«Αβασίλευτος ήχος» (Του Θοδωρή Γεωργάκη)
Αγώνες Ακοντισμού στις Δελφικές Εορτές του 1930 που τόσο μαεστρικά οργάνωσε ο Παμμέγιστος Άγγελος Σικελιανός με την Εύα Πάλμερ!
ΑΒΑΣΙΛΕΥΤΟΣ ΗΧΟΣ
(Θοδωρής Γεωργάκης. Μια ανατομία της Ελλήνισσας ψυχής… Απ’ την Ποιητική μου Συλλογή με τίτλο ΤΑΥΡΟΚΑΘΑΨΙΑ, που κυκλοφόρησε το 2017)
ΜΕΘΕΞΗ
Άρωμα φίνο αγράμπελης τη γειτονιά ευωδιάζει μυρύπνοα τα γιασεμιά τα μυροφόρα σέπαλα στο φως φιορομπουκέτα, της λεμονιάς τα λούλουδα με μουσική ασίγαστη το σύμπαν θα υμνήσουν γεράνια σαν τις Παναγιές ψάλλουν το αλληλούϊα, παιδιά στα στάχυα της χαράς, με το παιγνίδι προσευχή το άπειρο ορίζουν… Του αρχαγγέλου σάλπισμα τη σύναξη προστάζει σπλάχνα αέρα αργοτρυπά σπαθάτο χελιδόνι, τα σήμαντρα της εκκλησιάς τον όρθρο τελειώνουν και της ψυχής μας οι πυρσοί, στο φέγγος της ημέρας, μορφές σαν άγια προσευχή στο μέτωπο χαράζουν, νυφούλες σαν την μυγδαλιά, στα μέσα του Γενάρη, το καταχείμωνο αψηφά και άνθη θα στεριώσει στου πάγου το λευκό στοιχειό, μυριόψυχα οι ρίζες της το έρεβος μεριάζουν, πάγρα δεν σε φοβόμαστε, φωτιά κλείνω στα σπλάχνα, λεβεντογέννα άνοιξη στολίζω τον χειμώνα, λουλούδι στην ανασεμιά τον κόσμο που λυτρώνει, το φως ναρθεί απ’ της Εδέμ τους κήπους νιοφερμένο. Να λάμψει ο νους να λάμψει η αυγή, οι μάνες ν’ αγαλιάσουν οπόχουν σερνικά παιδιά να τα διπλοβυζάξουν σαν τον ακρίτα Διγενή, στα διάλεσα να στέκονται, τη νιότη θα σκορπάνε, γλυκές, ξανθές οι κοπελιές ξωπίσω τους να τρέχουν, αητέ ηλιογέννητε σήκωσε τις φτερούγες, τα κρούσταλλα να διαλυθούν, ψηλά ας σελαγίσεις να πας σ’ εβδόμους ουρανούς να διπλοτραγουδήσεις. Άνοιξη φέρε μας κρασί τα νέφη να μεθύσουν, κρασί στη γη ας βρέξουνε του κόσμου οι μπεκρήδες, αμπέλια να μη σπείρουνε, τσαπιά να μη βαρέσει, το νέκταρ μόνο τ’ ουρανού την κούπα θα στολίζει, κούπα αργυρή, κούπα χρυσή, κούπα μαλαματένια, ας πας να πεις του άρχοντα τραπέζι δεν του στρώνω μόνο στην τάβλα του φτωχού ολιόπυρο μεθύσι θα στήσω του Διόνυσου, τη φτώχεια να πετροβολά, στο ρέμα να τη ρίξει, διώχνει παιδιά στην ξενιτιά, οι μάνες δακρυσμένες τ’άλυωτο ατσάλι που θρηνούν, που χάνεται στα ξένα. Αυτές με την τρισεύγενη θέλαν να τα παντρέψουν, ρίζα σκληρή το σπιτικό να δρέψει, να θερίσει, θα βγαίνουνε ηλιάτορες, το γένος θα βαδίζει σ’ αχνάρια ωραιόπληκτα, σε πλουμισμένες στράτες θα χαίροντα οι ρήγισσες, θα σπαρταρούν οι κόρες, εδώ περνάει η λεβεντιά, στον άλλο δρόμο νιάτα, μαζί στρατός ανασεμιάς, στρατός και της ανάγκης, με κάστρα εφταδιάστατα τα στήθη τους που μοιάζουν.
