“Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δεν θα πεθάνει μόνος: τσάκισέ τον!”* (της Βασιλικής Γαζή)
Της Βασιλικής Γαζή
Η ανησυχητική άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη που παρατηρείται την τελευταία δεκαετία δεν είναι τίποτα παρά η αναμενόμενη μορφή που παίρνει η αστική εξουσία όταν βρίσκεται σε κατάσταση σήψης, όταν δεν υπάρχει πλέον περιθώριο συναίνεσης, και δεν αποτελεί ούτε ιστορικό πισωγύρισμα ούτε κάποια «ανωμαλία» της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οικοδόμημα μονοπωλιακής ολοκλήρωσης, ταξικά προσανατολισμένο από τα γεννοφάσκια του, διανύει την πιο βαθιά στρατηγική κρίση της, ενώ οι αντιφάσεις της, μέχρι πρόσφατα διαχειρίσιμες μέσω ενός υποτιθέμενου πολιτικού «κέντρου», σήμερα παράγουν μια πλήρη και γενικευμένη αστάθεια. Το αφήγημα της ειρήνης και της ευημερίας έχει καταρρεύσει, ο πόλεμος επιστρέφει στον πυρήνα της ηπείρου, το βιοτικό επίπεδο καταρρέει μεθοδικά, και φυσικά το δημοκρατικό προσωπείο διαρκώς ρηγματώνεται. Οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις εντείνουν την ανασφάλεια, διαβρώνουν τη μικροαστική βάση και δημιουργούν συνθήκες πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η άρχουσα τάξη προφανώς και δεν παίζει το παιχνίδι της στα τυφλά, αλλά προσαρμόζεται, χτίζει νέα σχήματα επιβολής, προετοιμάζεται για την επόμενη φάση. Η ενίσχυση ακροδεξιών και ανοιχτά φασιστικών πολιτικών δυνάμεων, είτε υπό τη μορφή «σοβαρών» δεξιών κομμάτων είτε ως μορφώματα ανοιχτά αυταρχικά και ρατσιστικά, δεν είναι «αντισυστημική» αντίδραση, αλλά εργαλείο του ίδιου του συστήματος. Ο φασισμός, ιστορικά, υπήρξε η τελευταία γραμμή άμυνας του κεφαλαίου απέναντι στην επαναστατική απειλή, την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος. Αποτελούσε πάντα μορφή διακυβέρνησης που προκύπτει από την ανάγκη του συστήματος να συντρίψει κάθε πιθανότητα ριζοσπαστικής ανατροπής όταν οι συνηθισμένες μέθοδοι, δηλαδή εκλογές, εναλλαγή κυβερνήσεων, «μεταρρυθμίσεις», δεν επαρκούν. Η κρίση του κοινοβουλευτισμού επομένως οδηγεί στην αναζήτηση «πιο σταθερών» μορφών εξουσίας της άρχουσας τάξης, δηλαδή πιο αυταρχικών, πιο συγκεντρωτικών, με ολοένα αυξανόμενη αστυνόμευση, και ελεγχόμενη δημόσια σφαίρα.
Η χώρα μας, όπως άλλωστε ξεκάθαρα παρατηρούμε σήμερα, αποτελεί καθαρό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης. Η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με τα δεκανίκια της στην δεξιά και την κεντροαριστερά, έχει εγκαταλείψει παντελώς κάθε πρόσχημα φιλελευθερισμού. Νομοθετεί σταθερά υπέρ του κεφαλαίου, υποβαθμίζει σε ντροπιαστικό επίπεδο την εργατική και μικροαστική τάξη, επιτίθεται ανοιχτά σε κάθε μορφή συλλογικής διεκδίκησης, καταγγέλλει ανοιχτά την απεργία, διώκει φοιτητές, ενισχύει την καταστολή, θωρακίζει τους μηχανισμούς ελέγχου και παρακολούθησης. Η υποθέσεις του «ατυχήματος» των Τεμπών, των υποκλοπών, των «κατσικιών» της Κρήτης, που θα έριχναν αμέσως κυβερνήσεις σε οποιοδήποτε «δημοκρατικό» σύστημα, κουκουλώθηκαν σε χρόνο ρεκόρ. Το δικαίωμα στη στέγαση, στην περίθαλψη ή ακόμα και στην απλή επιβίωση παραβλέπονται εντελώς, και η έλλειψη αυτών θεωρείται φταίξιμο του ίδιου του πολίτη. Η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και η πλήρης στοίχιση με τις ΗΠΑ δεν παρουσιάζονται καν ως επιλογές, αλλά ως μονόδρομος. Κάθε φωνή αμφισβήτησης βαφτίζεται στη καλύτερη περίπτωση ως «γραφική» και «λαϊκιστική», και στη χειρότερη ως «ακραία» ή «επικίνδυνη για το έθνος». Αυτή η δήθεν νέα πολιτική δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει, γιατί η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς στην Ευρώπη είναι, πολύ απλά, μια προέκταση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, μια προσπάθεια αυτού να επιβληθεί στον λαό σε μια εποχή όπου το σύστημα απειλείται.
