Ο «Εύμολπος Μουσαίος Όμηρος» της ελληνἰδος φωνής είναι ο λόγος ο ποιητικός Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Κυ, Μαρ 19th, 2017

Ο «Εύμολπος Μουσαίος Όμηρος» της ελληνἰδος φωνής είναι ο λόγος ο ποιητικός

(Τιμητικό αφιέρωμα για την ημέρα της Ποιήσεως και την επέτειο της 25ης Μαρτίου)

δημοτικο_τραγουδι

Της Ιωάννας Κόκλα,
Ποιήτριας-συγγραφέως

Η ελληνική παιδεία, το ελληνικό ήθος, δεν διδάσκεται μόνο στα σχολεία (εκεί εμπλουτίζεται), είναι το κυριώτερο κληρονομούμενο χαρακτηριστικό του γένους μας. Είναι η λεγομένη κοινωνική προίκα, σύμφωνα με την επιστήμη της Κοινωνιολογίας, η οποία πλάθει και μορφώνει τον ανθρώπινο βλαστό, πριν ακόμη κι απ’ την γέννησή του. Το ελληνικό ήθος με τους συλλαβικούς ανασασμούς της θεόπνευστης γλώσσας μας, του μουσικοποιητικού ηχοκυμματισμού της φωνής της ελληνίδος μάνας, ακόμα και με τις σκέψεις και τις εσώτερες επιθυμίες, λαχτάρες και συναισθήματα της, διαμορφώνεται…

Οι έννοιες-αξίες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ισότητας, του ορθού Λόγου (ορθολογισμού), του φιλότιμου, του ήθους-έθους, είναι στοιχεία αναπόσπαστα αυτής της πνευματικής περι-ουσίας και παράδοσης του ελληνισμού. Το ελληνικό πνεύμα και οι μάνες-ρίζες των πανανθρώπινων αξιών και ιδανικών μορφοποιούν τον μέροπα βροτό θνητό επί της γης, για να αγγίξει εάν το θελήσει την πνευματική του υπόσταση. Γιατί μόνο ο Έλλην Λόγος μορφοποίησε το χάος εδώ και χιλιετίες και οδήγησε την μη συνειδητή ύπαρξη στην συνειδητότητά της.

Οι κληρονομούμενοι στίχοι (υψίστης διαχρονικής περιουσίας), «Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα…», με τους αντίστοιχους νεώτερους του Διονυσίου Σολωμού «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα αντρειωμένη, χαίρε ώ χαίρε ελευθεριά…», δονούν και μορφώνουν διαχρονικά. Γιατί η ιστορία της ελευθερίας δεν συνάδει με δουλοπρεπείς και πειθήνιους ανερμάτιστους υπηκόους, αναλώσιμους καταναλωτές φάρμας «ζώων» νεοταξικής κοινωνίας, αλλά μόνο με Αμφικτύονες Ιερομνήμονες Πυλαγόρους σοφούς, πολίτες που άρχουν πρώτα απ’ όλα επί του εαυτού τους και μετά επί της πόλεώς τους.

Οι μυστικές πηγές ξεδιψασμού του ελληνισμού στους ξέπνοους αφυδατωμένους καιρούς που διανύουμε, καλούνται να δώσουν τα ιερά νάματα του φωτός της ελεύθερης σκέψης και συνείδησης. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ελληνισμός αμύνεται και επιτίθεται δια του λόγου (της γλώσσας όπως έχει επικρατήσει να λέγεται), γιατί ο ελληνικός λόγος, η ελληνίδα φωνή είναι η μοναδική «Ιερά Οδός», η μοναδική πνευματική κλίμακα που οδηγεί στον Λόγο (Ορθολογισμό).