ΠΡΩΤΟΛΑΤΗΣ
Αητοφτέρουγα πανιά, φέρτε τα καλοκαίρια μας να βγουν ξυπόλητα παιδιά, να παίξουνε στις ρούγες, όθε πατούν κι όπου σταθούν τη γη θα χαρακιάζουν, να βγει η ψυχή στο ξέφωτο, στις λαύρες του καλοκαιριού, ν’ αγκομαχάει ο θέρος τον Θεριστή που ζεύουνε, που τριγυρνάνε τ’ άλογα στ’ αλώνι καρφωμένα, ξανθό ψωμί, ξανθιά πνοή, να δώσει φως στην φαμελιά, τον κόπο θα βραβεύσει, τον πρωτολάτη του καρπού να πάρουνε στα χέρια τα ζαφειρένια δάχτυλα νιόνυφων παντρεμένων, που κάνουνε τα πρόσφορα της άγιας λειτουργίας και λειτουργούνε διάκονοι, τ’ ωράριο στον ώμο, με μίλι μοιάζει της ζωής, στα ουράνια πηγαίνει, τον άγιο μόχθο του θα δει εικόνισμα ο ξωμάχος λύτρωση, χάρη και ζωή, στα ροζιασμένα χέρια! Χρυσή σφραγίδα σφράγισε τη γαλανή αγάπη αραχνοϋφαντοι ανθοί στου ονείρου το περβάζι να πιούν αυτοκρατόρισσες να στέκονται παιδούλες, παιδούλες λάγνου έρωτα, με χαραυγή που μοιάζουν, γλυκό κρασί το όνειρο τους στοχασμούς θα πλέκει, τον ήλιο θα στοχάζονται. Ήλιε στα μάτια ας φιλάς, όμορφο να σε βλέπουν σαν πλάστη, σαν Απόλλωνα, σαν την ψυχή του κόσμου, το βούισμα των ποταμιών ας είν’ δοξολογία στις λαμπερές ακτίνες σου, που ροδοπέταλα σκορπούν, σαν ανεβοκατεβαίνουν στου κύκλου τα γυρίσματα, τρισμακρινές παρθένες. Πλατιά αγκαλιά η μέθεξη σ’ αγέρες στροβιλίζει, στον ουρανό μεσόψηλα πετούν οι χρυσομάνες, έρωτας θείος, ποταμός στήθη αθώων κοριτσιών χρυσόπνοα που λιώνει πανέμορφο το δέλτα του, σ’ ακροκαρδιές θα κάτσει, να σηκωθούν στο αργαλειό μανάδες Πηνελόπες, τον γήκο που τοιμάζουνε, την προίκα που πιθώνουν, Παρασκευής Καρφώματα και Κυριακής στεφάνι… Χορό αρμονίας δέσποτα στους γύρους θα τους ψάλεις, του Ησαϊα τον χορό, που είν’ ευλογημένος, νιόφυτα λιών να κάθονται τριγύρω στο τραπέζι, παιδόπουλα αμάλαγα, μα ριζοδοντιασμένα, σίδερο να δαγκώνουνε στουρνάρια κομματιάζουν, μέσα στα τετραδάχτυλα τ’ όνειρο θα στεριώσουν, να πάει μακριά, πολύ μακριά, και της γενιάς η βένα, όθε περνάνε σύγκορμα θα λιώνουν τα κοράσια, θα χαίρονται οι νιόνυφες και θα ζηλεύει η Ρέα, άτυχη και βαρυόμοιρη τα σερνικά της τα παιδιά τ’ αναμασάει ο Κρόνος.
