Τ΄ Αϊ-Βασιλειού με τους σέμπρους (Έθιμα Πρωτοχρονιάς) Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Πε, Δεκ 31st, 2015

Τ΄ Αϊ-Βασιλειού με τους σέμπρους (Έθιμα Πρωτοχρονιάς)

Της Κωνσταντίνας Γεωργακάκη

Μέρος Πρώτο

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Δυνατός νοτιάς φορτωμένος υγρασία είχε εκτοπίσει τον βόρειο άνεμο, που από τα Χριστούγεννα είχε παγώσει τα πάντα. Η αδελφή μου παταγουδιασμένη από το κρύο αντιδρούσε απαγγέλλοντας το «ο Βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει» κι εγώ με τον αδελφό μας κλαίγαμε ακούγοντας τους στίχους και τα δάκρυά μας ζέσταιναν τα χέρια μας που ήταν γεμάτα χιονίστρες.

1

Στη γειτονιά ετοίμαζαν τις βασιλόπιτες, δηλαδή τις λευκαδίτικες λαδόπιτες κι ο τόπος μύριζε κανέλλα και γαρύφαλλα, καθώς έριχναν με την κουτάλα το σιρόπι που κόχλαζε, στη μεγάλη μπακιρένια κατσαρόλα με το χαλβά.

2

Παρέες παιδιών από μακρινές γειτονιές έψελναν τα κάλαντα και οι νοικοκυραίοι έσφαζαν τους κοκοτούς για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι.

Προσμέναμε τον Αη Βασίλη κι η προσδοκία μας δεν έφτανε πέρα από ένα μεγάλο μπαλόνι με πολλά χρώματα και τη στρούνα μας, μερικές δραχμές από τον πατέρα και τους στενούς συγγενείς, που για μας ήσαν ολάκερος θησαυρός.

3

Η Σόρα Κάτε ξεθάρρεψε με το νοτιά, εξέτασε τη δύση, τη βρήκε πιασμένη αλλά όχι σε ανησυχητικό βαθμό και αποφάσισε να πάει στον Αϊ-Γιάννη ν΄ ανάψει τα καντήλια για να μη βρει ο καινούργιος χρόνος κατασκότεινη την εκκλησία. Ο πατέρας μου προσπάθησε να την εμποδίσει, αλλά εκείνη τον διαβεβαίωσε ότι τρέχοντας θα πήγαινε, θα άναβε τα καντήλια και τρέχοντας θα γύριζε. Ξεσηκώθηκα να πάω μαζί της, έγινε φασαρία, άρχισα να κλαίω και τελικά με άφησαν να την ακολουθήσω.

4

Ξεκινήσαμε βιαστικά χωρίς προμήθειες, διότι νωρίς το απόγευμα θα είχαμε γυρίσει. Μπήκαμε στον ελαιώνα, κόψαμε από τα πιο σύντομα μονοπάτια, παρακάμψαμε σημεία που είχαν μετατραπεί σε λίμνες από τις βροχές, αντισταθήκαμε στη θέα των άγριων χόρτων, που είχαν φυτρώσει παντού και μόνο μερικές άγριες βιολέτες με το μεθυστικό άρωμα κόψαμε, για τον Άγιο.

12

Ο ελαιώνας μύριζε υγρασία και ήταν τυλιγμένος σε μια απαλή πάχνη που ίσα-ίσα έσβηνε την ευκρίνεια των σχημάτων, αλάφρωνε τους όγκους και δημιουργούσε μυστηριακή προοπτική. Τα σύννεφα στον ουρανό βάραιναν και τα πουλιά του κάμπου είχαν εξαφανιστεί.

16

Φτάσαμε πολύ γρήγορα στο βασίλειό μας. Οι βροχές είχαν κατεβάσει κοκκινόχωμα από το βουνό και οι τοίχοι του ναού, τα πεζούλια, καθώς και το καμπαναριό είχαν χρωματιστεί. Τα κυπαρίσσια ξεπλυμένα ανέδιδαν την τόσο οικεία οσμή τους, καθώς ο νοτιάς ανάδευε τους κλώνους τους και τα κυπαρισσόμηλα είχαν σχηματίσει σωρούς στο χώμα.

