Τα φακελάκια του Ψυχοσάββατου (της Νόνης Σταματέλου) | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Σα, Ιουν 19th, 2021

Τα φακελάκια του Ψυχοσάββατου (της Νόνης Σταματέλου)

psychosavvato

Της Νόνης Σταματέλου

Μεγαλώσαμε για να μασάμε τα λόγια μας.

Τα ψυχοσάββατα έχουν καθιερωθεί απ΄ την Ορθόδοξη εκκλησία ως μέρες αφιερωμένες στις ψυχές των κεκοιμημένων κι ο λαός μας πολύ τα σέβεται. Ακόμα κι ο πιο αδιάφορος, έχει κάτι να θυμηθεί απ΄ την ιερότητα των σκηνών στο σπίτι ή στο ναό, όπου κυρίως οι γυναίκες αναλάμβαναν έναν ρόλο μεσάζοντα ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς, ανάμεσα στον άνω και κάτω κόσμο. Με τα κόλλυβα, με τα κεριά, τα λάδια, τα χαρτάκια με τα ονόματα…

Σήμερα στη ζωή μας κυριαρχούν άλλα πράγματα, ωστόσο υπάρχουν ενορίες ζωντανές, που καταφέρνουν να παρηγορήσουν τις ψυχές των πενθούντων κρατώντας κάτι απ΄ το τελετουργικό, χωρίς να τους υποτάσσουν σε κανενός είδους υποχρεωτικότητα ή θρησκοληψία.

Η αλήθεια είναι ότι έχω αρκετούς φίλους ιερείς, που με κάνουν περήφανη γιατί συνεχίζουν το αποστολικό έργο με ταπεινό φρόνημα και αίσθημα ευθύνης, με ανοιχτό μυαλό και διάθεση αυτοπροσφοράς. Να ξέρουν λοιπόν ότι αυτά που θα γράψω δεν τους αφορούν.

Βρέθηκα σε χωριό της Ηπείρου με σπουδαία ιστορία, με πέτρινα σπίτια και ψηλά δέντρα, όπου τα πρόσωπα των ανθρώπων είχαν κάτι απ΄τη σκληρότητα της πέτρας και ταυτόχρονα κάτι ελπιδοφόρο όπως οι φωνές των πουλιών και το κελάρυσμα του νερού στα ρυάκια.

Το κοιμητήρι πίσω απ΄ το ιερό βήμα αγνάντευε το ψηλό βουνό που έχει καταπιεί χρόνια και χρόνια τους γοερούς θρήνους ή τα βουβά κλάματα τόσων αποχωρισμών.

Επτά γριές στο πεζουλάκι σήκωσαν τη μπόλια απ΄ το πιατάκι με το βρασμένο στάρι κι οι λιγοστοί άντρες έπαιρναν με τα τρία δάχτυλα, το έβαζαν κατευθείαν στο στόμα και κάθονταν παραπέρα αμίλητοι.

Ο παπάς που είχε φτάσει απ΄ την πόλη, νέος, καθαρός, με ωραίο λόγο, μετά τη λειτουργία ετοιμάστηκε για το τρισάγιο στους τάφους.

Πλησίασα τις δυο μαυροντυμένες γριούλες που με δυσκολία ανέβαιναν τα σκαλάκια. Η θεια Ρίνα είχε κλείσει τα ενενηνταπέντε, σκυφτή μέχρι το χώμα, είχε χάσει στον εμφύλιο δυο αδέρφια, τον αφέντη της απ΄ την παλιαρρώστια στα τριανταπέντε του, τους δυο γιους της σε τροχαίο και μεγάλωσε μόνη της τέσσερα εγγόνια. Φτωχή, πεντάφτωχη. Αλλά το μάτι της άστραφτε ακόμα.

Η θειά Βασίλω στα ογδονταπέντε, με έναν γιο στη φυλακή για χρέη και μια κόρη που χάθηκε στη γέννα μαζί με το παιδί, διάβαζε βίους αγίων στα παιδιά της γειτονιάς και ζούσε με λίγο φαγητό που της έδιναν οι συγγενείς στο διπλανό σπίτι. Καμιά φορά ο ανηψιός της, της άφηνε πάνω στο τραπέζι τίποτα ψιλά. Πρόσωπα εξαϋλωμένα απ΄ τη νηστεία, τα λόγια τους κοφτά και μετρημένα, σαν χρησμοί.