ΗΛΙΟΣ
Ήλιε ουρανοφάντορα, γη της Καππαδοκίας φώτισε, γλυκοφώτισε, στ’ ανοίγματα τα σιωπηλά υπομονή και νήστευση, τις κατακόμβες της ψυχής ξανοίγουν, αποθεώνει η νήστευση το άϋλο το σώμα, πάει στον έβδομο ουρανό μυστικολλέκτης στέκει, δίπλα στα Εξαπτέρυγα άλλη ζωή, άλλη πνοή, γαλήνη μυρωμένη κλίμακα επουράνια… Αφέντης είσαι ήλιε μας προστάγματα θα δώσεις, διαφεντευτής κρισάτορας και μέγας πρωτομάστορας, γύρω μας χτίσε ωκεανούς, την άβυσσο αψηφίστε, με μητριά η θάλασσα ποτέ δε συνταιριάζει, τέκνα του κόσμου ολόμορφα σα μάνα τα φροντίζει, τα ντύνει με τα χνώτα της, μετάξια τα ποδαίνει και με μαροκινά πανιά τα γλυκοτριγυρίζει, θεοί πάνω στα κύματα, θεοί στην αγκαλιά της θαλασσοδρόμες οι καρδιές θα πάνε σ’ ακρογιάλια, που σμαραγδένια κάθονται χρυσόνερα του ονείρου, σε αγκαλιές ολάνοιχτες, στου Αιγαίου τον στοιχειοβυθό υπέρλαμπρο κοράλλι, ώριο, πανώριο, λαμπερό, στα ύψη που φωτίζει, με χάρη που λικνίζεται στη δέσποινα σελήνη, χιλιόψυχους γεννά αχούς, τα κύματα τους παίρνουν, πάνε κι αγρυπνοστέκονται στου Μίνωα τη χώρα, εκεί μαζί με δοξαριές όλα θα γλυκοζήσουν, θυμό θα σπείρουν στα Σφακιά ψυχή ο χαλασμός τους, να κάτσει σαν τρανός αητός ψηλά στον Ψηλορείτη, πύργος χρυσοπλοκότατος στα νάματα της προσευχής, τον Ρεθυμνιώτικο χορό στα διάσελα αρχίζουν. Χαρές η Ρωμιοσύνη μας! Από τετράπηχο κοντρί γεννά αράδες ριζιμιά, ηλιοπλημμυρισμένα, σα λίμνη ονειράτονε, του πέλαου του Λυβικού άγγελοι και εξάγγελοι στης Μπαρμπαριάς τα μέρη, ο Χαϊρεντίν τα πάτησε, η Κρήτη λιονταρόθρεφτη, στα σωθικά της χώνεψε στόλους σπαθιά και μύθους, πως τρέμει ο τρεμαντάχειλος στους Βερβερίνους δείχνει, πως χώμα το πρωτόπλαστο δύσκολα σαβανώνεται μες στις νυχτιές του κόσμου, ολόρθο, γάργαρο, αψύ, σέρνει το πεντοζάλι, χορό που στήνει η λεβεντιά, σα θέλει λεύτερη να ζει, χωρίς αλύσσου μοίρα! Λαός ονειροβάτης! Όλο στο άγνωστο τραβά, όλο τη μοίρα κυνηγά, η φαντασία οδηγός, καβαλικεύει ριζιμιά, κοιλάδες όλο πνίγει, της Θήρας λάβα ιερή φωτιά που πλημμυρίζει! Συνταξιδιώτες στ’ όνειρο, τρανούς χορούς ας στήστε! Σταυρόπλεχτα Θρακιώτικα, μαντηλoκράτητα Μωριά, Αχόθρηνα Ηπείρου, Μπάλος της Δωδεκάνησος, Τρανά Μακεδονίας, τραγούδια όλα της καρδιάς, βγαλμένα από σίδερο μιας σιδερόφραχτης στρατιάς, όμοιας των Δωριέων! Καρδιές αιώνια ραίνουνε, τα ρίγη τους σκορπάνε σε θάλασσες και σ’ ουρανούς, σ’ αιθέρη και πελάγη.
