Ο Σικελιανός στον Μεσοπόλεμο (της Άννας Ράζου) | Λευκαδίτικα Νέα - Lefkada News
Published On: Δε, Μαρ 15th, 2021

Ο Σικελιανός στον Μεσοπόλεμο (της Άννας Ράζου)

angelos_sikelianos

Σαν σήμερα το 1884 γεννιέται ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός.

Ο Α. Σικελιανός έδρασε μέσα από το ΕΑΜ Διανοουμένων – Καλλιτεχνών και για αυτή τη δράση του στη συνέχεια υπονομεύτηκε τρεις φορές στην υποψηφιότητά του για το βραβείο Νόμπελ. Διετέλεσε επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΤΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ
Άννα Λάζου

Με αφορμή την τιμητική πρόσκληση να λάβω μέρος στο τρίτο κατά σειρά (μετά τα δύο προηγούμενα για τον Μπέρτολτ Μπρεχτ και τον Ναζίμ Χικμέτ) επιστημονικό συνέδριο που διοργανώνει το ΚΚΕ, με αντικείμενο τη συνάντηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική ιδεολογία, διαπιστώνω την αναγκαιότητα για εμβάθυνση και κριτική μελέτη της σχέσης φιλοσοφίας και τέχνης γνωρίζοντας το πραγματικό -ιστορικό και πολιτικό- της πλαίσιο. Αυτήν την αναγκαιότητα θα επιχειρήσω να αντιμετωπίσω στην περίπτωση του Άγγελου Σικελιανού. Τον Άγγελο Σικελιανό τον συναντώ προσωπικά μέσα από την πορεία της έρευνας του αρχαίου ελληνικού δράματος και της αναβίωσής του στη σύγχρονη εποχή. Εξ αιτίας όμως της παρούσας πρόσκλησης και με βάση το πλαίσιο του συνεδρίου, έχω την ευκαιρία να μάθω και να επιμείνω σε θέματα σχέσης μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορικής πραγματικότητας της περιόδου του μεσοπολέμου, μιας περιόδου ιδιαίτερα γόνιμης, με πολυδιάστατες επιδράσεις, σε σύγκριση με τις προ αυτής δεκαετίες και τις αμέσως μετά ανατροπές των μέσων του 20ού αιώνα και αποκαλυπτικής για τη σχέση των ταξικών αγώνων με την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και για τoν καθοριστικό ρόλο που παίζει η σχέση αυτή στον Ελλαδικό χώρο.*

Ο Σικελιανός (1884-1951) αποτελεί μια μορφή εμβληματική για την νεοελληνική λογοτεχνία και την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, μεταξύ των άλλων και γιατί δεν παρέλειπε να παίρνει θέση στα ιστορικά γεγονότα που διαδέχονταν καταιγιστικά το ένα το άλλο από τις αρχές του αιώνα μέχρι και το τέλος της ζωής του: Βαλκανικοί πόλεμοι, απελευθέρωση της Κρήτης, της Ηπείρου και της Μακεδονίας και των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πολιτικός διχασμός, Οχτωβριανή Επανάσταση, απελευθέρωση της Θράκης, της Ιωνίας και της Αιολίδας, Μικρασιατική καταστροφή, δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Εθνική Αντίσταση (Δεσποτόπουλος 1964: Καψωμένος 2011, 153-157· Ψαρράς 20061). Αρκετές φορές μετέβαλλε γνώμη και ιδεολογική τοποθέτηση διάγοντας εν τέλει έναν πολυκύμαντο και περιπετειώδη βίο, μην παύοντας ούτως ή άλλως να διακηρύσσει και να αποδεικνύει έμπρακτα την «ένια» του για τη χώρα και την ανθρωπότητα. Από την επιστολή του στον Ίωνα Δραγούμη, το 1912, όπου διακηρύσσει «Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής», περνά στην υποστήριξη του διαδόχου Κωνσταντίνου (1913-1922) και κατόπιν στην αποκήρυξή του, την υποστήριξη μαζί με άλλους διανοούμενους του ρώσικου λαού μετά την επανάσταση (1921), την απόφασή του να επισκεφθεί τη Σοβιετική Ένωση μαζί με τον Νίκο Καζαντζάκη, για να κάνει πίσω και να επισκεφθεί μόνος τα Ιεροσόλυμα, με αποτέλεσμα και τη διακοπή και της στενής τους φιλίας (1923). Σε αυτά φανερώνεται η διαρκής διακύμανσή του σε θέματα πολιτικής στάσης και κοινωνικής κοσμοθεωρίας (Σικελιανός 1988· του ιδίου 2001· Καζαντζάκης 1958, 38-39· Πρεβελάκης 1984, 161 κ.ε.).2

Στον Σικελιανό που επηρέασε όλους σχεδόν τους μεγάλους Έλληνες ποιητές και λογοτέχνες της περιόδου (Καζαντζάκης, Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος, Εμπειρίκος κ.ά.) αναφέρθηκαν μαρξιστές και κομμουνιστές λογοτέχνες, όπως οι Βάρναλης, Λουντέμης, Αυγέρης, Λεκατσάς:

O Μάρκος Αυγέρης αναλύει με κριτικό πνεύμα το σύνολο του έργου του στο πλαίσιο μιας επανεκτίμησης των λογοτεχνικών ρευμάτων του 20ού αιώνα τοποθετούμενος κατά της ιδεολογικής κατεύθυνσης του ποιητή, αν και τον θεωρεί ως έναν από τους πιο μεγάλους (Αυγέρης 1957). Στον Σικελιανό ο Μενέλαος Λουντέμης αναγνωρίζει τον πνευματικό άνθρωπο με ενσυνείδητο σκοπό τη διαφώτιση του κοινού για όσα δεν μπορούσε να γνωρίζει, όπως ακριβώς στην αρχαία τραγωδία και με αυτήν την έννοια ονομάζει το βιβλίο του που αναφέρεται στον Σικελιανό Ο Εξάγγελος. Γράφει για: «…έναν που ήρθε σ’ εμάς περπατώντας πάνω απ’ τις κορφές, και κατόπι χάθηκε μες τους αστερισμούς των μεγάλων προγόνων του Στίχου […]» (Λουντέμης 1976).

Ο Παναγιώτης Νούτσος, σε μία από τις πρόσφατες εργασίες του, τον κατηγοριοποιεί ανάμεσα στους παραδοσιακούς διανοούμενους (Νούτσος 2001), ενώ σε συνέντευξή του στην ταινία – αφιέρωμα του Τάσου Ψαρρά, βλέπει τον Σικελιανό στο ενδιάμεσο μιας αντίθεσης ανάμεσα στον Karl Marx και τον Gandhi (Ψαρράς 2006). Ο μαχητικός και ευθαρσής τρόπος του να παρεμβαίνει στα τεκταινόμενα της πολιτικής, αλλά κυρίως η εμπλοκή του στο καλλιτεχνικό και συνάμα πολιτικό όραμα της «δελφικής ιδέας», από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’20, μαζί με την Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, έδιναν αφορμή να βρίσκεται στο προσκήνιο των συζητήσεων και των αντιπαραθέσεων, να προκαλεί αντικρουόμενες μεταξύ τους προσεγγίσεις/ ερμηνείες του εαυτού και του έργου του από ακαδημαϊκούς ερευνητές, συγγραφείς και δημιουργούς (αναφέρω ενδεικτικά από την χορεία πολλών τρεις πρόσφατες περιπτώσεις των Ρίτσας Φράγκου – Κικίλια, Μαντούς Μαλάμου, Λίας Παπαδάκη)3, που προσπαθούν να τον ερμηνεύσουν και να τον τοποθετήσουν σε κάποιο πλαίσιο, φιλοσοφικό ή ιδεολογικό (Παπαδάκη 1995, Φράγκου – Κικίλια 2002, Μαλάμου 2014). Είναι εκτενέστατη η βιβλιογραφία και βαίνει διαρκώς αυξανόμενη η ερμηνευτική των ιδεών και της τεχνοτροπίας του, με συγγραφή διατριβών και ποικίλων δημοσιευμάτων, βιβλίων κ.λπ.4

Μυστικιστής, φιλόσοφος – ποιητής, αστός ιδεαλιστής, πρώιμος σουρεαλιστής, ανατρεπτικός κι επαναστατικός, όπως έχει χαρακτηρισθεί, αφηγείται με έναν λόγο γοητευτικό και λυρικό -ποιητικό αλλά και πεζό- την καθολική ενότητα και αρμονία των πάντων, προσβλέποντας σε μια αγαθή συλλογική ουτοπία συνύπαρξης όλων των λαών με ειρήνη και δικαιοσύνη που εκφέρεται και ως «νέος ορφισμός», χωρίς να παραλείπονται και θρησκευτικοί τόνοι (Δημόπουλος 1981· Φράγκου-Κικίλια 2011: Καψωμένος 2011, 417-429· Φράγκου-Κικίλια 2002, 169-178).