Η μια είχε ετοιμάσει στη χούφτα της μαζί με το διπλωμένο χαρτάκι πέντε ευρώ για τον παπά κι η άλλη δέκα.

Το μάτι μου γυάλισε.

Πώς αλλιώς κόρη μου; τόσα κάνει ο παπάς για τς πεθαμένους, ντρέπομαι να ντ δώκω λιγότερα. Θέλω να τα πει όλα τα λόγια σήμερα.

Θεια ένα κεράκι φτάνει για τις ψυχές των αγαπημένων μας, κράτα τα λεφτά, είναι η δουλειά του παπά αυτή… πληρώνεται απ΄ το κράτος.

Ο καλοβαλμένος παπάς με τον ωραίο λόγο που θα τον έλεγες και πνευματικό, άπλωσε διακριτικά το χέρι και μετά το έχωσε βαθιά στην τσέπη του ράσου. Στο τέλος, το μικρό εκκλησίασμα, κατηφόρισε το καλντερίμι και σαν σκιές χάθηκαν οι άνθρωποι στις αυλόπορτες, ενώ ο καπνός απ΄ το μοσχολίβανο ανέβαινε ώσπου ενώθηκε με το σύννεφο.

Πλησίασα τον παπά.

Πάτερ, γιατί δέχεστε χρήματα απ΄ τις χαροκαμένες γριούλες, πέντε χρόνια στο χωριό, τα ξέρετε. Αυτές έχουν την ανάγκη της εκκλησίας. Πώς μπορείτε κι απλώνετε το χέρι σας…

Για τον ναό μου απάντησε, για τον ναό. Κι απομακρύνθηκε αμήχανος και βιαστικός.

Ντρέπομαι του είπα που δεν τιμάτε το ράσο σας.

Η οργή μου μαλάκωσε ξαφνικά γιατί σκέφτηκα κάποιους άλλους ιερείς, θυμήθηκα τον αγαπημένο μου πνευματικό, δεσπότη της Πρέβεζας, τον Μελέτιο με την ασκητική ζωή, την ιλιγγιώδη μόρφωσή του, την αγιότητα και το παιδικό του γέλιο. Κάθισα στο μικρό καφενείο κάτω απ΄ τον αιωνόβιο πλάτανο και κατέφυγα διαδικτυακά στην «Αναφορά στον Γκρέκο», για να θυμηθώ πάλι τον παπά του Καζαντζάκη με τα χυμένα μακριά μαλλιά στους ώμους και τα πρησμένα κατακόκκινα μάτια σαν να ΄χε κλάψει, που ανοίγει την πόρτα του στον ξενομπάτη και του στρώνει να φάει και να κοιμηθεί ενώ στο μέσα δωμάτιο ξενυχτούσαν οι γυναίκες και η παπαδιά το νεκρό παιδί του.

Μετά πήγα στον παπά Διανέλο, τον παπά Φραγκούλη του Παπαδιαμάντη, άλλους απλούς κι ανώνυμους, τον παπα-Δημήτρη, τον π. Αλέξανδρο τους φίλους μου… και παρηγορήθηκα λίγο κι έκλαψα που δεν έχει εγκαταλείψει ακόμα τον κόσμο η αγάπη του Χριστού.

Έτσι, σκέφτηκα, η σταυροαναστάσιμη ελπίδα σαν πεταλούδα θα μπαινοβγαίνει στην ψυχή μας κι η μοίρα του θνητού θα μας ακολουθεί. Όσο ζούμε κι ανασαίνουμε πότε θα φτεροκοπάμε με τη χαρά των αγγέλων, άλλοτε πάλι θα σερνόμαστε στα σκοτάδια των δαιμόνων.

Πλησιάζει η Κυριακή της Πεντηκοστής που θεωρείται η γενέθλια μέρα της εκκλησίας και λέω πως το ανθρώπινο γένος δεν είχε ποτέ τόσο ανάγκη το φωτισμό όσο τώρα. Και η Εκκλησία ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσο μεγάλη ανάγκη τον αναβαπτισμό της στο Πατερικό πνεύμα όσο σήμερα.


Displaying 1 Comments
Have Your Say
  1. Ο/Η nina thermos λέει:

    sunkinihika.kyria.noni.sumera.diabasa.tois.edomihes.skepseis.mou.kai.mazoi.tois.apories.mou.poso.orha.kai.sosta.einai..ola.ossa.lete.dustihos.etsi.eine.

Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        









Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.