13

Η θάλασσα μπροστά μας ανάσαινε βαριά κι ο βράχος μόλις ξεχώριζε στη θολούρα που ολοένα και πύκνωνε, καθώς τα σύννεφα κατέβαιναν βιαστικά απ΄ τα ψηλώματα. Η Σόρα Κάτε κοίταζε συνέχεια τουν ουρανό με ανήσυχο βλέμμα και βιαστικά άνοιξε το κελλί, πήρε καινούργιες καντηλήθρες και μπαμπάκι και μπήκε στο ναό για να ετοιμάσει τα καντήλια. Την ακολούθησα.

6

Ήταν σκοτεινά, είχε πολλή υγρασία και παγωνιά, ένα σωρό σαρανταποδαρούσες σεργιάνιζαν αργά στις υγρές πλάκες και ο τοίχος από την πλευρά του βουνού έσταζε υγρασία. Καθάρισε πρόχειρα τις πλάκες του δαπέδου, άναψε τα καντήλια κι εγώ ετοίμασα το θυμιατό. Πυκνό θυμίαμα απλώθηκε παντού και στο φως των καντηλιών όλα μεταμορφώθηκαν. Η ερημιά κι η εγκατάλειψη απομακρύνθηκαν και ο ναός απέκτησε την τόσο οικεία σε μας ατμόσφαιρά του. Οι αγριοβιολέτες, κατάλευκα μικρά αστέρια, είχαν κάνει κιόλας το θαύμα τους: έδιωξαν μακριά την οσμή της μούχλας και της υγρασίας…

7

Της ζήτησα να πούμε το «Φως ιλαρόν», όμως εκείνη φάνηκε πολύ βιαστική, ανασπάστηκε όλες τις εικόνες, έσβησε το θυμιατό, έκανε και την ύστατη υπόκλιση στον Άγιο, καθώς έκλεινε την πόρτα και ετοιμάστηκε να κλειδώσει την πόρτα του κελλιού για να φύγουμε.

8

Ένοιωσα απογοητευμένη και διαμαρτυρήθηκα. Ήθελα να μείνω περισσότερο, να τρέξω στην παραλία στα λημέρια μου και να φάω το ψωμοτύρι μου απαγκιασμένη στο αλμυρίκι μου. «Σκιάζομαι μη μας πιάσει το νερό, ψηχή μου», απολογήθηκε. «Μόνο για λίγο», ικέτευσα κι όταν μου χαμογέλασε, έτρεξα ακάθεκτη προς την ακρογιαλιά. Η περαλία, απέραντη λευκή, ψιλή άμμος, ήταν απάτητη και λεία, αρκετά φαγωμένη από τις φουρτούνες και με σωρούς φυκιών κατά διαστήματα.

Οι παράγκες των παραθεριστών έρημες και οι αυλές τους χορταριασμένες.

9

Μόνο τα δικά μου ίχνη υπήρχαν σ΄ ολόκληρη αυτή την απεραντοσύνη. Κοίταξα πίσω μου. Τα δασωμένα βουνά έμοιαζαν να κατηφορίζουν στο γιαλό, καθώς τα σύννεφα σπρωγμένα απ΄ τον άνεμο έτρεχαν προς τα χαμηλώματα. Το σπίτι στην άκρη του εγκρεμνού πάνω από τη θάλασσα μόλις και ξεχώριζε στη θολούρα που ολοένα και πύκνωνε. Τα θροΐσματα από τον κοντινό πευκώνα είχαν δυναμώσει, ο ορίζοντας είχε χαθεί και ο ήλιος ήταν εντελώς κρυμμένος. Ο αέρας μετέφερε πια κόκκινο χώμα, παρέσερνε τα φυτά και σήκωνε θάλασσα. Στον ουρανό, σμήνη από τριροπούλια πέταγαν ανήσυχα πέρα δώθε σε συνεχώς μεταβαλλόμενους σχηματισμούς.

10

Ένας τρομερός κεραυνός χαράκωσε τα σύννεφα στη μεριά της δύσης. Το τοπίο αγρίεψε κι άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες χοντρές στάλες. Τρέχοντας, έφτασα στο κελλί όπου η Σόρα Κάτε είχε ανάψει τη φωτιά κι έβραζε αλιφασκιά. Κάθισα στο χαμηλό σκαμνάκι και την κοίταξα ανήσυχη. «Μπόρα είναι, θα περάσει…», είπε καθησυχαστικά. Ήπια την αλιφασκιά μου κοιτάζοντας τις φλόγες ενώ από πάνω μας τα παλιά κεραμίδια δέχονταν καρτερικά τη βροχή.

