσπλαχνου Φρυά τα βάθη τον ήλιο σαν σηκώνεις ολόλαμπρο πανώριο καυτερό…
Μια φωτογραφία του 1910 του Γάλλου περιηγητή Χούμπερτ Περνό! Με την βαρέλα στον Φρυά και δίπλα ο τοίχος της εκκλησίας της Ανάληψης!











































