Στην πορεία του βίου του πέρασε από τη δόξα και την αναγνώριση, στην απαξίωση και αμφισβήτηση. Στοιχεία του χαρακτήρα του, οι θυελλώδεις έρωτες (Εύα, Άννα), οι τρικυμιώδεις φιλίες (Καζαντζάκης), οι προσωπικές φιλοδοξίες (Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, υποψηφιότητα για βραβείο Νόμπελ) που εναλλάσσονται με μεγαλόπνοες και θαρραλέες πράξεις, όπως η ένταξη στο ΕΑΜ, η σύμπλευση με τους αγώνες και τις θυσίες του αγωνιζόμενου λαού και ο ρητά εκφρασμένος βαθύς θαυμασμός του για την αντίσταση, την αντρειωσύνη και τη λεβεντιά του.

Στη λογοτεχνική του πορεία ξεχωρίζει η συγγραφή σύγχρονων τραγωδιών κατά τα πρότυπα των αρχαίων, με βάση την μυθολογία, θρησκευτικούς συμβολισμούς και με εμφανείς αναφορές στα ιστορικά γεγονότα της εποχής του (Σίβυλλα, Ο Δαίδαλος στην Κρήτη, Ο Θάνατος του Διγενή), (Σικελιανός 1997), ενώ η έκδοση το 1946-1947 συγκεντρωμένου σε τρεις τόμους του όλου ποιητικού του έργου υπό τον τίτλο Λυρικός Βίος, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ακόμη και ανατροπές, που άφησαν σφραγίδα και αδιάλειπτο στίγμα στην πολιτισμική και ειδικότερα λογοτεχνική ιστορία της Ελλάδας (Σικελιανός 1946· του ιδίου 1947). Ο Πρόλογος του Λυρικού Βίου που αποτελεί και την ποιητική θεωρία του Σικελιανού, όταν δημοσιεύτηκε το 1942 στην Νέα Εστία, με περικοπές από τη λογοκρισία, προκάλεσε πολλές θετικές και αρνητικές αντιδράσεις (Κατσίμπαλης 1946, αρ. 1108-1160).

Όπως σημειώνει η Γεωργία Λαδογιάννη για την τραγωδία Σίβυλλα (1940), που στηλιτεύει διεκτραγωδώντας τον Μουσολίνι μέσα από τη μορφή του Νέρωνα, «ο Σικελιανός θέλει να υπογραμμίσει την επικοινωνιακή ιδιότητα της αρχαίας πηγής, και, σύμφωνα με τη δραματουργική του «φιλοσοφία», επιδιώκει να την κάνει να λειτουργήσει και στην εποχή μας ως ένας τρόπος γνώσης ή αυτογνωσίας
του σύγχρονου ιστορικού ανθρώπου» (Λαδογιάννη 2001· Χατζηπανταζής 1993).

Η προτίμηση για τη μεταφυσική και η πίστη του Σικελιανού στον υπερβατικό πρωτοπόρο ρόλο του ποιητή – δημιουργού, που δείχνουν νιτσεϊκές επιρροές, όπως εξ άλλου και η ταύτιση της φύσης με το διονυσιακό πνεύμα που πρέσβευε, εκφράζονται κυρίως στο νεανικό ποιητικό του έργο (που δημοσιεύεται στα περιοδικά Διόνυσος & Παναθήναια και κατόπιν στο Νουμάς, ήδη από το 1902), ποιήματα που αργότερα τα θεωρεί ατελή. Το 1903 συναντά την Isadora Duncan, από την οποία συγκινείται καθώς διαπιστώνει ότι ο σύγχρονος χορός της, καθώς αναζητεί στάσεις και πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητας, αξιοποιεί τα αισθητικά επιτεύγματα του αρχαίου δράματος (Τσούτσουρα 2001). Το 1904 δημοσιεύει με διαφορετικό ύφος γραφής στον Ακρίτα, ενώ η συνάντησή του με την Εύα Πάλμερ τον Αύγουστο του 1906 στην Αθήνα (Βύρωνας) πυροδοτεί μια συνταρακτική πορεία στη ζωή του, που προεκτείνεται με την σύνθεση του πρώτου μεγάλου ποιητικού του δημιουργήματος με επιρροές απο τον Ντ΄ Αννούντσιο, Αλαφροΐσκιωτος (Σικελιανός 1909· Γαραντούδης 2001· Καψωμένος 2011, 395-415), αποτελούμενου από 60 μικρές ενεπίγραφες ενότητες και 2293 στίχους. Το 1936 απαξιώνει τον Ντ΄ Αννούντσιο σε κείμενά του που δημοσιεύονται στον Πεζό Λόγο Α΄ (Σικελιανός 1978, 13 – 24) και Πεζό Λόγο Γ΄ (Σικελιανός 1981, 37 – 42). Η επιτυχία του ποιήματος αυτού καθορίζει και την προσωπική του πορεία: προσχωρεί στο διονυσιακό κίνημα, όπως πολλοί νέοι ποιητές της εποχής του, συναισθανόμενος την ένωσή του με το παν και θεωρεί την δημιουργική πράξη ως εκδήλωση θεμελιακού ενστίκτου.

Σύμφωνα με τον Παντελή Πρεβελάκη (Πρεβελάκης 1984, 42) «To δημιούργημά του ισοδυναμεί με αυθόρμητη διάχυση της ψυχής του, χωρίς κανέναν ειδολογικό περιορισμό. Τούτο εξηγεί γιατί ο Αλαφροΐσκιωτος, δεν ανήκει σε κανένα λογοτεχνικό είδος. Είναι ένας ποταμός από εντυπώσεις, αναμνήσεις και συναισθήματα, που ξεχύνονται με θεϊκή αμεριμνησία[…]» (Πολίτης 1995, 236). Την περίοδο αυτή η φύση είναι η πηγή της ποιητικής του ταυτότητας, όπως ο ίδιος επισημαίνει στον Πρόλογο του Λυρικού Βίου (Σικελιανός 1938, 11 – 81), όπου συνοψίζει την θεωρία του (Σικελιανός 1980· Σικελιανός 2008, 152-69). Αναπτύσσει μια «βιωτική σχέση» με τη φύση, όχι απλά σαν ένας φυσιολάτρης ποιητής (Μηλιάδης 1952). Στη σχέση φύσης και ποιητή υπεισέρχεται και η έννοια του λαού, που «ξεπηδά μέσα από τη μήτρα της φύσης· είναι το ρωμαλέο χοϊκό δημιούργημα της υγιούς φύσης του Σικελιανικού οραματισμού.» (Ροζάνης 1997, 65 – 77).