ΠΑΙΝΕΜΑ
Χαίρετε αητοί ψηλόθρονοι, φτερούγισμα στην ευτυχία δώστε να σηκωθεί αρχόντισσα, χώρους θα κατωπτεύσει να δει σε ποιους ακρόθρονους θάρθει και θα καθίσει! Χαίρε μυρτιά, ευδόκιμα η γη που σε φυτρώνει, κι ανθίζεις μεγαλόστεφα στις κόμες νικομάχων! Χαίρετε πνευματολάγνες μούσες του Ελικώνα, φωτιές στα ρείθρα της ζωής ας σπείρετε προφήτρες! Ήλιε μου κοσμογύριστε πρόσταξε καλημέρες, χορούς να στήσουνε οι νιές στα τρίστρατα του κόσμου και στην ποδιά της άνοιξης πατρίδα των καρδιών τους, το θάμασμα, το παίνεμα ας πάρουνε τ’ αηδόνια να πάνε να μηνύσουμε πως ήρθαν οι κυράδες, πανώριες, ωριοστάλχτες με μυρωμένα άνθη, στεφάνια για να πλέξουνε τους νιούς θα στεφανώσουν, πριν δίσεχτα τα χρόνια τους μποδίσουν τη γενιά τους, άγριοι, λαύροι κεραυνοί, θα τρέχουν σαν ελάφια, θα χαίρονται οι μεσόκοποι θα λαχταρούν τ’ αστέρια, τέτοια αντριά δεν πόταξαν και ας στέκουνε περήφανα σε ύψη αγαλματένια! Μέρες ευλογητές μας, τριγύρω απλωμένες, τους γρηγορούντες στέψετε, να κερδηθεί ο χρόνος, οι δρόμοι να ισιώσουνε, παρθένες τους δαβαίνουν… Δρόμοι εβουβαθήκατε, εχάθηκε η λαλιά σας, τ’ αλαφροπάτημα παιδιών έπαψε να σας ραίνει, βαριά πλαντάζει η σιωπή εκεί που φωτοραίνουν της εφηβείας Μάηδες, που την πνοή πηγαίνουν σε τόπους πέρα μακρινούς, αυγερινό θα σμίξουνε την πούλια θ’ απαντήσουν, τον ήλιο να παρακληθούν! Ήλιε μου ουρανόβατε το μαγικό σου άγγιγμα σαν Μίδας πέταξέ το, εδώ στη γη οι ταπεινοί πολύφερνες απόκρισες ποτέ μας δεν ζητάμε, απλά, λιτά και ταπεινά το μέγα πρόσταγμά σου, μόνο χαρά να δοξασθεί σ’ απέριττες στιγμούλες, ωσάν αυτές της Κυριακής, σαν ύπατος ας θρονιασθείς, με σκάλα ουρανόγγιχτη, με μοσχοπεριβόλια, εκεί στην τάβλα ας στρωθείς… Έφτασες άγια Κυριακή.
ΚΥΡΙΑΚΕΣ
Μας ήρθες άγια Κυριακή, πανώριο το δισάκι σου γεμάτο με καλούδια, με κέρας της Αμάλθειας ολόγιομο φαντάζεις! Έτοιμη είσαι Κυριακή τα μαγικά αγγίγματα στον κόσμο ν’ αρχινίσεις, αυτά που ραίνουν τις καρδιές, που νου αιχμαλωτίζουν σε άγια χώρα έκστασης, που της ψυχής τον μίτο μέχρι τ’ αστέρια πέτουνε! Ξανθή πλάση πανέμορφη, για ζύγωσε σιμά της, με όνειρα αχάλαστα να ντύσεις τη θωριά της, να μη διαβεί ανασασμός χωρίς να προσκυνήσει, ας μην περάσει νιός και νιά χωρίς να γονατίσουν μπροστά σου άγια Κυριακή! Με προσευχές και δάκρυα παρηγορήτρα νάχουν, στου κόσμου τον απέραντο τον θαλερό λιμένα, που βιός σκορπά η ανάσα σου, που λάμνουν στα νερά σου βαρκούλες αλογάριαστες στα μένη του πελάου, θεόρατα τα κύματα, μα η καρδιά ασάλευτη, ζωή μόνο σκορπάει, τ’ αφορεσμένο όνομα του άδη καταχώνει. Καστρομονάστηρα ψηλά σε