Η αφ-ιέρωση και η αφ-οσίωση στις οικουμενικές πνευματικές διαστάσεις του Πανανθρώπινου Λόγου προϋποθέτουν την μεταλαβή και κοινωνία του ελληνικού λόγου, αξεχώριστα στην όποια μορφή του: Αρχαϊκή Ομηρική, Αττική, Ελληνιστική, Κοινή, Δημώδη Βυζαντινή, Λογία, Καθαρεύουσα, Δημοτική. Τα απανωτά περάσματα του αοιδού με την λύρα, του ραψωδού με το ραβδί, της τραγωδίας και του σατιρικού δράματος, της ελεγείας και του θρήνου, των λυρικών ασμάτων και του κόμμου, της υμνωδίας και της ψαλτικής, του μοιρολογιού και του νανουρίσματος, του κανταδόρου και του αφηγητή, του υποκριτή και του τραγουδιστή, έχουν κοινή αφετηρία τους ρυθμικούς συλλαβικούς ανασασμούς της ελληνίδος φωνής, αγαστά συνταιριασμένους με την Μάνα Φύση.

Ο Όμηρος π.χ. είναι μια τελείωση και συγχρόνως μια αρχή. Οι ρίζες λέξεις-φωνές της αέναης δημιουργίας του είναι βαθιά ριζωμένες στον λόγο-μύθο της αυγής του ηρωϊκού έπους. Το ριζοβόλο πλήθος της ολοζώντανης ποίησης που ήταν στην διάθεσή του, υπήρξε διάχυτο σε βάθος χρόνου… Έτσι κι ο εκάστοτε ποιητής, ο Εύμολπος Μουσαίος (διαχρονικός) Όμηρος, αντλεί από τα απύθμενα πελάγια βάθη της Προγονικής Συλλογικής Μνημοσύνης και γίνεται συγχρόνως κληροδοτών δημιουργός και κληρονόμος. Γίνεται ο διαχρονικός γητευτής των συλλαβικών ανασασμών λέξεων-εννοιών του λόγου του ελληνικού, ξεπερνώντας τις στενωπές οδούς του χρόνου… και δεν έχει σημασία αν ο ποιητής είναι ανώνυμος δημιουργός ή όχι, όπως συμβαίνει με το δημοτικό μας τραγούδι.

Γιατί το δημοτικό τραγούδι είναι η μουσικοποιητική έκφραση της λαϊκής ψυχής των Ελλήνων, ένας σταθμός στο αέναο διηνεκές της ελληνίδος φωνής. Είναι το καταστάλαγμα της λαϊκής ευαισθησίας, ο ανασασμός της πάλλουσας καρδιάς που δίνει φτερά στα πόδια, στον παραδοσιακό χορό του τσάμικου, του συρμού-συρτού, του μπάλλου, του πυρρίχιου, του ηπειρώτικου, του νησιώτικου, του πεντοζάλη…

Το δημοτικό τραγούδι, αναπόσπαστο κομμάτι της διαχρονικής μας παράδοσης, κράτησε ζωντανή και αναλλοίωτη την εθνική μνήμη και συνείδηση από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Μεγίστη η αξία του, όχι μόνο από ποιητική και μουσική άποψη, αλλά και από γλωσσική, ιστορική, λαογραφική, κοινωνιολογική, θρησκευτική, λογοτεχνική. Ο πλούτος των ιδιωματισμών, οι πολλαπλές εναλλαγές, ακόμη και στην απόδοση στο ίδιο τραγούδι, η αφθονία των επωδών, το καθιστούν μοναδικό φαινόμενο σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι μοναδικό, όπως βεβαίως μοναδική υπήρξε η αφετηρία και η μορφοποίησή του μέσα από την παράδοση της κληρονομιάς της γλώσσας, του γιγάντιου λόγου-μύθου της αυγής (της μυθολογίας) και της ιακχαγωγού καθάρσεως της θεατρικής παιδείας, της τραγωδίας και της κωμωδίας του ελληνικού λόγου.