Κατά τον Κώστα Στεργιόπουλο, «Ο Σικελιανός ανανεώνει την παράδοση, σπάζοντας απ’ τον Αλαφροΐσκιωτο κιόλας  -και αποφασιστικότερα με τον Πρόλογο στη ζωή–  την ακαμψία του παραδοσιακού στίχου, ενώ ταυτόχρονα ξαναγυρίζει κάθε τόσο στα παλιά στροφικά, μετρικά και ομοιοκαταληκτικά συστήματα, …….. μα η ουσιαστικότερη ανανέωση έρχεται απ’ την εσωτερική του πνοή και το περιεχόμενό του, από τη νέα όραση που αποκαλύπτει μαζί με τη νεότροπη, για την ώρα εκείνη, ρυθμική κίνηση του απελευθερωμένου στίχου του.» (Καψωμένος 2011, 205-210· Βογιατζόγλου 1996, 155-162).

Την πρώιμη εποχή της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, έρχεται σε επαφή με το ρεύμα αναβίωσης του αρχαιελληνικού τρόπου ζωής – που ευαγγελίζονται οι εξ Αμερικής ορμώμενοι Ραϋμόνδος & Ισαδόρα Ντάνκαν και υιοθετούν η Πηνελόπη Σικελιανού και η Εύα Πάλμερ -αρχικά στο Παρίσι- ενώ επιδίδεται και σε σειρά δράσεων για την υποστήριξη, πρώτα μιας πανβαλκανικής, έπειτα παγκόσμιας κοινότητας λαών κι εθνών, με κέντρο πάντα την Ελλάδα και τον πολιτισμό της.

Την περίοδο αυτή η ποίησή του εξελίσσεται παίρνοντας ένα ωριμότερο κοινωνικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα παραγωγική, με αναφορές στα δραματικά γεγονότα της εποχής: Η παρουσίαση των πρώτων Επινίκων με αφορμή τους βαλκανικούς πολέμους, ο Πρόλογος στη Ζωή, πέντε συνθέσεις: Συνείδηση της γης μου, Συνείδηση της φυλής μου, Συνείδηση της γυναίκας, Συνείδηση της πίστης και Συνείδηση της προσωπικής δημιουργίας – που περιλήφθηκαν σε τέσσερις τόμους. Η Συνείδηση της προσωπικής δημιουργίας, γράφτηκε ή ξαναδουλεύτηκε αργότερα και τυπώθηκε ολόκληρη το 1946, στον δεύτερο τόμο του Λυρικού βίου5, μαζί με τις άλλες τέσσερις (Σικελιανός 1946· του ιδίου 1980· Κατσιγιάννη 2001).

Η ειδικότερη στάση του Σικελιανού στα επαναστατικά κινήματα της εποχής του αποκαλύπτεται στα κείμενα της δεκαετίας του ΄20, όπως στο «Η πνευματική βάση της Δελφικής Προσπάθειας» του 1927 (Σικελιανός 1980, 77 – 79 & 91), όπου διακρίνει δύο μεθόδους, με τις οποίες εκφράζεται η δημιουργική προσπάθεια της ιστορίας: τη μέθοδο των Marx και Engels, που «σαν συμπλήρωμα μαζί και σαν αντίθεση του ουτοπικού σοσιαλισμού (Πλατωνικού, Φουριερικού κ.λπ.)», επιδιώκει ένα καλύτερο κοινωνικό μέλλον με βάση την πορεία των γεγονότων, ως «αναπόφευκτη συνέπεια φυσικών αιτίων και νόμων», αλλά λόγω του εμπειρικού της χαρακτήρα, κινδυνεύει να εξομοιώσει την επιδιωκόμενη αλλαγή της κοινωνίας με τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό και τον οικονομικό ρατσιοναλισμό – τους «κτηνώδεις» προκατόχους της, και τη δεύτερη μέθοδο, που «προσπαθεί να διατηρήσει εντούτοις μια ενεργό πνευματική ανεξαρτησία», ως «τον ακρογωνιαίο λίθο ενός μέλλοντος καλύτερου κοινωνικού και ιστορικού.»

Υπερθεματίζει υπέρ των εκλεκτών πνευμάτων, όπως του Μπερντιάγεφ ή του Τσέστοφ, ακόμη υπέρ των προσπαθειών του Λένιν «να τινάξει απ΄ τα θεμέλια μια κατάσταση ανυπόφορη και σάπια», αλλά θεωρεί «την αχαμνή σημιτική του Μαρξ θεωρία, ως ένα όπλο κατεπείγουσας ανάγκης — θεωρία οπού δεν άργησε να τον ξαναγυρίσει αντάμα με το λαό του μες στους στάβλους της αστοκρατίας» (Σικελιανός 1980, 91). Ο Σικελιανός σχολιάζει τον μαρξισμό με επικριτικό τρόπο, προβάλλοντας ως ανώτερο το δικό του με επίκεντρο την έννοια της συνείδησης φιλοσοφικό πρότυπο. Το εγωιστικό αυτό πρότυπο, γεμάτο
ανισότητες και ελαττώματα κατά τον Μάρκο Αυγέρη, αποτυπώνεται τόσο στον Πρόλογο στη Ζωή, όσο και στο κείμενο της Συνείδησης της προσωπικής δημιουργίας (Αυγέρης 1957, 19 – 40). «…Η Δελφική Ιδέα», -γράφει ο Αυγέρης- «ξεκινάει από την πλάνη, πως οι αρχαίες ελληνικές αξίες, αυτές μοναχές τους, θα μπορούσαν σε κάθε τόπο και καιρό ν΄ αποτελέσουν τη βάση της ζωής. Σχεδίαζε, λοιπόν, ο ποιητής να συγκροτήσει μια πνευματική αριστοκρατία, αντάξιά του, που να γίνει ο οδηγός του κόσμου για μια επιστροφή στις δωρικές αρετές, με πνευματικό κέντρο κι οργανωτική αρχή τους Δελφούς» (Ό.π.).6

Επομένως, την δεκαετία αυτή, ο Σικελιανός έχοντας δεχθεί την επίδραση της Οχτωβριανής επανάστασης και του αντίκτυπου που είχε αυτή στον κόσμο της εποχής του αναζητεί μία δίοδο προς την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, ακόμη και πέρα από την ποίηση,7 αλλά παραμένοντας στην λογική της ταύτισης ποίησης (τέχνης) και κοινωνικής πρακτικής, με αυτόν τον τρόπο συλλαμβάνοντας την δελφική ιδέα και συνοδοιπορώντας έτσι με το ειρηνιστικό ρεύμα που χαρακτηρίζει το έργο πολλών σημαντικών λογοτεχνών της εποχής αυτής: Μυριβήλη, Βενέζη, Δούκα, Σταύρου κ. ά. (Αδάμου 1998). Με αλλεπάλληλες ομιλίες και πεζά (Σικελιανός 1928· του ιδίου 1978· του ιδίου 1980), απευθύνεται στους αρίστους, ως τους οδηγούς της ανθρωπότητας και με κέντρο τους Δελφούς και φυσικά τον εαυτό του ως ιερέα και προφήτη.

