Στου Πάλλα κάποτε…
ΣΤΟΥ ΠΑΛΛΑ1
Το θέμα παίρνει πολύ νερό. Και χρονογράφημα και περίπατος κι” αθλητική στήλη. Η ονομασία «Πάλλα» αποτελεί την κεντρική ιδέα. Παρμένη απ” τη μπάλλα, που με τη γλωσσοπλαστική μας ικανότητα έγινε ευφωνότερη και αρρενοποιήθηκε. Ο Πάλλας.
Τοπίο λίγο μελαγχολικό, νερό εξαίρετο και πρόθυμη περιποίηση στο μικρό εξοχικό κέντρο. Πρώτα ένας περίπατος. Τώρα συνέχεια των βαρελιών – σπιτιών της Νεαπόλεως. Κύριον χαρακτηριστικόν του τα δύο τεραίν με το εγχώριο, μεταφυτεμένο επί ενετοκρατίας και εγκλιματισμένο παιγνίδι, τις μπάλλες. Σαν ινδικά καρύδια, από βαρύ άγριο ξύλο, με τις χαρακτηριστικές διακρίσεις των παικτών. Γαργάρες, ροδέλες κ.λ.π. Ακόμα το αμπαλί, και τελευταίο που σιγά-σιγά εγκαταλείπεται, το σμπούκιο. Μένει μονάχα στο κύριο παιγνίδι της μπάλλας. Κόστο ή σμπούκιο. Θα ονομάσω τις μπάλλες σήμερα, το εθνικό παιγνίδι της Λευκάδας, που έχει φανατικούς παίκτες αλλά και φανατικούς θεατές. Γι” αυτό του Πάλλα κάνει αρκετή δουλειά.
Προπολεμικά, η ανθρώπινη αγέλη -με συγχωρείτε για την υποτιμητική παρομοίωσι, αλλά την τόσο αληθινή- έκανε απαράβατα την Κυριακάτικη επιδεικτική της παρέλασι, στο δρόμο του Κουζούντελη ή Κουζούμπεη.
Κομψοντυμένη, παμφουμαρισμένη και παραστολισμένη θα έπρεπε κάθε Κυριακή ή γιορτή, να γίνη δημόσιο θέαμα. Φρεγάδες καμαρωτές, βαρειές μπρατσέρες, ατάραγες μαούνες μαζύ με κομψές γολέτες, ανάλαφρες φελούκες και σκαμπαβίες, που σκαμπανεβάζανε περνάγανε αρδιαστά -σημαιοστόλιστος γυναικείος στόλος- μπροστά απ” τα θεωρεία που ήτανε στημένα στου Φατούρου και στο κόκκινο κιόσκι του Κουζούντελη και που σαν Ελλανάδικη επιτροπή εκριτικάριζε, εκουτσομπόλευε, εβαθμολογούσε, κι” ακόμα -γιατί όχι- εκορτάριζε.
Μύριζε πολύ Επαρχία αυτή η παρέλασι η τόσο γιορτιάτικη και φανταχτερή. Ο πόλεμος την έσβυσε και η ειρήνη δεν την ξανάφερε. Σαν περίπατος, κρατήθηκε μονάχα ο Πάλλας χάριν στις μπάλλες και τον κόσμο που τις ζωντανεύει. Φανατικοί τύποι που δεν ζουν χωρίς τη μπάλλα, το πείραγμά της και το καλαμπούρι της, τους αναφέρουμε κατά σειρά αρχαιότητας. Κοτσίλας, Καλλίας, Μπίσμπας. Μαστρογιάννης, Λιαπάδας, Μπερκετέλης, Κοντοπύθιας, Τσέλιγκας, Αρκατάντος, Κορδώνης. Αλεξάντερ και έσχατος πάντα πρώτος ο Μπρούμης. Όταν ο Σπύρος παίζει -άσσος στη μαστοριά και στη σπιρτάδα, μα λίγο κατεργάρης στο μέτρημα- σωστό πανηγύρι. Μωρέ, μωρέ, μωρέ, μωρέ, μωρέ!!!! Φωνή που αντιλαλεί ο ελαιώνας. Παίζω μπάλλες εγώ, αμ” τι σ” πέρασε. Μα όταν χάνει… τραβάει τα μαλλιά του και δικαιολογείται. Δεν παίζω εγώ, παίζουνε τα ξύλα. Δεν είναι αρκούδα να παλαίψω… Ζώνεται και αποχωρεί με μεγαλοπρέπεια Διός εκθρονισθέντος του Ολύμπου.