«…Αἱ τῶν Ἑλλήνων πόλεις, πρώτιστα διά τῆς ποιητικῆς παιδεύουσιν, οὐ ψυχαγωγίας χάριν δήπουθεν ψιλῆς, ἀλλά σωφρονισμοῦ». (Στράβων Ι, 55). Οι ελληνίδες πόλεις, πρώτα απ’ όλα δια της ποιητικής τέχνης παιδεύουν, όχι μόνο χάριν της εύκολης ψυχαγωγίας, αλλά κυρίως για τον σωφρονισμό των πολιτών τους!

Όταν βεβαίως αναφερόμαστε στην λυτρωτική αποκαθαρτήρια «ποιητική» τέχνη, εννοούμε κυρίως την υψίστη τέχνη της τραγωδίας. Το αρχαίο άσμα του «ουσιαστικού» λόγου, άριστα συνδυασμένο με την μουσική «ἐν τῇ πράξει» επί σκηνής. Γιατί η «ποιητική» του ελληνικού λόγου με ζωτικούς ηχορρυθμικούς ανασασμούς γίνεται η αναντικατάστατη οδός της συγκίνησης (συν-κίνησης) της ψυχής, όπως και της νοηματικής εμβάθυνσης του περιεχομένου της ουσίας των στίχων, δηλαδή της συλλογιστικής.

Η άμεση ετυμολογική συγγένεια της νεοελληνικής λέξης τραγούδι, βγαλμένης μέσα από την καρδιά της «ποιητικής» αρχαίας τραγωδίας, έρχεται ως απόδειξη διαχρονικής συνέχειας σωφρονισμού και αγωγής της ψυχής στις χιλιετηρίδες του ελληνικού πολιτισμού…

Η άκρως σημαντική θέση του μεγάλου μας λαογράφου Νικολάου Πολίτη είναι: «Ἡ λέξη τραγούδι ἐτυμολογικά προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαία λέξη τραγωδία… Ξεκινώντας δηλ. ἀπό τά λαϊκά ἔθιμα καί τά δρώμενα τῆς λατρείας τοῦ Διονύσου, οἱ ποιητικές αὐτές συνθέσεις, πού περιέγραφαν τά ἀναπαριστόμενα πάθη τοῦ θεοῦ, ἦταν φυσικό νά ἀκολουθήσουν τόν ἑξῆς δρόμο: Πρῶτο νά κληθοῦν τραγούδια – λέξη πού δέν ἐσήμαινε ἁπλῶς τά ἀδόμενα, ἀλλά τίς μικρές καί κυριολεκτικές τραγωδίες – καί δεύτερο, ἦταν φυσικό νά διατηρήσουν τά κύρια χαρακτηριστικά ὕφους πού ἐπέβαλλε τό εἶδος ἑνός δραματικοῦ διαλόγου, πού ἰσοδυναμοῦσε μέ σύγχρονη ἀσματική περιγραφή τῶν ἀναπαριστανομένων κάθε ἔτος μιμητικῶν δρωμένων καί συγκρούσεων μέσα σ’ αὐτά».

Ο έτερος λαογράφος Κώστας Ρωμαίος συνεχίζει: «…οἱ ἀρχαῖοι ἑλληνικοί λατρευτικοί μῦθοι, παράλληλα μέ τήν παραδοσιακή ἐτήσια ἀναπαράστασή τους στά ἔθιμα τῆς νεοελληνικῆς λαϊκῆς λατρείας, ἔγιναν καί θέμα τραγουδιῶν τοῦ ἴδιου ἑορταστικοῦ κύκλου. Ἀργότερα ὅμως ἀφομοιώθηκαν μέ τούς ὕμνους τῶν πολεμικῶν κατορθωμάτων τῶν Βυζαντινῶν ἡρώων γιά ν’ ἀποτελέσουν, μέ ἕναν ἑνιαῖο συγκερασμό, τόν ἡρωικό κύκλο τῶν σημερινῶν ἀκριτικῶν τραγουδιῶν».