Την ίδια αυτή δεκαετία συνθέτει τον Διθύραμβο του Ρόδου (1925), κατ΄ άλλους την πρώτη από τις τραγωδίες του, σε μορφή διθυράμβου. Σε αυτό το έργο, στο οποίο δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα, τόσο για ιστορικούς όσο και για λόγους περιεχομένου, που θα εκθέσω στο τελευταίο τμήμα του άρθρου μου, καταπιάνεται με το πρόσωπο του Ορφέα, όπως και με το ρόδο, ως σύμβολο ένωσης ψυχής και σώματος, ύλης και πνεύματος, αγάπης και μίσους, ζωής και θανάτου (Σικελιανός 1932· Αδάμου 1998).8

ΙΙ

Η δεκαετία του ΄30 θεωρείται εποχή συγγραφής σημαντικών έργων από το Σικελιανό που έχουν θεωρηθεί σταθμοί της ελληνικής ποίησης (Σικελιανός 1968).9 Στην ταραγμένη περίοδο του μεσοπολέμου, ο Σικελιανός μαζί με την Εύα έχουν ήδη προωθήσει τη «δελφική ιδέα», έχοντας δύο φορές διοργανώσει, στα 1927 και 1930, γιορτές λαοφιλείς με την προσέλκυση και αστικού και αριστοκρατικού ακροατηρίου, πολιτικών και πνευματικών προσωπικοτήτων καταναλώνοντας μάλιστα μεγάλα χρηματικά ποσά που εξάντλησαν ολόκληρες περιουσίες. Σ΄ αυτές τις γιορτές ήρθαν κοντά με αγροτικούς πληθυσμούς και νέους και νέες της εποχής που συμμετείχαν με ενθουσιασμό στο αρχαίο δράμα (Προμηθέας Δεσμώτης, Ικέτιδες), στα μουσικά και χορευτικά δρώμενα αναπαράστασης αρχαίων εντάσσοντας και τις παραδοσιακές τέχνες της υφαντικής, της κεραμοποιίας, του τραγουδιού, του χορού κ.λπ. Αυτό το αναβιωτικό πνεύμα που θεράπευε εξ άλλου και το πληγωμένο από τους πολέμους και την οικονομική κρίση γόητρο της αστικής τάξης, παρουσιάζει την αθωότητα ή και την αφέλεια του θιασώτη, που ακόμη και σήμερα βλέπουμε να επιβιώνει ανάμεσα σ΄ εκείνους που υποστηρίζουν την πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού, την άμεση επιστροφή στις αξίες και τα βιώματα της αρχαίας τέχνης.

Η εφαρμογή των αρχών, αξιών και του τρόπου ζωής των αρχαίων Ελλήνων -που ξεκινά ως εναλλακτική εκπαιδευτική δράση στην Αμερική και διαδίδεται στην Ευρώπη- είναι τάση σύμφυτη με τον διεθνιστικό σοσιαλισμό των αρχών του 20ού αιώνα και τους εκπεφρασμένους στόχους του για αλλαγή επί το βέλτιον των συνθηκών ζωής του σύγχρονού τους εργάτη, στόχους που προσυπέγραψαν οι Ραϋμόνδος και Πηνελόπη και σε μικρότερο βαθμό οι Ισαδόρα, Άγγελος και Εύα. Αυτή η συνεργατική ομάδα αστών στην ταξική τους προέλευση δημιουργών, με συγγενικούς μεταξύ τους δεσμούς, εμπνεύστηκαν από την ελληνική αρχαιότητα του Πλάτωνα, του Διονύσου και του Απόλλωνα και υιοθέτησαν στην πράξη τρόπους ζωής που σχετίζονταν με την κατοικία, το ένδυμα, την απασχόληση, το μεγάλωμα των παιδιών, την φιλοσοφία, την τεχνική και την τέχνη, μέσα στην καρδιά της βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την σαφή επιδίωξη να την ανακόψουν και να μεταστρέψουν το ενδιαφέρον του συνειδητού δυτικού ανθρώπου από τον καταναλωτισμό και την πολυτέλεια στην φυσική αρμονία, στην απλή ομορφιά και στην δικαιοσύνη μιας ιδεατής δημοκρατίας.

Ο Ραϋμόνδος Ντάνκαν στην πρώιμη αυτή εποχή που χαρακτηρίζεται από πολλά παραδείγματα αστών και αριστοκρατών που διαλέγουν μια άσωτη ή περιπλανώμενη ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα, στεγάζει στην Ακαδημία του εργάτες συνδικαλιστές και επίσης μεταβαίνει στην Κέρκυρα και από ΄κει στην περιοχή των Αγίων Σαράντα (Ογχισμός) της Βορείου Ηπείρου με την αποστολή να διασώσει προσφυγικούς πληθυσμούς. Τον ακολουθούν Ισαδόρα και Πηνελόπη και ο γιος του Μενάλκας, όπου αφιερώνονται στην θρέψη, στέγαση και μόρφωση άστεγων, απόρων και ορφανών, φθάνοντας μέχρι του σημείου να χτίσουν εκ νέου μια κατεστραμμένη πόλη, να ιδρύσουν ένα αυτόνομο πολιτειακό σύστημα και να εκδόσουν και νόμισμα (Pratelle 1914 – 1915). Το έργο αυτό συνεχίζεται και στην πάσχουσα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο Ελλάδα, για να σταματήσει με την ασθένεια και θάνατο από φυματίωση της Πηνελόπης Σικελιανού το 1917. Στο διάστημα αυτό Σικελιανός και Εύα βρίσκονται στην Ελλάδα με το γιο τους Γλαύκο προετοιμάζοντας τη βίλα τους στη Συκιά Κορινθίας.

Η φιλοσοφία της πράξης (actionalism) του επίμονου υποστηρικτή της με βίωμα και λόγο Ραϋμόνδου Ντάνκαν και η αρμονική γεφύρωση ποίησης και πράξης του λυρικά στοχαστικού Σικελιανού δεν πρέπει να θεωρούνται τόσο απόμακρες μεταξύ τους θεωρήσεις του βίου.10 Ο Σικελιανός πιο συγκεκριμένα, στον πολυσυζητημένο του Πρόλογο στη Ζωή επιδιώκει μια φιλοσοφική θεμελίωση της σχέσης ποίησης και πράξης, μια ιδέα του που αναπτύσσεται πιο συστηματικά στην Συνείδηση της προσωπικής δημιουργίας, με βάση την τελευταία στροφή του ποιήματος Πρόλογος στη Ζωή:

«Ὦ μυστικά κατορθωμένο σῶμα,
σῶμα τῆς Θυσίας,
ἀντίδωρο ἄμετρων ψυχῶν,
Ἐσταυρωμένε Βάκχε·
ὦ τσακισμένη ἀπό τό βάρος τῶν τσαμπιῶν
ἀθάνατη κληρονομιά

καί συμβολίζει πώς τό σῶμα τῆς Ποίησης, ὅσο κι ἂν μεράζεται, δέν μομματιάζεται οὐσιαστικά, ἀλλά ὑπάρχει πάντα ὁλόκληρο μέσα σέ κάθε της κομμάτι, ὅπως ὁ διαμελισμένος Ὀρφέας ξαναβρίσκεται, κατόπι ἀπ᾿ τό διαμελισμό του, ὁλόκληρος, γιά τά μάτια τῶν μυημένων, πάνω στό Σταυρό.» (Σικελιανός 2003· Φράγκου – Κικίλια 2002, 125 – 146· Βογιατζόγλου 1999, 43 – 52).11

Με τον δικό τους ένθερμο τρόπο υπερασπίστηκαν τις αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και οι Κώστας Βάρναλης & Παναγής Λεκατσάς, αργότερα οι Κώστας Παπαϊωάννου, Παναγιώτης Κονδύλης, Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Αξελός, που πάτησαν επάνω στη μαρξιστική θεώρηση και μέθοδο εξήγησης της ιστορίας. Εξ άλλου ο ίδιος ο Karl Marx είχε μελετήσει την αρχαιοελληνική γραμματεία, ακολουθώντας τα προτάγματα της διαφωτιστικής γερμανικής παιδείας στον απόηχο του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Έτρεφε θαυμασμό για τον αισχυλικό Προμηθέα και υπομνημάτιζε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, Δημόκριτο, Επίκουρο, τους στωικούς, αλλά κυρίως τον Αριστοτέλη. Στους μαρξιστές ή με μαρξιστικό υπόβαθρο δημιουργούς της εποχής που έζησε ο Σικελιανός, παρατηρείται η ανάγκη για κοινωνική αλλά και ιστορική κριτική της αρχαιοελληνικής κοινωνίας, σύγκριση και αντιπαράσταση του παρόντος με αυτήν, επικέντρωση σε ανθρωπολογικά πρότυπα και αισθητικές αρχές που αποδεικνύουν την κυριολεκτική αξία του σοσιαλισμού για τον άνθρωπο του σήμερα, με τρόπο λογικό και διαλεχτικό, χωρίς υπέρβαση και μυστήριο (Λάζου 2018).12

Στην περίπτωση του Σικελιανού, η αναβίωση του αρχαίου πνεύματος προτείνεται με έναν ακαριαίο, εκστατικό τρόπο, ως ένθεη επιφοίτηση, ως άμεση πραγματοποίηση της ιδέας – είναι επομένως μια ιδεαλιστική ουτοπία, όχι μια «θεραπεία» των κοινωνικών αδικιών μέσα από τη γνώση και την πράξη, αλλά εμπνευσμένη αυθόρμητη εφαρμογή υψηλών ιδανικών, απότοκος μιας καταιγιστικής ψυχολογικής ορμητικότητας του φωτισμένου ταγού.