μέγα όρος πάνω, που αργυρένιες φυλακές μεσαίωνα θυμίζουν, εκεί να φυλακίσουνε το μαύρο και τον άδη, εδώ ζωή, παντού παλμός, παντού ανάσα κι όνειρο, λεύτερα φτερουγίζουν! Λεύτερα να χτενίζονται αγόρια και κορίτσια, πλεξούδες ολοπόρφυρες ας κάνουν τα μαλλιά τους, θα βρίσκουν χώρο οι μέλισσες το μέλι θα τρυγάνε της νιότης όλους τους χυμούς, που πνίγουνε την πλάση, μ’ αυτά τα αγιοβότανα που άνοιξη τα λένε, που σαν κεράσι κάθονται σ’ ολόγλυκα χειλάκια, ξανθό και ασπροκόκκινο το χαίρονται οι μανάδες! Γιόκα μου, μόνο να γευτείς τη μέθεξη προστάζουν, πλατιά φαρδιά τα γύπατα τη ρίζα μας θα ζώσουν, σαν μέγας Εκατόγχειρας θα στέκεσαι στη θύρα, όπου ξανοίγει η ζωή, σα μοίρα σαν πορφύρα! Πορφύρα της ανατολής, που μυστικά κοράσια εκεί σ’ ανήλιαγα στενά πλέκουνε το υφάδι! Αλέξανδρος τα διάβηκε ανθώνα στις καρδιές τους έσπειρε κι ευλόγησε ν’ ανοίξει το αυλάκι, πορθμός να γίνει της ζωής, να το περνοδιαβαίνουνε του μεταξιού οι δρόμοι, μετάξια αραχνοϋφαντα θα φέρνουνε στη χώρα σκεπάστε, ας προστάζουνε, τις όμορφες του κόσμου, ήλιος καυτός να μην της δεί, να μην τις μαρτυρήσει, μόνο τα λιονταρόψυχα τις βλέπουν παλικάρια, κρυφά τρυγούν το μέλι τους, κρυφά την ευωδιά τους! Αντίπατρος μη λογιασθεί κι αρχίσει και ζηλεύει… Τότε τα θρονοστόλιστα ταμεία του Ολύμπου μαύρους θα ρίξουν κεραυνούς, την ζήλεια θα τρομάξουν, οχιά στα στήθη στήνεται, τη νιότη κυνηγάει και τούτη χρυσοπέταλη, αέρινη, σπαθάτη, άρματα θα στολίσει, θα πάει σε χώρες μακρινές στου Αιήτη την Κολχίδα, του Ορέστη θείο μαύλισμα από μακριά να πέμψει, να πάει να βρει τον έρωτα σε μέρη φλογισμένα!
ΝΙΟΦΥΤΑ
Μας ήρθες άγια Κυριακή, πανώριο μεσημέρι λευκό, χιονάτο γιασεμί ζύγωσε να μας ράνεις, με τη σαγηνευτική μαγιά τον κόσμο νεκταρώνεις, σε κάποιες ονειρόσπαρτες αυλές να γονατίσεις, θα δεις παιδούλες όμορφες τριόδες που χαράζουν, πέταγμα νιότης ξένοιαστο, όμοιο προσκύνημα θεών, με παραστάτες άγγελους, προσκύνημα λυτρωτικό, αγιοποίηση τρανή, σε νάματα της φλογοβόλας νιότης! Ζωή γοργόχτυπη η φλέβα του λαιμού τους, ζωή, οπού μετρά γοργά τ’ αλέστο τους το μάτι, την άνοιξη σαν έρχεται καβάλα στις απλόκοσμες φτερούγες του Πηγάσου! Ραντίζεις άνθη Θάλεια, βρέχεις κρουσταλλοκρήνες, τον ίαμβο της μουσικής στα πέταλά τους κρύβουν, νότες μαγιάτικης νυχτιάς στα σωθικά κλεισμένες, ύμνοι σε έναστρο ουρανό, σ’ έρωτες πρωτολάτες! Φαρομανάει η καρδιά έξω να βγεί να σπάσει, άγια γαλήνη θα ντυθεί, την πλάση θα μεθύσει! Έρωτα παντεπόπτη! Βρήκα σαν που θρονιάστηκες! Στ’ ανάκτορα του Μίνωα, στου Ορφέα την κιθάρα, ύμνος ας γίνεις, στρατηγός