Δεξιά κι” αριστερά τα θεωρεία. Μοιάζουν πρωτόγονα μαθητικά θρανία μπηγμένα στο χώμα. Και τα τραπεζάκια ολόγυρα κι” αυτά στηριγμένα σ” ένα πάσσαλο. Αρκετά στερεά για να κρατούν τις δεκάδες των ξέχειλων ποτηριών απ” το αλαφρό νεράκι του Πάλλα, που προσφέρεται προκαταβολικά προ της παραγγελίας του τραταμέντου και δεύτερη βόλτα μαζύ μ” αυτό. Κάπου-κάπου σώζονται κι” οι μπουκιόνες που γιομίζεις μ” αυτές ατέλειωτα ποτήρια για υδροθεραπεία. Σομάδα, παξιμαδάκια, καρτέλες πλαισιώνουν τους θεατές κι” ανακουφίζουν τους παίκτες. Όλα τα μεσημέρια το χειμώνα και τα απογιόματα του καλοκαιριού μέχρι που να βραδυάση και να μη βλέπεις άλλο, παίζουν μπάλλες χαρούμενα τα μεγάλα παιδιά. Κάτω των 70. Ύστερα παίρνουν σύνταξι όταν δεν μπορούν να πάρουν τα πόδια τους. Καμιά κατοστή μέτρα μακρυά, στο αθλητικό μας γήπεδο, άλλες μπάλλες. Πιο μεγάλες αλλά κούφιες. Παίζουν τα μικρά παιδιά, από 10 και επάνω, ποδόσφαιρο. Χωρίς σύγχυσι, χωρίς ανταγωνισμό. Είναι τόσο χωριστές οι ζώνες επιρροής. Τα μικρά παιδιά παίζουν μπάλλα με τα πόδια, τα μεγάλα με τα χέρια. Μα όλα αυτά «τα καλά παιδιά» με τα κοντά παντελονάκια ή τ” άσπρα μαλλιά, τα καλοτυχίζω. Δεν είναι μικρό πράγμα νάσαι σ” όλη σου τη ζωή παιδί και να παίζης μπάλλες!
Σημείωση:
1. Το πιο πάνω χρονογράφημα είναι αναδημοσίευση, διατηρώντας την ορθογραφία, από την εφημερίδα «ΛΕΥΚΑΣ» (Εβδομαδιαία Ανεξάρτητη Εφημερίς εκδιδόμενη εν Λευκάδι, Διευθυντής Τάκης Μαμαλούκας), Αρ. Φύλλου 40, 7 Δεκεμβρίου 1954. Είναι ανυπόγραφο από την στήλη Χρονογράφημα, αλλά όπως αναφέρει ο Πανταζής Κοντομίχης στο βιβλίο του «Ο τύπος της Λευκάδας 1800-1987» (Εκδόσεις Γρηγόρη) αυτός που έγραφε πάντα το χρονογράφημα της εφημερίδας είναι ο προαναφερόμενος Τάκης Μαμαλούκας. «Ο Μαμαλούκας είναι ένας πετυχημένος χρονογράφος, χωρίς αμφιβολία», γράφει ο Κοντομίχης και ακόμη ότι «τα κείμενά του είναι σωστά λογοτεχμήματα και φέρουν τη σφραγίδα και το προσωπικό ύφος του δημιουργού τους, πράγμα συνήθως σπάνιο».
2. Να αναφέρω ακόμη ότι θυμάμαι από τα γυμνασιακά μου χρόνια, αρχές δεκαετίες του ’70, το εξοχικό κέντρο του Πάλλα, πιο πάνω από το τότε Γυμνάσιο Αρρένων, δίπλα στο γήπεδο. Έτυχε να παρακολουθήσω με τα μάτια μου τα παραδοσιακά Λευκαδίτικα παιγνίδια «στου Πάλλα» που αναφέρει ο Μαμαλούκας στο χρονογράφημά του. Κάποια δε απ” αυτά, όπως το σμπούκιο, ήταν μάλιστα και ένα από τα δικά μας παιδικά παιγνίδια.
3. Βρέθηκα κάποτε στο Mathildenhöhe στο Ντάρμστατ της Γερμανίας και τι να δω, να παίζετε από κάποιους τ” αμπαλί. Πρώτη φορά το έβλεπα, μετά του Πάλλα. Μπα σε Λευκαδίτες λέω έπεσα, έχοντας ακόμη τότε την αφέλεια ότι πρόκειται για καθαρά Λευκαδίτικο παιγνίδι. Δεν άντεξα τους πλησίασα και τους ρώτησα -ήταν Ιταλοί- για να πάρω φυσικά την απάντηση ότι πρόκειται για ένα παλιό παιγνίδι που παίζεται ακόμη με διάφορες παραλλαγές σε αρκετές χώρες της Ευρώπης.







































