Η διαφορετική πραγματικότητα ήταν ο αποφασιστικός καταλύτης για τη συνειδητοποίηση του σφάλματος της θεωρίας του. Τα μεγάλα όμορφα ποιητικά λόγια, η σωματική -κατά το αρχαίο κάλλος- εξιδανικευμένη ωραιότητα, η ρώμη και φαντασία του διονυσιακού καλλιτέχνη, η υποσχόμενη απελευθέρωση του αισθήματος μέσα από το οικουμενικό πνεύμα, κατέρρευσαν με το τέλος της περιόδου του μεσοπολέμου και με την άνοδο του φασισμού και διαλύθηκαν μέσα στην πέρα από κάθε φαντασία βιαιότητα της σύγκρουσης των πολέμων που έφεραν αντιμέτωπους τους πραγματικούς ήρωες, αυτούς που έδωσαν το αίμα τους στους σκοπούς της λαϊκής αντίστασης και όλο το ηθικό τους μεγαλείο, με τους δυνάστες. Η αριστοκρατία του οικονομικού και πνευματικού πλούτου προδόθηκε από τον ίδιο τον εαυτό της φτιάχνοντας μια νέα τραγωδία, καθώς η ταξική σύγκρουση αναδύθηκε από τα βάθρα της ιστορικής πραγματικότητας.

Είναι ωστόσο άξιο μνημόνευσης ότι στην τραγωδία των παγκόσμιων πολέμων, άνθρωποι όπως η πρόωρα χαμένη Πηνελόπη Σικελιανού – Ντάνκαν (ήδη από το 1917) και η Εύα Πάλμερ – Σικελιανού προσέφεραν πολλά, ακόμη και τη ζωή τους, για το καλό του λαού και του ελληνικού πολιτισμού. Ο Άγγελος Σικελιανός, αδελφός της πρώτης και σύζυγος της δεύτερης -πηγή έμπνευσης και των δύο- δεν έμεινε ανεπηρέαστος από την μέχρι αυτοθυσίας προσφορά τους.

ΙΙΙ

Στο τελευταίο τμήμα της σύντομης εισήγησής μου θα μείνω στο έργο του Σικελιανού Ο Διθύραμβος του Ρόδου, το πρώτο δημοσιευμένο ποιητικό του δράμα που εισάγει την περίοδο των τραγωδικών του συνθέσεων. Γράφτηκε το 1932, έχει βάση τη δελφική ιδέα και ιστορική αφετηρία τις βαλκανικές ήττες του ελληνισμού. Μέσα στο έργο αυτό γίνονται πολλές αναφορές στον χειμαζόμενο άσιτο λαό, στη φτώχια και στη στέρηση, στη λιτή και απέρριτη ομορφιά της ζωής του.

Η πρώτη παρουσίαση του Διθυράμβου13 μάλιστα, έναν χρόνο αργότερα, στο λόφο Φιλοπάππου (όπου σήμερα φιλοξενούνται το θέατρο «Δόρα Στράτου» και οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί ως επακόλουθο της συγκεντρωτικής μελέτης των περιοχών και των κοστουμιών τους από την ιδρύτρια του θεάτρου αυτού και τους διαδόχους της), θεωρήθηκε άμεση συνέχεια των Δελφικών Γιορτών. Η παρουσίαση έγινε στα τέλη Μαΐου 1933 σε σκηνοθεσία Άγγελου και Εύας, μουσική και αμφιέσεις Εύας, και με συμμετοχή τμημάτων του στρατού της Θράκης που είχαν οικειοθελώς προσέλθει, είχε σχετική επιτυχία αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις.

Τον Αύγουστο του ίδιου καλοκαιριού, η Εύα φεύγει στην Αμερική, με πρόθεση να μαζέψει χρήματα για τη συνέχιση των Δελφικών Εορτών και επιβίωση της οικογένειάς της με τον Άγγελο στην Ελλάδα. Η ανέσπερη δράση της Εύας στην Αμερική (1933-1952), με αλλεπάλληλες προσπάθειες να διαδόσει το αρχαίο ελληνικό δράμα στους Αμερικανούς, να βρει υποστηρικτές στην υπόθεση της Ελλάδας ανάμεσα σε εύπορα και πολιτικά ισχυρά πρόσωπα και να συντηρεί δι΄ αλληλογραφίας τη σχέση της με τον Άγγελο και τον γιο τους Γλαύκο που βρίσκονται στην Ελλάδα, περιγράφεται λεπτομερώς από την ίδια στον Ιερό Πανικό (Palmer-Sikelianos 1993) και από την όψιμη βιογράφο της Artemis Leontis (Leontis 2019· Kolokotroni – Mitsi 2008, 159-185). Δεν θα επιστρέψει παρά 20 χρόνια μετά, μετά το θάνατο του Σικελιανού (1951), για να πεθάνει κι εκείνη και να θαφτεί στους Δελφούς, τον επόμενο χρόνο. Εντολή κι επιθυμία της όλα τα υπάρχοντά της να παραμείνουν στην Ελλάδα.14

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄30 ο Σικελιανός είχε βγάλει το πρώτο τους σπίτι -τη διάσημη βίλα τους- στη Συκιά Κορινθίας σε πλειστηριασμό με αποτέλεσμα να δοθεί στο συγγενικό περιβάλλον του μετέπειτα δικτάτορα Μεταξά. Η βίλλα αυτή, διατηρητέο κτίριο ως αναγνωρισμένο από το ΥΠΠΟ, από το 1987, μνημείο ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς κι έχοντας ανυπολόγιστη ιστορική αξία, καθώς στέγασε τους δύο δημιουργούς και το γιο τους αρχικά, αλλά φιλοξένησε και σπουδαία πνευματικά πρόσωπα, επιτάχθηκε από τους κατακτητές, έγινε ορμητήριο του ΕΛΑΣ, σήμερα κατέληξε τμήμα τουριστικής οικογενειακής επιχείρησης με παροχές αμφίβολης ποιότητας.

Ο Γλαύκος φεύγει με την γαλλίδα σύζυγό του από την Ελλάδα και συναντά την μητέρα του στην Αμερική, όπου ζη μέχρι τα τέλη του αιώνα απογοητευμένος από την Ελλάδα και την πατρική αδιαφορία ασκώντας το επάγγελμα του καραβομαραγκού. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄30 και πριν τον πόλεμο, ο
Σικελιανός κάνει δεύτερο γάμο με την Άννα Καραμάνη, ενώ ζητά από την Εύα την έγκρισή της- χωρίς η δεύτερη να έχει λύσει ποτέ τον αρχικό γάμο. Ενώ στην Εύα, ως υπόλογο αντιαμερικανικών ενεργειών και κομμουνιστικών φρονημάτων, σύμφωνα με την αρμόδια αμερικανική επιτροπή (1948), δεν επιτρέπεται να έρθει στην Ελλάδα, αφού έχει καταδικάσει την μοναρχία και τις αγγλικές και αμερικανικές ενέργειες στη χώρα.