Παραθέτω μια εξαιρετικά διαφωτιστική ανάλυση του Γκεόργκι Δημητρώφ, κορυφαίου Βούλγαρου ηγέτη του κομμουνιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, που αποτυπώνει με ακρίβεια τη μαρξιστική ερμηνεία του φασισμού: (με πλάγια γράμματα το χωρίο)
«Ο φασισμός δεν είναι μια μορφή κρατικής εξουσίας που «στέκεται πάνω και από τις δύο τάξεις, το προλεταριάτο και την αστική τάξη,» όπως έχει υποστηρίξει, για παράδειγμα, ο Όττο Μπάουερ. Δεν είναι «η εξέγερση της μικροαστικής τάξης που κατέλαβε τους μηχανισμούς του κράτους,» όπως δηλώνει ο Βρετανός σοσιαλιστής Μπρέιλσφορντ. Όχι, ο φασισμός δεν είναι μια εξουσία που στέκεται πάνω από τις τάξεις, ούτε κυβέρνηση της μικροαστικής τάξης ή του λούμπεν προλεταριάτου πάνω από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Ο φασισμός είναι η εξουσία του ίδιου του χρηματιστικού κεφαλαίου. Είναι η οργάνωση της τρομοκρατικής εκδίκησης εναντίον της εργατικής τάξης και του επαναστατικού τμήματος της αγροτιάς και της διανόησης. Στην εξωτερική πολιτική, ο φασισμός είναι το πιο βάρβαρο είδος πατριωτισμού, που τρέφει ζωώδη μίσος για άλλα έθνη.
Αυτή η αληθινή φύση του φασισμού πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα γιατί σε πολλές χώρες, κάτω από το πρόσχημα της κοινωνικής δημαγωγίας, ο φασισμός κατάφερε να κερδίσει την υποστήριξη της μάζας της μικροαστικής τάξης που έχει αποδιοργανωθεί από την κρίση, και ακόμα και ορισμένων τμημάτων από τα πιο οπισθοδρομικά στρώματα του προλεταριάτου. Αυτοί δεν θα είχαν ποτέ στηρίξει τον φασισμό αν κατανοούσαν το πραγματικό του χαρακτήρα και την αληθινή του φύση.»
Ο φασισμός, λοιπόν, στη δική μας εποχή, δεν εμφανίζεται ως δικαιολογημένη αντίδραση των μαζών ενάντια στο σύστημα, αλλά ως προέκταση του ίδιου του συστήματος, το οποίο υπερασπίζεται πάση θυσία, με τρόπο όλο και πιο απροκάλυπτο, πιο βίαιο, πιο ξεδιάντροπο. Στην πράξη, οι φασιστικές δυνάμεις λειτουργούν ως το μακρύ χέρι της αστικής εξουσίας, διαχέοντας το δηλητήριο του ρατσισμού, του σεξισμού, του αντικομμουνισμού, του μίσους προς κάθε διαφορετικότητα και συλλογικότητα. Υποκαθιστούν την πολιτική με την απόλυτη ταυτοτική υστερία, υπόσχονται στον λαό την «τάξη» σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε αποσύνθεση, ακριβώς επειδή δεν έχουν καμία πρόθεση να αγγίξουν τις αιτίες αυτής.
Πρέπει να επισημανθεί επομένως, το προφανές: ότι τα ακροδεξιά μορφώματα στην Ελλάδα, από τη Χρυσή Αυγή και τα απομεινάρια της, μέχρι τα νέα σχήματα που ξεπηδούν από τον σκληρό πυρήνα του αστικού κράτους, έχουν στηριχτεί, άμεσα ή έμμεσα, από μηχανισμούς εξουσίας. Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται από τα ΜΜΕ, τα δικαστήρια και το ίδιο το πολιτικό σύστημα αποδεικνύει πως δεν θεωρούνται «απειλή», αλλά εν δυνάμει εργαλείο· όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν, το σύστημα δεν θα διστάσει να τα αξιοποιήσει ξανά.
Γίνεται έτσι σαφέστατο ότι η αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων δεν μπορεί να είναι ηθικολογική, ούτε «πολυφωνική» και «ανεκτική»· η μόνη ουσιαστική απάντηση στον φασισμό είναι η συνειδητή οργάνωση του λαού, με ξεκάθαρη ταξική βάση, και όχι γενικώς «ενάντια στον φασισμό», αλλά ενάντια στο σύστημα που τον γεννά και τον χρειάζεται. Αυτό σημαίνει οικοδόμηση μαζικού, πολιτικοποιημένου ταξικού κινήματος, με τη μορφή σταθερής, οργανωμένης δουλειάς σε γειτονιές, σχολεία, και χώρους εργασίας. Η ανεκτική, κοινοβουλευτική σοσιαλδημοκρατία δεν αρκεί, καθώς η ίδια της η ύπαρξη λειτουργεί ως στήριγμα στο σύστημα που γεννάει τέτοια φαινόμενα· άρα, απαιτείται καθαρή γραμμή ταξικής πάλης, χωρίς εκπτώσεις και παραχωρήσεις, καθώς η σύγκρουση με τον φασισμό δεν είναι αγώνας διαχωρισμένος από την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά δύο πράγματα που ταυτίζονται. Ο φασισμός πέφτει μόνο όταν γίνεται πολιτικά αχρείαστος για το κεφάλαιο, δηλαδή όταν ο λαός έχει τη δύναμη να διεκδικήσει την εξουσία, και όταν η εργατική τάξη πάψει να είναι θεατής και γίνει πρωταγωνιστής· όταν, δηλαδή, ξεριζωθούν οι συνθήκες που επιτρέπουν σε αυτόν να υπάρχει.
Η απάντησή μας, λοιπόν, πρέπει να είναι πολιτικά οργανωμένη, θεωρητικά εξοπλισμένη, και, κυρίως, στραμμένη στο μέλλον. Όχι απλά αμυντική, όχι επικεντρωμένη στην επιβίωση, αλλά στην ανατροπή.
* Τίτλος από το τραγούδι «Ο Φασισμός» της Μαρίας Δημητριάδη

















































