μυριάδες να διατάζεις και όλοι εξακόντιοι καρδιές που περονιάζουν. Μας ήρθες άγια Κυριακή, της φύσης της αέναης θεία εσύ μητέρα δώσε μας απ’ την λάμψη σου κομμάτι αιώνια χάρη, να την επάρουν τα παιδιά πυρσούς θα την ανάψουν, χρυσόρροη να κάθεται κει στο κατώφλι η μοίρα, πλάστρα, μυριολαχτάριστη τη στράτα τους που πλάθει, ποτέ τους αλυσσόδεμα στα χέρια ας μη νοιώσουν, του κόσμου κυβερνήτες να κάθονται σε σκαλιστούς, σε Ολυμπίους θρόνους, στα χέρια νάχουν κεραυνούς την πλάση ας φωτίζουν, μ’εκείνες τις μυριόχρωμες της λευτεριάς λαμπάδες, που λεν την Άτροπο λευκή σα μαγεμένη νύχτα, νύχτα Μαγιού που βγαίνουνε στον κόσμο οι νεράϊδες νεραϊδοστόλιστες αυλές που ντύνουν, που παινεύουν. Γαλήνη αστραπόμορφη στρώσε μας το τραπέζι, λινά μεσάλια βάλε μας και φιρφιρένια σκεύη, που νύχτες τα υφαίνουνε αμάλαγες παιδούλες, κρυφά, ο
ήλιος να μη δει και το στημόνι αλλάξει… Το θέλουνε διπλόφαρδο, την τάβλα να γεμίζει, το θέλουνε πρωτόβγαλτο στης Κυριακής το γιόμα, να κάτσουν γύρω τα παιδιά, γύρω οι πατεράδες, σα νιόφυτα, σαν σταυραϊτοί, στην αγκαλιά του ήλιου, που πέρασε και ζήλεψε ώρια λινά μεσάλια! Αϋφάντρες μέρα φκιάστε τα, το φως μου ας τα ραίνει! Εγώ αντίκρυ σε γενιές ποτέ μου δε θα κάτσω, τις θέλω πλατανόχτιστες, τις θέλω πυργωμένες, με τα τετράδιπλα νεφρά και πλατιασμένα στήθια, να παίρνουν ξόμπλι από με στη γη πως περπατάνε, όσοι κρατάνε απ΄τη γενιά του ήλιου πρωτοτόκοι, που παν μπροστά στη σύναξη, που βγαίνουνε σπαθάτοι, κήρυκες λιονταρόψυχοι, στον Ευρυσθέα φέρνουνε τους άθλους στο πυθάρι! Τις νίκες να θερίζουνε εκεί δίπλα στον Λάδωνα, του Κόροιβου απόγονοι της Ολυμπίας γόνοι, κότινος νάναι στα μαλλιά, τα τείχη γκρεμισμένα, πανώριοι Άρηδες θα μπούν, θα διαφεντέψουν τύχες, στα χέρια τους τα στιβαρά, που Ηρακλείς θυμίζουν.
ΣΥΝΑΞΗ
Μας ήρθες άγια Κυριακή, χέρια φωτοαυγάζοντα στον ουρανό υψωθείτε, λάμψες ας κατεβάσετε μες στις καρδιές πιθώστε, πορτοπαράθυρα ανοιχτά ραίνουν και φωτοχύνουν σε ρούγες και σε γειτονιές, τα μάτια των απλοϊκών σαν προσευχή στον πλάστη, θα τρέξει απ’ τα σώψυχα το ως εμεγαλύνθη, τραγούδια όλα λιόθρευτα τη σύναξη κοσμείστε. Οχτώηχη Παντάνασσα σ’ όλους τους ήχους ψάλλε, ο μέγας δείπνος μυστικός, ωσάν επιλογή ζωής τριγύρω στο τραπέζι, όσων ο άδης της ψυχής συντρίβεται στα φώτα, όσοι κομμάτι της χαράς μπορούνε και δανείζουν. Αψίδα ανάλαφρη καρδιά, σα μέγας θαυματοποιός, όλα τα Κυριακάτικα τοπάζι τα στολίζεις, τριπλό τραπέζι της χαράς η άγια οικογένεια, σφιχτός χορός των μαθητών, με της αγάπης σύνδεσμο τα μάτια τους που λάμπουν. Βάλε πατέρα των χεριών σφραγίδα ροζιασμένη κομμάτια τίμιο ψωμί στα τέκνα να μοιράσεις, ψωμί που πήρες απ’ τη γη σχίζοντας με τ’ αλέτρι σπλάχνα της χρυσοκέντητα, λυτρωτικά χαρίζει σε όσους έμαθαν και ζουν στο χέρι το σταβάρι, στο νου τη φλόγα της ζωής, ταγμένοι στο