Ο Σικελιανός από την άλλη πλευρά, διαχωρίζει την θέση του -με λόγια και έργα-  από τον ανερχόμενο φασισμό της Ευρώπης, διάγει λιτό βίο δίπλα στη νέα του σύζυγο, απομακρυνόμενος σταδιακά από τα μεγαλόπνοα οράματα, με τη συγγραφή και απαγγελία να υποστηρίζει ακόπιαστα τους λαϊκούς αγώνες. Η πνευματική του στροφή προς μια «κοινωνικά» προσανατολισμένη προσέγγιση της ελευθερίας και της προόδου της Ελλάδας και των λαών, ρητά δηλώνεται από τον ίδιο στο λόγο του ως προέδρου στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τον Νοέμβριο του 1944: «Προς μια αποφασιστική πνευματική στροφή» (Σικελιανός 1983· Νέα Εστία [1944]. Τ. 415-418. 787-790).15 Αποτυγχάνει, μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες και προτάσεις προς την επιτροπή, να λάβει το βραβείο Nobel, λόγω της πολιτικής του τοποθέτησης. Άρρωστος και πλέον φτωχός, πεθαίνει αιφνίδια από λάθος φάρμακο που του έδωσε η οικονόμος του σπιτιού, το 1952.

Ο Διθύραμβος του Ρόδου, ένας δραματικός διάλογος ανάμεσα στον Ορφέα ποιητή και τους μαθητές – συμπολεμιστές του, ξεκινά, όταν ο Ορφέας τους αποχαιρετά, για να ανέβει στην κορυφή του Παγγαίου, ν΄ αποθέσει το ρόδο στο βωμό του Απόλλωνα. Γνωρίζει ότι αυτό το απόλυτο σύμβολο αρμονίας, συμμετρίας και ομορφιάς, που διέτρεξε τη διαδρομή του ανάμεσα στους ανθρώπους, τώρα πρέπει να επιστραφεί εκεί που πραγματικά ανήκει.. Μαζί με τα κηρύγματα αγάπης συνυπάρχει και η ανάγκη της πάλης για τη λύτρωση των ανθρώπων από τα δεινά (Αδάμου 1998).16

Οι ίδιοι οι στίχοι είναι χαρακτηριστικοί:

ΟΡΦΕΑΣ

Εἶπα, κανείς μή, μ᾿ ἀκλουθήσει, μόνος
Θά πάω, κι ἂν θά γυρίσω, πάλι μόνος.
Μ᾿ ἂν δέν ξανάρθω πίσω, τ᾿ ὄνομά μου
Σᾶς δίνω κι Ὀρφανούς Σᾶς λέω, γιά νἆστε
Στή μοναξιά, πού θἄρτει, ἀνταμωμένοι,
Σάν τά παιδιά πού ἐχάσανε πατέρα
Φτωχό, κι ὡσά βραδιάσει, σμίγουν ὅλα
Τριγύρα ἀπ᾿ τή φωτιά βουβά, κι ὁ νοῦς τους,
Καρφωμένος ἀκόμα στήν ἀχνάδα
Τοῦ νεκροῦ τους, κοιτάει καί μεγαλώνει
Βαθιά του ὅ,τι τούς ἄφηκε: ἕν᾿ ἀλέτρι,
Λίγες φοῦχτες σταριοῦ, δυό ξύλα ἀκόμα
Γιά τή γωνιά. Κι ὁ πόνος, ἀγάλι-
Ἀγάλι. Ξάφνου ὑψώνεται μπροστά τους,
Πιάνει τ᾿ ἀλέτρι σά ζευγᾶς, τό στάρι
Σάμπως σποριᾶς τό συντηρνάει, καί λέει:
Ὅλη τή γῆ μ᾿ αὐτά νά ὀργώσω θέλω
Νά σπείρω ὅλο τόν κόσμο ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη,
Νά φάει μέ μᾶς φτωχολογιά, ποτέ της
Πού δέ γνώρισε μάνα οὐδέ πατέρα,
Φτάνει ἡ φωτιά νά κάψει λίγο ἀκόμα
Στό σπίτι, κι ὁ νεκρός μας νά μή λήψει
Ποτέ ἀπ᾿ ἀνάμεσό μας.
Καί τά πλούτη
Τοῦ κόσμου, τά ὅπλα, οἱ δόξες, τά χρυσά του
Παλάτια, ὅλα τούς φαίνονται παιχνίδι
Μπρός στ᾿ ἀλέτρι, τό στάρι καί τή φλόγα,
Τοῦ ἅγιου νεκροῦ κληρονομιά, πού νά ἴσως
Ψωμί δέ φτάνουν σήμερα νά δώσουν
Στά ὀρφανά του, στοῦ πόνου τους τά μάτια
Γιγαντώνονται, κι αὔριο, λές, θά θρέψουν
Τήν πείνα ἑνός λαοῦ.

…….

Α΄ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Τό μάτι μεγαλώνει στό σκοτάδι,
Κι ἡ ἀκοή στή σιωπή. Καί Σύ τό ξαίρεις,
Πώς ἄρχισε στά φρένα μας νά φέγγει
Ὁ πατρικός βυθός καί πώς στ᾿ αὐτί μας
Ἐπρωτομπῆκε ὁ λόγος Σου.

…………

Ποιός εἶν᾿ ἐδῶ ἀπό μᾶς, πού τή ζωή του
Χωρίς Ἐσέ τή θέλει; Δέ θἀρθοῦμε
Μαζί Σου, Κύριε, πάλι, ἀνηφορώντας
Τ᾿ ἅγιου βουνοῦ τά πλάγια ὅλη τή νύχτα,
Καθώς τότε, πού Ἐσύ μᾶς πρωτοπῆρες
Κι ἀλαφρός ἀνηφόριζες πρός τά ὕψη,
Ἐνῶ ἐμεῖς τήν καρδιά μας μέσ᾿ στά στήθη
Σά βακχεμένο τύμπανο νά δένει
Τή νιώθαμε κρυφά τή γῆ μέ τἄστρα;
Γύρα Σου πιά δέ θἄμαστε ὁλοένα,
Καθώς στίς μύριες μάχες, πού ἡ πνοή Σου,
Σηκώνοντας ἐνάντια στούς τυράννους,
Μέ τό ρυθμό τίς ἐξετύλιγε ὅλες
Σ᾿ ἅγιους πυρρίχιους, ἐνῶ Σύ μονάχος,
Δίχως ἄρματα, μόνο μέ τό βλέμμα
Ἢ μέ τό χέρι ἔδειχνες ποῦ εἶν᾿ τό δίκιο
Καί ποῦ εἶν᾿ ἡ νίκη, Κύριε;

ΟΡΦΕΑΣ

……………

Ἔλα, Σιωπή, πού φανερώνεις ὅλη
Τή δύναμη τοῦ νοῦ καί ξεσκεπάζεις
Τά πιό κρυφά μυστήρια στήν καρδιά μας!
Δῶρο τοῦ Ἐλέους, πού βρίσκεται σέ κάθε
Τραχιό καί πλέριο ἀγώνα, πού μαρτύρους
Δέ λαχταρεῖ, κατέβα καί σέ τοῦτον!
Καί Σύ, ἀγριοπερίστερο τοῦ θάρρους
Τοῦ μυστικοῦ, φανερωμένο μόνο
Στήν τέλεια πράξη, χτύπα τό φτερό Σου
Στό μέτωπό του μιά στιγμή, ὅπως τόσες
Φορές τοῦ τὤχεις ἄξαφνα δροσίσει!

…………………..