Και ο υμνητής του ελληνικού μεγαλείου, ο της Λευκάδος βάρδος ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, σε δημοσιευμένη επιστολή του γράφει: «Ἡ δημοτική ἑλληνική ποίησις ὑπῆρξεν ὑπό την δουλείαν (ἐννοεῖ τήν Τουρκοκρατίαν) ὁ ἀχώριστος σύντροφος, ἡ μόνη παρηγορία τῆς τεθλιμμένης ψυχῆς τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Ἀείποτε πένθιμος, μελαγχολική, ἀλλ’ ἀείποτε πλήρης ζωῆς καί ἐλπίδων, φέρει ἐστεμμένον τό μέτωπον μέ κλάδους κυπαρίσσου καί δάφνης, ὡς ἄν ἤθελε νά εἴπη πρός ἡμᾶς τούς μεταγενεστέρους, ὅτι ἐκ τῶν παθημάτων θέλει βλαστήση ἡ νίκη. Συνοδεύσασα πιστῶς τόν Ἕλληνα ἐν τοῖς διωγμοῖς, ἐν τοῖς δεσμωτηρίοις, ἐπί τοῦ πεδίου τῆς μάχης, οὐδέποτε ἐγκατέλιπεν αὐτόν ὀρφανόν, μεμονωμένον κατά τήν σκληράν δοκιμασίαν τοσούτων αἰώνων». (Ἀρ. Βαλαωρ. «Ἅπαντα, Α’ τόμ. Φιλολ., Νεοελληνική Βιβλιοθήκη»).

Η ποίηση και το τραγούδι λοιπόν και μάλιστα το δημοτικό τραγούδι γίνεται ο ανεμπόδιστος διαχρονικός θεόπνευστος λόγος των Μουσών, ο διαχρονικός Εύμολπος Μουσαίος Όμηρος της ελληνίδος φωνής μαζί και της ψυχής… Γίνεται ο έχων καλή μολπή (φωνή), μουσηγέτης και πάντοτε παρών ομηρεύσας, εκφραστής της ελληνίδος φωνής ανά τους αιώνες, του ασίγαστου πόθου του Αριστοτελικού «εἰδέναι».

Το δημοτικό τραγούδι, ομόρριζο της αρχαίας τραγωδίας, έρχεται ως αντίλαλος της λαϊκής μούσας, των αοιδών, των ραψωδών και των ποιητών του αρχαίου ελληνικού δράματος. Οι πλάνητες εξ επαγγέλματος αοιδοί, οι ποιητές των ύμνων και των ασμάτων, έχοντες έμφυτη την ποιητική και μουσική δεξιότητα από μνήμης διεφύλασσαν, μετέπλασσαν, διασκεύαζαν και εμπλούτιζαν τον «έλλογον» εθνικό μας θησαυρό της ελληνίδος φωνής και ψυχής. Μπορεί η τυραννία να σκοτείνιασε την γνώση της μάθησης, να την παρήλλαξε και να την παραποίησε, η ποίηση όμως και δη η τραγουδισμένη ποίηση του δημοτικού τραγουδιού, κρατήθηκε ζωντανή και κράτησε την ευψυχία του Ελληνισμού.

Οι ύμνοι των δημοτικών ασμάτων του παραγκωνισμένου λαού δείχνουν τις λαβωματιές του και οι πάλλοντες μουσικοί ρυθμικοί ανασασμοί του γίνονται χορός και ζωτική έκφραση της κάθαρσης, της πονεμένης του ψυχής. Γίνονται το ηρωϊκόν έπος, η αναβιωθείσα τραγωδία και ο διθύραμβος των παλαιοτέρων χρόνων και είναι προϊόν αναμφισβήτητο συλλογικής προγονικής μνημοσύνης…

(Φωτό: Πίνακας του Θεόφιλου, Ο χορός των Μεγάρων (Τράτα), 1933 – η επιλογή είναι δικιά μας).



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>