καθήκον, σα δάφνη τους χρυσούς βλαστούς που φέρουν στο κεφάλι. Μα δεν υπάρχει άλλη χαρά μεθυστική, φευγάτη, παρά λιγνά παιδόπουλα να στέκουν στο τραπέζι! Βλαστοί ψυχής! Βλαστοί καρδιάς! Σάρκα απ’ τη σάρκα είναι, που πάνε πέρα τη γενιά, πέρα απ’ τους αιώνες, που μοναχοί δακρύβρεκτοι ποτάμι αγναντεύουν… Νιότη διαβαίνει αγέρωχη, στον χρόνο δεν κιοτεύει! Έμαθε να ριζοβολά καρπούς Μπιζανομάχους, να μην λυγίζουν στη φθορά σθένος ψυχής, τραγούδα, αιώνες σας κιοτέψαμε την Περσεφόνη πήραμε, στο ξέφωτο τη στήνουμε, βγήκαμε στην Αυλίδα, εδώ λαμπροπερνάμε, κόρες δε θυσιάζουμε, ανθούς δεν τους χαλάμε… Ανέμους ούριους Αίολε στη θάλασσα ριζώνεις, τριήρεις σιγοδέονται στα χέρια των αιώνων και στην απέναντι ακτή στην Τροία που πηγαίνουν, εκεί τον Λαοκόοντα με φίδια θα τυλίξουν, για να μπορέσει ο Αχιλλεύς στα τείχη να στεριώσει, να κδικηθεί το θάνατο του φίλου του Πατρόκλου… Θάνατο πήρες Έκτορα, η Ανδρομάχη κλαίει, τέκνο της το λαυρόμοιρο τον κύρη του ζητάει…
ΣΑΛΟΤΗΤΑ
Φάγετε πάντες, πίετε, τόσο απλή η προσευχή! Δέηση ερημίτη! Στα Καυσοκάλυβα που ζει, ξερό κομμάτι αρτύζεται, λάχανα, ακρίδες και βολβούς η στέρηση προστάζει και πάει το πνέμα μακριά με την ψυχή να σμίξει, στου Άθου την ακρόστεγη δίπλα στου Ξενοφώντα, αλάφιασμα να νοιώσουνε, ανάταση το λένε, άγια Χριστού σαλότητα στο νου θα βολοδέρνει, μακριά οι καημοί κι οι μέριμνες, της βιωτής τα πάθη, εδώ δε στέκουν πειρασμοί, βαθύσκιωτα τενάγη, μόνο λειμώνες θαλεροί, Χερουβικά, Πολυόματα συγκάθεδροι που στέκουν! Εσύ, άγιε ερημίτη, δώσε την εντολή σου, των έφηβων το μέστωμα πλάτανος ας βλαστήσει, δροσοσταλίδα ας σταθεί ο Μάης με τα μήλα, κορμιά να γιγαντώσουνε σαγήνης αετόπουλα στον ουρανό πετάνε! Μητέρα ρίξε στον χορό τη φωλιασμένη αγάπη, Υάκινθο το πρώτο σου παιδί να το φωνάξεις, χρυσή αχτίδα η γενιά ας λάμψει, ας θεριέψει και η χιλιόχρονη ευχή, ωσαν λαμπάδα, ασίγαστα να καίει στην ποδιά σου, θλίψη και πόνος μη διαβούν του λίκνου το κατώφλι, χαρά πλημμύρα ανείπωτη τον κόρφο ας στολίζει η ροδοπόρφυρη δροσιά, ίδια φανταχτερός ανθός το βιός τους ν’ αυγαταίνει! Ηφαίστειο η ζήση τους λαμπάδες να ανάβει! Ηφαίστειο της Νίσυρος, του Αιγαίου τα γαλανά νερά που απειλεί να κάψει! Εδώ σε τούτα τα νερά δεν στέκουνε φοβέρες, φωτιά δε σε πιεντάμε, βωμούς, κραυγές υψώνουμε, άγρυπνοι φαροδείκτες, μόνο το γαλανό νερό φυλάμε νύχτα μέρα, να μη χαθεί η λάμψη του, να μη χαθεί η προίκα του, αυτή που το στολίζει χρόνια πανάρχαια πολλά,τη λεν γαλαζοσύνη, μαύρη ποτέ ας μη φανεί και του Αιγέα τα πανιά ας στέκονται στο θρόνο, λευκά ολόλευκα ψηλά! Σούνιο το ακοίμητο κλάψε για τον Θησέα, της Αριάδνης η μορφή θόλωσε το μυαλό του, μέσα στην τόση του χαρά με μαύρα ταξιδεύει…