«Τοῦ χωρισμοῦ ὅποιος σκίσει
Τά σκοτεινὰ πελάγη, ἔχοντας πάντα
Στό νοῦ, ἀβασίλευτο ἄστρο, τήν Ἀγάπη,
Δέ θά νά σμίξει μόνο αὐτός μ᾿ ἐκείνους
Ὁπὤχει χάσει, μά, ἱερό γιοφύρι,
Κι ἄλλους θά σμίξει ἀνάμεσό τους, τόπους
Μέ τόπους, λαούς μέ λαούς, ὀχτρούς μέ φίλους,
Μέ τή ζωή τό θάνατο, τούς αἰῶνες»

Ο Ορφέας χωρίζεται από τη ζωή και τους πολεμιστές – μαθητές του, επαναλαμβάνοντας τη διαδρομή της διδασκαλίας του προς τα πίσω, καθιστώντας τους κοινωνούς του μυστικού πανανθρώπινου συμβολισμού τριών συμβόλων, που είναι το στάχυ (για τη γη, την ισονομία, την επιβίωση και την αναπαραγωγή), το κλήμα (για τη χαρά της ζωής και τη μέθη του έρωτα) και το ρόδο (σύμβολο αγάπης, αρμονίας και πνευματικής ένωσης).

Ο Σικελιανός υπηρετώντας τις ιδέες του της εποχής αυτής, γύρω στα 1925 όπου συνθέτει το διθύραμβο, στοχεύει στη μετάδοση ενός οικουμενικού μηνύματος με κοινωνικό και πνευματικό χαρακτήρα – και για το σκοπό αυτό ανασυνθέτει αρχαίους με παγκόσμιους μύθους, με συγκερασμό των στοιχείων του Προμηθέα και του Ορφέα, καθώς και οι δύο είναι μυθικοί ήρωες που ασχολήθηκαν με τις ανάγκες των ανθρώπων: με τη φωτιά ο πρώτος και με την επικοινωνία και την έκφραση ο δεύτερος, καλλιεργώντας παράλληλα τη διαρκή εσωτερική ανάγκη για πνευματική ολοκλήρωση.

Η ποίηση του ώριμου Σικελιανού ωστόσο, στο τέλος του μεσοπολέμου, παράλληλα και με τη βίωση έντονων διακυμάνσεων που αποτυπώνονται εύγλωττα στις ομιλίες και στα κείμενα που δημοσιεύει και μέχρι σχεδόν το θάνατό του, έπαιρνε όλο και βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα μετά το 1940, όπως στις τραγωδίες Η Σίβυλλα (1940), Ο Χριστός στη Ρώμη (1946), Ο Δαίδαλος στην Κρήτη (1946), Ο θάνατος τον Διγενή (1948) και Ο Ασκληπιός (1915 – 1955 έκδοση μετά θάνατον), (Σικελιανός 1997).

Το αποτυχημένο στην εποχή του δελφικό όραμα στην περίπτωση της Εύας έγινε αφορμή να εμβαθύνει στα ζητήματα διδασκαλίας και αναπαράστασης του αρχαίου δράματος με έμφαση στη μουσική του βάση. Ήρθε στην Ελλάδα στις αρχές του αιώνα εμπνευσμένη από τη μουσική απαγγελία και το τραγούδι της Πηνελόπης Σικελιανού Ντάνκαν, εγκαταλείποντας την θεατρική της καριέρα και τα σαλόνια του Παρισιού, στη συνέχεια με τον Άγγελο Σικελιανό, ανέβασε υπεύθυνη για χορογραφία, ένδυμα και μουσική, αισχύλειες τραγωδίες (ΠρομηθέαςΙκέτιδες) στους Δελφούς και το Διθύραμβο του Ρόδου του Σικελιανού στην Αθήνα, ενώ μαθήτευσε δίπλα στον Κωνσταντίνο Ψάχο στην Βυζαντινή μουσική, την οποία στη συνέχεια δίδαξε και διέδοσε σε Ευρώπη και κυρίως Αμερική. Στην Αμερική συνεργάστηκε με Πανεπιστήμια και τη χορευτική ομάδα του Ted Shawn, για την αναπαράσταση του αρχαίου δράματος. Ανέπτυξε βαθύ θεωρητικό προβληματισμό γύρω από το ανέβασμα της αρχαίας τραγωδίας κυρίως για το ρόλο του χορού και της μουσικής, επηρεάζοντας και τον στοχασμό του Σικελιανού στο ίδιο θέμα, κυρίως μετά τις δελφικές γιορτές. Αντιτάχθηκε στην εμπορευματική τουριστική εκμετάλλευση των γιορτών και των προϊόντων της παραδοσιακής λαϊκής δημιουργίας που προσέβλεπε το ελληνικό κράτος της εποχής εκείνης. Παρακαταθήκη της είναι ο σπόρος των Φεστιβάλ, του Δελφικού Κέντρου και του έργου συλλογής παραδοσιακών τραγουδιών από τον Σίμωνα Καρρά, που δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν εξ αιτίας της (Φεσσά 2004).

Τα γεγονότα του μεσοπολέμου και ειδικότερα η αποτυχία της δελφικής ιδέας στην πράξη μετασχηματίσθηκαν από το Σικελιανό, όπως πιστεύω, σταδιακά μέσα στη δεκεατία του ΄30, σε σύνθεση τραγωδιών, στις οποίες επανέρχεται σε μια μαχητική παρακίνηση και σε έναν όρκο θυσίας και αφοσίωσης που -στην πραγματικότητα και πέρα από τη «σκηνή»- θα στοιχίσει τόσο ακριβά, όσο και ο μετασχηματισμός του σκοταδιού σε φως, του θάνατου σε ζωή.