Η μπόρα όμως δεν περνούσε. Αντίθετα δυνάμωνε. Οι ρονιές έγιναν μικροί καταρράκτες, η αυλή λίμνη και η φωτιά μας έμοιαζε ανίσχυρη μπροστά στη μανία των στοιχείων. Δυνάμωσε τη φωτιά, ευτυχώς υπήρχαν πολλά κούτσουρα ελιάς στη γωνιά μας και άρχισε να ψάχνει τις προμήθειές μας. Υπήρχε λάδι, ρύζι, τοματοπελτές, αλεύρι, πεκιμέζι, σταφίδες και ελιές. Ευτυχώς, η στέγη μας δεν έσταζε καθόλου κι ο χώρος είχε ήδη ζεσταθεί.

5

«Που θα πάει, όπου να ΄ναι θα σταματήσει…», μονολογούσε. Δεν σταματούσε και οι ώρες περνούσαν, έπεφτε το σκοτάδι κι ανάψαμε τη λάμπα που ήταν πάντα κρεμασμένη στον τοίχο, γεμάτη πετρέλαιο και με πεντακάθαρο το λαμπογυάλι της. Τώρα πια και να σταματούσε η νεροποντή, ήταν αδύνατο να γυρίσουμε, γιατί ο κάμπος ήταν αδιάβατος, τα μονοπάτια θα είχαν χαθεί στα νερά και δεν θα ξέραμε από που να διαβούμε μέσα στο σκοτάδι. Θα υποδεχόμασταν τον καινούργιο χρόνο στον Αϊ-Γιάννη κι Εκείνος όλο και κάτι θα οικονομούσε για μας, όπως έκανε κάθε φορά που τα πράγματα δυσκόλευαν…

Δυνάμωσε τη φωτιά και με έβαλε να πυρώνω τα κλινοσκεπάσματα για να φύγει η υγρασία ενώ εκείνη ανάπιασε το προζύμι που πάντα διατηρούσε μέσα σε πήλινο κεσεδάκι με λάδι. «Θα σου φκιάσω τηγανόψωμα με πεκιμέζι και μια νόστιμη σούπα με ρύζι και πάστα ντομάτα. Θα φάμε σα βασιλιάδες απόψε… Δόξα Σοι ο Θεός, πλούσια τα ελέη Του…»

Πύρωνα τα νοτισμένα σεντόναι στη φωτιά με ενθουσιασμό και προσδοκία. Εκεί μέσα στην ερημιά είχαμε μια γερή στέγη, με κεραμίδια πάνω από το κεφάλι μας, μια ζεστή φωτιά, μια λάμπα στον τοίχο που έδιωχνε το σκοτάδι, τον Αϊ-Γιάννη στο πλευρό μας, αλεύρι που σε λίγο θα γινόταν ψωμί και ποιος ξέρει, ο Αϊ-Βασίλης Άγιος είναι, ό,τι θέλει κάνει, μπορεί και να περνούσε απ΄ το κελλάκι μας…

(Από το βιβλίο Σόρα Κάτε, Εκδόσεις Στοχαστής, 2007)

(Συνεχίζεται)

28616* Η Κωνσταντίνα Γεωργακάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκάδα. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασκεί μαχόμενη δικηγορία. Είναι παντρεμένη με τον Ευτύχη Γεωργακάκη, πολιτικό μηχανικό και έχουν δυο παιδιά. Από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» έχει εκδοθεί το συλλογικό βιβλίο Αίσθηση Γυναίκας στο οποίο και συμμετέχει, ενώ κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Ευθύνη» και στην εφημερίδα «Καθημερινή». Από τις εκδόσεις «Στοχαστής» έχουν εκδοθεί τα βιβλία Σόρα Κάτε (2007), Στον αστερισμό των Πλειάδων (2010) και Αγιομαυρίτικες ιστορίες (2012).
_____________________________
Σχετικά:
Παλιές πρωτοχρονιάτικες ευχές (2015)
Παραδοσιακή συνταγή για την Λευκαδίτικη λαδόπιτα (βασιλόπιτα) (2013)
Έθιμα και κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς από τον Άγιο Πέτρο Λευκάδας (2013)
Μια μικρή αναφορά σε Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα (2011)
Χρονιάρες μέρες (2011)
«Αη Βασίλης» (2010)
«Πρωτοχρονιά» (2010)
Ο αρχαιότερος χριστιανικός ναός της Λευκάδας – Το ξωκκλήσι του Αϊ-Γιάννη του Αντζούση (2008)



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        







Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.