ΚΙΤΡΙΝΑ ΦΥΛΛΑ
Κίτρινα φύλλα αντίκρισες, μη λυπηθείς, το καλοκαίρι ακόμα δεν τέλειωσε! Κρατά μια τρυφερή αγκαλιά και παρατεταμένη! Αρνείται να παραδοθεί στα πρωτοβρόχια δούλος, θέλει να κλείσει αίματα, θέλει να δει τους ήλιους! Δεν άρκεσαν, δεν έφτασαν οι πυρωμένες μέρες! Πάνω στον άχραντο γιαλό, όμοια αραβουργήματα χαράζει τις αγάπες! Δάνειες του Χινόπωρου θα πάρει τις λαμπράδες, την αρμονία των καρδιών θα φτιάξει, θα τελειώσει, τις νεραϊδονυφάδες του θα κρύψει στ’ αστραπόβροντα, πάλι λιγνές κι αιθέριες τον Θεριστή τις καρτερά, του κύκλου το παιγνίδι, μεθύσι οινοστάλακτο, λάγνο καλοκαιράκι! Πέρασες άγια Κυριακή, ροδόσταμο μας πότισες, μας φίλεψες καλούδια, όσα η ποδιά σου η κεντηστή στην αγκαλιά της κλείνει, μέσα χωράει όλης της γης τον τίμιο ιδρώτα, στο μέτωπο που χύνεται σαν καταρράχτης της χαράς το νου που καταυγάζει. Εσύ της άγιας Κυριακής απομεσήμερο γλυκό χτυπάς και τις καμπάνες, μυσταγωγία στις καρδιές μας σφάλισες και πήγες σε τόπους άλλους, μακρινούς, ανατολές θα σπείρεις, η πλάση όλη Κυριακή ας νοιώσει, ας ρηγίσει! Έξω απ’ την πόρτα των καρδιών χρυσόθρονα να θρονιασθεί το επι γης ειρήνη, να πάρουν τα περάσματα, των πελαργών τα σμήνη, μήνυμα να το πέμψουνε σε χώρες σκονισμένες απ’ τον αχό της προσφυγιάς, του μισεμού τον πόνο, σβάρνα τους παίρνει ο άδης τους, ανέστιοι, λαυρόμοιροι, πατρίδες που ζητάνε… Ειρήνη ορθοτόμησε όλων τη σκέψη των τρανών… Ειρήνεψε μανάδες, και άγιο κατευόδιο στου μισεμού καράβια, καλόροτα, αλώβητα, στα βάθη των ωκεανών, τα κύματά τους αγκαλιές ξωπίσω ας γυρίζουν, θωπείες γλυκοστάλακτες στ’ ανταριασμένα χνώτα… Γαληνεμένες, ήρεμες, το βογγητό σε προσευχή θα κάνουν βλαστούς σαν καλοδέχτηκε η νέα γη του μισεμού, χίλια μύρα της άνοιξης ας δρέπουν, ας θεριεύουν, σαν λαμνοκόποι ακάματοι… Απ’ την ποδιά της μακριά… Μα η χαρμολύπη θρόνιασε αιώνια ελπίδα… Νόστιμον ήμαρ, άμποτες η ανατολή θα φέρει Υπάρχει δίκης οφθαλμός, που όλα τ’ αγναντεύει… Μισέματα και προσφυγιές… Αδέκαστη, αδαπάνητη, η κρίση δε θ’ αργήσει… Δίκιο κρατά μυριόχρυσο, σε θεριεμένους ουρανούς, κόκκινο, μπλέ και θαλασσί το δίκιο τους θα σπείρει…








































