* Ευχαριστώ τον Κώστα Φούντα, υποψήφιο διδάκτορα φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ, για τα εποικοδομητικά του σχόλια στην πρώτη μορφή του άρθρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημαντική η συγκεντρωμένη πληροφόρηση στην ταινία: Εποχές και συγγραφείς: Άγγελος Σικελιανός του Τάσου Ψαρρά.
2.Βλ. Εφημ. Καθημερινή, 6/7/1997 και δυο γράμματα του Σικελιανού προς τήν πρωτοξαδέρφη του Κατίνα Προεστοπούλου (21 Οκτ. 1921 και άχρονολόγητο), επιβεβαιώνουν την απόφαση για το ταξίδι (Αρχείο Μερλιέ αρ. 58 και 98). Εφημ. Πατρίς, 24 Οκτ. 1921 («Επιστολή του Σικελιανού στον Καζαντζάκη», 14 Οκτ. 1921, Αρχείο Μερλιέ Q72M-073M και «Επιστολή του Καζαντζάκη προς Γαλάτεια», 28 Ιουν. 1922).
3. Ενδεικτικά και με αναφορά σε διαφορετικές πλευρές του έργου του Σικελιανού. Χαρακτηριστική πρόσφατη μελετητική εργασία είναι επίσης η διπλωματική εργασία του Δημήτρη Καραθανάση (2018): Φιλοσοφικές επιδράσεις στο έργο του Άγγελου Σικελιανού. Από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία ως τη νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Ιωάννινα και η διδακτορική διατριβή της Ελένης Σταματέλλου (2018): Το γήινο και το υπερβατικό στοιχείο στην ποίηση του Άγγελου Σικελιανού και του Γιάννη Ρίτσου. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
4. Πληρέστατη βιβλιογραφική βάση παρέχεται από τον Κώστα Μπουρναζάκη (2006). Στη συνέχεια διαρκώς συμπληρώνεται, με έκδοση επίσης σε επιμέλεια Κώστα Μπουρναζάκη των συνεντεύξεων του Σικελιανού ή ανέκδοτων ομιλιών (όπως το Κήρυγμα Ηρωισμού 2004, με επίμετρο άρθρων και περιοδικών του 1909, που αναφέρονται στην αδημοσίευτη αυτή διάλεξη του Σικελιανού) κ.ά.
5. Σε αυτήν την έκδοση δημοσιεύεται για πρώτη φορά Η συνείδηση της προσωπικής δημιουργίας. Βλ. «Βιβλιογραφικά στον Σικελιανό» (Σαββίδης 1966).
6. Διαφορετική η ερμηνευτική προσέγγιση της Ρίτσας Φράγκου – Κικίλια, η οποία δίνει προτεραιότητα στις πνευματικές αξίες και φιλοσοφικές ιδέες του Σικελιανού (Φράγκου – Κικίλια 2002, 123 – 156).
7. Πιθανότατα και μέσα από πράξεις ειλικρινούς αλληλεγγύης προς τον χειμαζόμενο λαό και τους διωκόμενους υπερασπιστές σοσιαλιστικών ιδεών, όπως μαρτυρείται και από την επίσκεψη συμπαράστασης στον ετοιμοθάνατο από την φυματίωση φυλακισμένο ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλο. Γράφει προς απόδειξη ο Φοίβος Δέλφης: «Τον γνώρισα από κοντά στις μέρες της κακής του αρώστιας, που φλέγονταν από τον πυρετό, ώρες καρφωμένος σε μια ψάθινη πολυθρόνα, όξω απ’ το μικρό του κελί, στο μουσείο, με το βλέμα καρφωμένο στον ορίζοντα. Οι άνθρωποι τον αποστρέφονταν, γιατί θεωρούν μεγάλο κακό το χτικιό και πιστέβουν πως από μίλια μακριά φέρνει ο αγέρας τα μικρόβια. Κανείς δεν τον ζύγωνε. Μέσα στις τραγικές αφτές ώρες της απομόνωσης και της αρώστιας του τον συντρόφεβε μια εβγενικιά κόρη ή Κατίνα Προεστόπουλου με τον ποιητή Αγγελο Σικελιανό κι’ από φιλανθρωπία του φρόντιζαν το φαγητό.» (Δέλφης 1940 – 41, 378). Για τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο (1894 – 1923), δες της Νατάσας Αβραμίδου (2019): «Ιωσήφ Ραφτόπουλος. Ένα πρότυπο αγωνιστή ποιητή». Ριζοσπάστης, 5 – 6 Γενάρη. 26.
8. Το έργο αυτό μεταφράζει ο ίδιος ο Σικελιανός στα γαλλικά και το εκδίδει το 1933 (εκδ. Πυρσός).
9. Τα επονομαζόμενα Ορφικά (Ο χορός του Πινδάρου, Το Βρέφος, Δαίδαλος, Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, Ιερά Οδός, Στ” Όσιου Λουκά το μοναστήρι, Ηaute actualité, Αττικό) και οι Ίμεροι- Ίαμβοι (Λιλίθ, Μελέτη θανάτου, Μέγιστον Μάθημα) κ.ά.
10. Αξίζει εδώ μια λεπτομερέστερη αναφορά στον Ραϋμόνδο Ντάνκαν (1874 -1966), ο οποίος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη, κατασκευαστή – δημιουργού τεχνίτη, στοχαστή και ακτιβιστή στην ιστορία του 20ού αιώνα και του οποίου το όνομα φέρει το Πολιτιστικό κέντρο του δικού μας Δήμου Βύρωνα (λόφος Κοπανά), κτήριο δικής του κατασκευής – κατά τα πρότυπα μυκηναϊκού παλατιού, που στις αρχές του αιώνα στέγασε τον ίδιο, τη γυναίκα του Πηνελόπη και την αδελφή του διάσημη Ισαδόρα. Ασφαλώς φιλοξένησε και την Εύα Πάλμερ και τον Άγγελο Σικελιανό στην πρώτη τους γνωριμία το 1906. Μεταξύ των κυριότερών του δράσεων ο Ντάνκαν ίδρυσε και διεύθυνε στο Παρίσι από το 1910 μέχρι το θάνατό του, την Ακαδημία, ενώ το έργο της συνεχίστηκε έως το 1970 από την Λιθουανή δεύτερη σύζυγό του Aia Bertrand (M. Martinelli 2013). H Ακαδημία ήταν κοινότητα και σχολή που προσέφερε μαθήματα χορού, τέχνης και κατασκευαστικών τεχνών – υφαντικής, τυπογραφικής, υποδηματοποιίας κ.ά. – με δικά της πινακοθήκη, τυπογραφείο και θέατρο. Καλλιεργούσε κι εγκαθιστούσε εναλλακτικά εκπαιδευτικά πρότυπα, τρόπους δημιουργίας και συλλογικής ζωής προωθώντας έμπρακτα την ουτοπία και ρέποντας προς τον ριζοσπαστισμό.
“Duncan’s uniqueness resided in his fierce independence from conventions. He proposed a radical approach to art as an all-encompassing, holistic practice, refusing to discriminate between artistic forms and disciplines. For Raymond Duncan, writing a book had the same value as book printing.”: https://blog.fidmmuseum.org/museum/2018/11/intern-report-raymond-duncan- (Pratelle 1914 – 1915). Για τη συνάντηση Σικελιανού και Ισαδόρας Ντάνκαν δες και (Duncan 1990, 108-111· Σικελιανός 1985, 171-172).

11. Από τον πρόλογο της συλλογής Ἀντίδωρο (1943), ανθολογημένης από τον ίδιο το Σικελιανό και σε παραλλαγμένη επανέκδοση από τον Ίκαρο, σε επιμέλεια Κώστα Μπουρναζάκη (Σικελιανός 2003), όπου τα ποιήματα παρουσιάζονται με τη μορφή στην οποία κατέληξε ο Άγγελος Σικελιανός συγκροτώντας τον Λυρικό Βίο(1947).
12. Δες και τα παλαιότερα δημοσιευμένα άρθρα και τη διδακτορική μου διατριβή: https://www.academia.edu/25950431/Marx_on_Ancient_Greece_ following_Hegel_and_the_Neohegelians_-_according_to_P._Kondylis & https://www.academia.edu/27020331//ΑΝΘΡΩΠΟΣ _ ΦΥΣΗ_ΚΑΙ_ΠΡΑΞΗ.pdf (58 – 64).
13. Μεταφράζεται αργότερα και στην αγγλική με προσπάθειες της Εύας στην Αμερική κι εκδίδεται με έξοδα του Ted Shawn (1939), (Leontis 2019, Chronology xIiii).
14. Χρήσιμες πληροφορίες αρχείου για τις προσπάθειες της Εύας για την διάδοση της δελφικής ιδέας και του αρχαιοελληνικού τρόπου ζωής ανάμεσα στην κοινότητα Ελληνίδων ευπόρων οικογενειών, δίνονται και στις διαδικτυακές αναρτήσεις της Natalia Vogeikoff-Brogan: https://nataliavogeikoff.com/2015/01/ 01 / grece-en-vogue-a-new-wave-of-american-philhellenism-in-the-1920s/).
15. http://www.ekebi.gr/magazines/showimage.asp?file=71135&code=2172&zoom=1200.
16. … Και πίσω απ΄ την ορμή μας ακλουθούσαν πλήθη/ που εσπάζανε με μια τις αλυσσίδες/ που οι τύραννοι παντού τους είχαν βάλει,/ στην ψυχή και στα πόδια και στα χέρια,/ και τώρα με της Λύρας Σου το Νόμο/ χορευτικά αρχινούσαν να σαλεύουν/ με το ρυθμό… Και σούφερναν μπροστά Σου/ με τα χέρια δετά τους βασιλιάδες/ κι Εσύ, τα χέρια λύνοντάς τους, μ” ένα/ χαμόγελο τους έλεγες: «Σηκώστε/ στον ουρανό τα μάτια και κοιτάχτε/ κάθε αστέρι φωτάει κι από ΄ναν κόσμο./ Να ο κόσμος για κατάχτηση!» Κι εκείνοι,/ μικροί στη Νύχτα εμπρός και στο δικό Σου/ το λόγο, ζαλισμένοι από την άπλα/ της λευτεριάς Σου, εσκύβαν το κεφάλι.. (Επισημαίνει ο Τάκης Αδάμου).



Αφήστε το σχόλιό σας

XHTML: You can use these html tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

        









Copy Protected by Chetan's WP-Copyprotect.